Γιάννης Στρατάκης
Μπορεί να απογοητεύω πολλούς, αλλά δεν πολέμησα το 1940, ούτε πήρα μέρος στον ανένδοτο του 1- 1- 4. Δεν ήμουν ούτε καν με τη Μαρία στο σταθμό του Πολυτεχνείου γιατί, αφενός μεν, ήμουν 14 ετών και αφετέρου δε, πολύ μακριά, στα ορεινά του Λασιθίου, όπου τα νέα έφταναν, όσα έφταναν, με μεγάλη καθυστέρηση.
Εκείνες τις ημέρες με μια ομάδα μεγαλύτερων παιδιών και «μυημένων» πήγαμε στο σπίτι της γιαγιάς να ακούσουμε ραδιόφωνο. Στο τρανζίστορ που είχε φέρει από τη Γερμανία, ο μετανάστης θείος Δημήτρης, προσπαθούσαν λέει, να ακούσουμε «κάτι». Τίποτα όμως. Δύσκολη ακόμα και η λήψη ραδιοφώνου τότε. Πάνω στην ώρα που η βελόνα πήγαινε πάνω-κάτω, στη μπάντα κι άκουγες από αραβικά μέχρι αγγλικά μαζί με μπόλικο παράσιτο, καταφθάνει έντρομη η γιαγιά Αθηνιά και βάζει τις φωνές: «θα πάμε φυλακή, απαγορεύεται να ακούμε ξένους σταθμούς». Όταν μετά από πέντε χρόνια με άκουγε η γιαγιά από το ίδιο τρανζίστορ, κέρναγε τις γειτόνισσες. Ως φοιτητής δραματικής σχολής είχα μπει για πρώτη φορά σε ραδιοφωνικό στούντιο. Αυτό ήταν! Δεν χρειαζόταν καν οι παροτρύνσεις όλων των άλλων. Εκφωνητής στην αρχή, αργότερα και δημοσιογράφος, σήμερα όπως με ακούτε. Τρόπος ζωής… όμως με μια σχεδόν μόνιμη ενοχή, που δεν μπορούν και οι ακροατές να έχουν τις ίδιες δυνατότητες έκφρασης… Αισθάνομαι πολύ τυχερός.

