Αφγανιστάν: Πατέρες πουλούν τα παιδιά τους για να σωθούν από την πείνα - Συγκλονιστικές μαρτυρίες
Σοκαριστικό οδοιπορικό του BBC στην επαρχία Γκορ: άνεργοι πατέρες, παιδιά χωρίς φαγητό και οικογένειες που κάνουν αδιανόητες επιλογές.
Ξημερώνει στην Τσαγκτσαράν, την πρωτεύουσα της επαρχίας Γκορ στο Αφγανιστάν και η πλατεία γεμίζει άνδρες. Στέκονται στην άκρη του δρόμου, μέσα στη σκόνη, περιμένοντας κάποιον να σταματήσει. Όχι για να τους δώσει ελεημοσύνη. Για να τους δώσει δουλειά. Μια μέρα μεροκάματο. Λίγες ώρες κουβάλημα. Οτιδήποτε μπορεί να γίνει ψωμί μέχρι το βράδυ.
Για τους περισσότερους, όμως, κανείς δεν σταματά.
Ο Τζούμα Χαν, 45 ετών, λέει στο BBC ότι μέσα σε έξι εβδομάδες βρήκε δουλειά μόλις για τρεις ημέρες. Το μεροκάματο ήταν 150 έως 200 αφγάνι, δηλαδή περίπου 2,35 με 3,13 δολάρια. Με αυτά έπρεπε να ζήσει μια οικογένεια.
«Τα παιδιά μου κοιμήθηκαν πεινασμένα τρεις νύχτες στη σειρά», λέει. Η γυναίκα του έκλαιγε. Τα παιδιά του έκλαιγαν. Εκείνος αναγκάστηκε να ζητήσει χρήματα από έναν γείτονα για να αγοράσει αλεύρι.
Η φράση του είναι ίσως η πιο καθαρή περιγραφή μιας χώρας που βυθίζεται αθόρυβα: «Ζω με τον φόβο ότι τα παιδιά μου θα πεθάνουν από την πείνα».
Η χώρα όπου το ψωμί έγινε πολυτέλεια
Το Αφγανιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μία από τις βαθύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις στον κόσμο. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα, 17,4 εκατομμύρια άνθρωποι χρειάζονται επείγουσα επισιτιστική βοήθεια, ενώ 4,7 εκατομμύρια βρίσκονται σε επίπεδα έκτακτης πείνας. Ο ίδιος οργανισμός προειδοποιεί ότι ο υποσιτισμός σε γυναίκες και παιδιά αναμένεται να φτάσει σχεδόν τα 4,9 εκατομμύρια το 2026.
Τα στοιχεία δεν είναι απλώς αριθμοί. Στην Γκορ, μία από τις φτωχότερες και περισσότερο πληγείσες επαρχίες, φαίνονται στα πρόσωπα των ανδρών που περιμένουν για δουλειά, στα σπίτια που δεν έχουν τίποτα πέρα από ψωμί και ζεστό νερό, στα νοσοκομεία όπου τα νεογέννητα μοιράζονται κρεβάτια και οξυγόνο.
Το BBC περιγράφει σκηνές που μοιάζουν βγαλμένες από έναν κόσμο όπου η επιβίωση δεν μοιάζει αυτονόητη. Ένας φούρναρης ανοίγει το μαγαζί του και μοιράζει μπαγιάτικο ψωμί στους άνδρες που περιμένουν στην πλατεία. Μέσα σε δευτερόλεπτα, τα καρβέλια έχουν κομματιαστεί. Χέρια απλώνονται, άνδρες κρατούν σφιχτά μικρά κομμάτια, σαν να κρατούν κάτι πολύτιμο.
Λίγο αργότερα, ένας άνδρας με μηχανή εμφανίζεται ζητώντας έναν εργάτη για να κουβαλήσει τούβλα. Δεκάδες πέφτουν πάνω του. Σε δύο ώρες, γράφει το BBC, μόνο τρεις άνδρες βρίσκουν δουλειά.
«Μπαμπά, δώσε μας ψωμί»
Λίγο έξω από την πόλη, στους γυμνούς λόφους κάτω από τις χιονισμένες κορυφές της οροσειράς Σιαχ Κοχ, ο Αμπντούλ Ρασίντ Αζίμι κρατά στην αγκαλιά του τις δίδυμες κόρες του, τη Ρόκια και τη Ροχίλα. Είναι επτά ετών.
Ο πατέρας τους κλαίει καθώς λέει ότι είναι διατεθειμένος να τις πουλήσει. Δεν το λέει σαν άνθρωπος που δεν αγαπά τα παιδιά του. Το λέει σαν άνθρωπος που έχει φτάσει στο τελευταίο δωμάτιο της απελπισίας και δεν υπάρχει άλλη πόρτα.
Είμαι φτωχός, χρεωμένος και ανήμπορος», λέει στο BBC. Περιγράφει πώς επιστρέφει στο σπίτι πεινασμένος, διψασμένος, εξαντλημένος, και τα παιδιά του τον πλησιάζουν ζητώντας ψωμί. «Αλλά τι να τους δώσω; Πού είναι η δουλειά;».
Η μητέρα τους, η Καϊχάν, λέει ότι το μόνο που έχουν να φάνε είναι ψωμί και ζεστό νερό. Ούτε τσάι. Δύο από τους έφηβους γιους της γυαλίζουν παπούτσια στο κέντρο της πόλης. Ένα άλλο παιδί μαζεύει σκουπίδια, που η μητέρα χρησιμοποιεί ως καύσιμο για το μαγείρεμα.
Αυτό δεν είναι φτώχεια όπως τη φαντάζεται κανείς από απόσταση. Είναι η στιγμή που ένας γονιός αναγκάζεται να σκεφτεί ποιο παιδί μπορεί να χάσει, για να ζήσουν τα υπόλοιπα.
Η πεντάχρονη που «πουλήθηκε» για να χειρουργηθεί
Ο Σαΐντ Αχμάντ λέει ότι έχει ήδη πάρει αυτή την απόφαση. Η πεντάχρονη κόρη του, η Σάικα, έπρεπε να χειρουργηθεί για σκωληκοειδίτιδα και κύστη στο ήπαρ. Δεν είχε χρήματα για τα έξοδα.
Έτσι, όπως περιγράφει στο BBC, την «πούλησε» σε συγγενή για 200.000 αφγάνι, περίπου 3.200 δολάρια. Δεν πήρε όλο το ποσό.
Ζήτησε μόνο όσα χρειάζονταν για την επέμβαση, ώστε το παιδί να μη φύγει αμέσως από το σπίτι. Η συμφωνία είναι ότι τα υπόλοιπα χρήματα θα δοθούν τα επόμενα χρόνια και τότε η μικρή θα πρέπει να πάει να ζήσει στο σπίτι του συγγενή.
Η επέμβαση πέτυχε. Η Σάικα ζει. Αυτό είναι το επιχείρημα με το οποίο ο πατέρας της προσπαθεί να αντέξει την απόφασή του.
«Αν είχα χρήματα, δεν θα το έκανα ποτέ», λέει. Αλλά σκέφτηκε ότι χωρίς την επέμβαση η κόρη του μπορεί να πέθαινε. Έτσι, λέει, τουλάχιστον θα είναι ζωντανή.
Είναι από τις ιστορίες που δεν χωρούν εύκολα σε λέξεις όπως «φτώχεια», «ανθρωπιστική κρίση» ή «υποσιτισμός». Γιατί πίσω από τις λέξεις υπάρχει ένα παιδί που αγκαλιάζει τον πατέρα του, ενώ ο χρόνος μετρά αντίστροφα μέχρι τη μέρα που θα αναγκαστεί να φύγει από κοντά του.
Η βοήθεια που χάθηκε
Μέχρι πριν από δύο χρόνια, η οικογένεια του Σαΐντ, όπως εκατομμύρια άλλοι Αφγανοί, λάμβανε τρόφιμα: αλεύρι, λάδι, φακές, συμπληρώματα για τα παιδιά. Όμως οι διεθνείς περικοπές στη βοήθεια έχουν αφήσει τεράστια κενά.
Το Αφγανιστάν χρειάζεται το 2026 ανθρωπιστική βοήθεια για περίπου 21,9 εκατομμύρια ανθρώπους, δηλαδή σχεδόν το 45% του πληθυσμού, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται και το βρετανικό υπουργείο Εσωτερικών από τον ανθρωπιστικό σχεδιασμό του ΟΗΕ. Το ίδιο κείμενο καταγράφει ότι το 2024 το 75% του πληθυσμού δεν μπορούσε να καλύψει βασικές ανάγκες επιβίωσης, όπως τρόφιμα, νερό, υγειονομική περίθαλψη, θέρμανση και στέγη.
Οι περικοπές δεν πλήττουν μόνο τη διανομή τροφίμων. Το 2025, τουλάχιστον 422 μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας έκλεισαν εξαιτίας ελλείψεων χρηματοδότησης, επηρεάζοντας την πρόσβαση σε υπηρεσίες για περίπου 3,3 εκατομμύρια ανθρώπους.
Την ίδια ώρα, οι περιορισμοί των Ταλιμπάν, ιδίως σε βάρος των γυναικών και των εργαζομένων σε ανθρωπιστικές οργανώσεις, έχουν δυσκολέψει ακόμη περισσότερο την παροχή βοήθειας.
Οι Ταλιμπάν, από την πλευρά τους, απορρίπτουν την ευθύνη για την αποχώρηση δωρητών και υποστηρίζουν, σύμφωνα με το BBC, ότι η ανθρωπιστική βοήθεια δεν πρέπει να «πολιτικοποιείται». Ο αναπληρωτής εκπρόσωπος της κυβέρνησης των Ταλιμπάν, Χαμντουλάχ Φιτράτ, αποδίδει τη σημερινή κατάσταση στην «τεχνητή οικονομία» που δημιουργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια με την εισροή αμερικανικών δολαρίων και λέει ότι η κυβέρνηση σχεδιάζει μεγάλα έργα για τη μείωση της φτώχειας.
Όμως για τους ανθρώπους της Γκορ, τα μακροπρόθεσμα έργα δεν απαντούν στο πιο επείγον ερώτημα: τι θα φάνε σήμερα τα παιδιά;
Τα μωρά που δεν προλαβαίνουν να πάρουν όνομα
Στο επαρχιακό νοσοκομείο της Τσαγκτσαράν, η κρίση φαίνεται με άλλον τρόπο. Η μονάδα νεογνών είναι γεμάτη. Σε ορισμένα κρεβάτια υπάρχουν δύο μωρά. Τα περισσότερα είναι λιποβαρή. Πολλά δυσκολεύονται να αναπνεύσουν χωρίς βοήθεια.
Δύο νεογέννητα δίδυμα κορίτσια μεταφέρονται στη μονάδα. Γεννήθηκαν δύο μήνες πρόωρα. Το ένα ζυγίζει 2 κιλά. Το άλλο μόλις 1 κιλό. Η μητέρα τους, 22 ετών, ήταν αδύναμη σε όλη την εγκυμοσύνη. Η γιαγιά τους λέει ότι σχεδόν δεν είχε τίποτα να φάει, παρά μόνο ψωμί και τσάι.
Λίγες ώρες μετά την αποχώρηση του BBC από το νοσοκομείο, το μεγαλύτερο μωρό πέθανε. Δεν πρόλαβε καν να πάρει όνομα.
Η γιαγιά του το τύλιξε στο μικροσκοπικό του σάβανο και το πήγε στο σπίτι. Όταν η μητέρα έμαθε ότι το παιδί της πέθανε, λιποθύμησε. Το άλλο μωρό επέζησε προσωρινά. Η οικογένεια, όμως, δεν μπορούσε να πληρώσει άλλο τη νοσηλεία και το πήρε στο σπίτι.
Η νοσηλεύτρια Φατίμα Χουσεϊνί λέει ότι υπάρχουν ημέρες που πεθαίνουν έως και τρία μωρά. Στην αρχή, λέει, της ήταν αβάσταχτο να βλέπει παιδιά να πεθαίνουν. Τώρα, σχεδόν έχει γίνει «φυσιολογικό».
Αυτή ίσως είναι η πιο τρομακτική φράση από όλες. Όχι επειδή δείχνει αδιαφορία, αλλά επειδή δείχνει τι κάνει η συνεχής τραγωδία στους ανθρώπους που την αντικρίζουν κάθε μέρα.
Μια κρίση χωρίς αρχεία, μόνο με τάφους
Σε χωριά όπως αυτά της Γκορ, δεν υπάρχουν πάντα επίσημα αρχεία για τους θανάτους. Το BBC αναζήτησε την εικόνα στα νεκροταφεία, μετρώντας τους μικρούς και τους μεγάλους τάφους ξεχωριστά. Οι μικροί τάφοι ήταν περίπου διπλάσιοι από τους μεγάλους.
Δεν είναι στατιστική με την αυστηρή έννοια. Είναι όμως ένα σκληρό ίχνος της πραγματικότητας: τα παιδιά πεθαίνουν. Από πείνα, από αρρώστιες που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν, από έλλειψη φαρμάκων, από ένα σύστημα υγείας που δεν αντέχει άλλο.
Ο Μοχάμαντ Χασέμ έχασε την 14 μηνών κόρη του πριν από λίγες εβδομάδες. «Το παιδί μου πέθανε από πείνα και έλλειψη φαρμάκων», λέει. Και προσθέτει κάτι που δεν αφήνει περιθώριο για ωραιοποίηση: όταν ένα παιδί είναι άρρωστο και πεινασμένο, είναι προφανές ότι θα πεθάνει.
Στο Αφγανιστάν, η ανθρωπιστική κρίση δεν είναι μια μακρινή είδηση. Είναι το άδειο πιάτο πριν από τον ύπνο. Είναι ο πατέρας που στέκεται στην πλατεία και δεν τον διαλέγει κανείς για δουλειά. Είναι η μητέρα που βράζει νερό χωρίς τσάι. Είναι το παιδί που σώζεται με χειρουργείο, αλλά χάνει την οικογένειά του. Είναι το μωρό που πεθαίνει πριν αποκτήσει όνομα.
Και είναι, πάνω απ' όλα, μια χώρα όπου εκατομμύρια άνθρωποι δεν ζητούν κάτι μεγάλο. Ζητούν να περάσει άλλη μία μέρα χωρίς να θάψουν το παιδί τους.