Μάργκαρετ Μικέλις: Η μικροκαμωμένη, “δύσκολη” γυναίκα όπως την περιγράφουν, έζησε μία πολυτάραχη ζωή, κατέγραψε με ιδιαίτερη αγάπη την ισπανική επανάσταση του 1936, από την πλευρά των αναρχικών, ωστόσο έναν χρόνο μετά, με γερμανικό διαβατήριο, κατέφυγε στην Αυστραλία, όπου βρήκε την ηρεμία για να ασχοληθεί με την φωτογραφία, ως το τέλος της ζωής της. Μίας ζωής που οι βιογράφοι που ασχολήθηκαν μαζί της, αναφέρουν πως έχει πολλά “κενά“, αλλά και μία σταθερά, το άγγιγμα της μεγαλοφυίας, εμφανές στο έργο της, ανεξάρτητα από το θέμα με το οποίο διάλεγε να καταπιαστεί την εκάστοτε περίοδο.

Γεννήθηκε στις 6 Απριλίου του 1902 στην Σιλεσία και το όνομά της ήταν Μαργκαρέτε Γκρος, ήταν κόρη ενός ευκατάστατου γιατρού εβραϊκής καταγωγής. Οι γονείς της ενθάρρυναν την μόρφωσή της και στην στήριξαν να ακολουθήσει τον δρόμο που την ενδιέφερε. Σε ηλικία 18 χρόνων, βρέθηκε στη Βιέννη για να σπουδάσει στο Ινστιτούτο Γραφικών Τεχνών και εργάστηκε για μερικά χρόνια στη Φωτογραφία, στο Βερολίνο και αργότερα στην Πράγα. Το 1929 εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο, όπου εργάστηκε σε γνωστούς φωτογράφους. Εκεί, η Μαργκαρέτε γνώρισε τον Ρούντολφ Μικέλις, ο οποίος ήταν συντηρητής αρχαιολόγος στο Κρατικό Μουσείο του Βερολίνου και αναρχικός και παντρεύτηκαν στις 2 Οκτωβρίου του 1933. Ο Μικέλις  συμμετείχε σε μεγάλες αρχαιολογικές αποστολές, όπως στο Ιράκ, όπου πήγε για έξι μήνες το διάστημα 1932 – 1933, ενώ ήταν από τους γερμανούς αναρχικούς που είχαν γνωρίσει στον ισπανό αναρχικό ηγέτη Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι.

Με την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, το ζευγάρι στοχοποιήθηκε. Συνελήφθησαν και οι δύο, ενώ ο Ρούντολφ φυλακίστηκε. Όταν απελευθερώθηκε, τον Δεκέμβρη του 1933, – με την έκκληση του διευθυντή του μουσείου όπου εργαζόταν – διέφυγαν στην Ισπανία, όπου χώρισαν, με το διαζύγιο να βγαίνει το 1937. Τις ερωτικές επιστολές του Μικέλις, τις κράτησε ως το τέλος της ζωής της. Εκτέθηκαν μάλιστα σε αναδρομική έκθεση που οργανώθηκε γι’ αυτήν στην Αυστραλία.

Στην Βαρκελώνη, άνοιξε το δικό της φωτογραφείο και συνδέθηκε με αρχιτέκτονες της εποχής, που ανήκαν στο κύμα του Μοντερνισμού. Φωτογραφίες της δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά της εποχής και δίνουν μία εικόνα για την μοντέρνα Βαρκελώνη.  Ενδιαφερόταν για την καθημερινή ζωή και απαθανάτιζε καθημερινές σκηνές από τις γειτονιές της πόλης, καταγράφοντας την φτώχεια και τις άθλιες συνθήκες ζωής των ανθρώπων.

Κάτω: Εξοχική κατοικία στο Γκαράφ της Βαρκελώνης, 1935

Γυναίκα σε γειτονιά της Βαρκελώνης

Με το ξέσπασμα του Ισπανικού Εμφυλίου, εργάστηκε με την πλευρά των αντιφασιστών και κατέγραψε το αναρχικό κίνημα. Οι φωτογραφίες της εμφανίστηκαν σε πολιτικά έντυπα όπως η Nova Iberia. Κατέγραψε την αμερικανίδα αναρχική Έμμα Γκόλντμαν στην επίσκεψή της στην Ισπανία προκειμένου να στηρίξει τους αναρχικούς και να συμμετέχει στις διαδικασίες των νέων οργανωτικών πολιτικών και κοινωνικών δομών, με γνώμονα την αυτοδιαχείριση.

Κάτω: Φωτογραφίες αυτής της περιόδου

Ομάδα του βρετανικού Ερυθρού Σταυρού στην Ισπανία

Φωτογραφία από την κηδεία του ισπανού αναρχικού ηγέτη Ντουρούτι

 Σκηνή από την Βαρκελώνη

Το 1937 – μετά το διαζύγιό της – εγκαταλείπει την Ισπανία, επανενώνεται για σύντομο χρονικό διάστημα με την οικογένειά της στην Πολωνία και στη συνέχεια – με γερμανικό διαβατήριο – βρίσκεται στο Λονδίνο το Δεκέμβριο του 1938. Επιλέγει να φύγει από την Ευρώπη, για την Αυστραλία. Φτάνει στο Σίδνει τον Σεπτέμβριο του 1939. Εκεί πιάνει δουλειά ως οικιακή βοηθός, αλλά στη συνέχεια επιστρέφει στην φωτογραφία. Το 1940, έχοντας κάνει το όνομά της “αγγλικό“, δηλαδή Μάργκαρετ, ανοίγει ένα φωτογραφικό στούντιο και ειδικεύεται σε πορτραίτα (τα οποία πάντα την ενδιέφεραν). Το ταλέντο της την κάνει να ξεχωρίζει και σύντομα έχει την ευκαιρία να φωτογραφίσει σημαντικές προσωπικότητες της εποχής. Στις εμβληματικές φωτογραφίες της είναι και εκείνες των χορευτριών του μπαλέτου Μπόντενβίζερ.

 

Στην Αυστραλία, η γυναίκα αυτή που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της ως πρόσφυγας,  γνώρισε την καταξίωση. Η ίδια είχε πει: “Πρέπει να πω όλα όσα ήταν για μένα η Αυστραλία. Μεταξύ άλλων μου έδωσε 35 χρόνια ηρεμίας και την ευκαιρία να χτίσω μία νέα ύπαρξη”.

Το 1952 αναγκάζεται να κλείσει το στούντιό της αφού η όρασή της εξασθενεί. Εργάστηκε ως γραμματέας για λίγα χρόνια και στη συνέχεια παντρεύτηκε τον Άλμπερτ Τζορτζ Σακς, έμπορο γυαλιών. Το 1981 η δουλειά της ταξίδεψε με την έκθεση “Αυστραλές γυναίκες φωτογράφοι 1840- 1960”, κερδίζοντας διεθνή φήμη, αν και η δουλειά της δεν αναγνωρίστηκε όσο ζούσε.

Πέθανε στις 16 Οκτωβρίου του 1985 στη Μελβούρνη και αποτεφρώθηκε.

Μετά τον θάνατό της, η δουλειά της έγινε γνωστή και η ιδιαίτερη ματιά της εκτιμήθηκε όσο της άξιζε. Διοργανώθηκε μία αναδρομική έκθεση από την Εθνική Πινακοθήκη της Αυστραλίας και μία από το Ινστιτούτο Μοντέρνας Τέχνης της Βαλένθια στη δεκαετία του 90. Η σημαντικότερη έκθεση προς τιμήν της που οργανώθηκε από την Εθνική Πινακοθήκη της Αυστραλίας είχε τίτλο, “Margaret Michaelis: Love, loss and photography” και ήταν βασισμένη στο αρχείο που κρατούσε η ίδια ως το τέλος της ζωής της και δώρισε στο κράτος και σε προσωπικά αντικείμενα.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις