Άνοια: Πώς διατροφή, φάρμακα και έντερο επηρεάζουν τον εγκέφαλο ακόμα και σε νεαρή ηλικία
Νέα μελέτη δείχνει ότι το αίμα μας κρύβει πρώιμα σημάδια κινδύνου άνοιας και Αλτσχάιμερ.
Μια νέα μεγάλη επιστημονική μελέτη δείχνει ότι η κατάσταση του εγκεφάλου στη μέση ηλικία συνδέεται στενά με το τι κυκλοφορεί στο αίμα μας: από μεταβολίτες (ουσίες που παράγει ο οργανισμός), μέχρι διατροφικά στοιχεία, φάρμακα και το μικροβίωμα του εντέρου. Οι ερευνητές καταλήγουν ότι ορισμένες χημικές ουσίες στο αίμα μπορεί να λειτουργούν ως «γέφυρα» και προοιωνίζουν άνοια ή πρώιμες εκφυλιστικές αλλαγές στον εγκέφαλο.
Η μελέτη, που βασίστηκε σε δεδομένα από τη μεγάλη πληθυσμιακή έρευνα Rotterdam Study, εξέτασε χιλιάδες ανθρώπους χωρίς άνοια και προσπάθησε να συνδέσει δύο πράγματα ταυτόχρονα: αφενός τα επίπεδα εκατοντάδων μεταβολιτών στο αίμα και αφετέρου δείκτες υγείας του εγκεφάλου, όπως γνωστική απόδοση και απεικονιστικά ευρήματα από μαγνητικές τομογραφίες. Στη συνέχεια οι επιστήμονες προσπάθησαν να δουν τι επηρεάζει αυτούς τους μεταβολίτες, από τη διατροφή και τη φαρμακευτική αγωγή μέχρι τα βακτήρια του εντέρου και γενετικούς παράγοντες.
Η «χημεία» του αίματος και η υγεία του εγκεφάλου
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι δεκάδες μεταβολίτες σχετίζονται με την εγκεφαλική λειτουργία. Συνολικά, 14 μεταβολίτες συνδέθηκαν με τη γνωστική απόδοση και 22 με δείκτες του εγκεφάλου στις απεικονίσεις. Οι συσχετίσεις αυτές δεν ήταν τυχαίες: όταν οι ερευνητές εξέτασαν ανεξάρτητες ομάδες συμμετεχόντων, βρήκαν ότι τα ίδια μοτίβα επαναλαμβάνονταν, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις συνδέονταν και με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης Αλτσχάιμερ αργότερα στη ζωή.
Η εργοθειονίνη και ο πιθανός προστατευτικός της ρόλος
Ανάμεσα σε όλα τα ευρήματα, ένας μεταβολίτης ξεχώρισε: η εργοθειονίνη. Πρόκειται για μια φυσική ουσία που προσλαμβάνουμε κυρίως μέσω της διατροφής (π.χ. από τα μανιτάρια), και η οποία έχει αντιοξειδωτικές ιδιότητες. Όσο υψηλότερα ήταν τα επίπεδά της στο αίμα, τόσο καλύτερη ήταν η γνωστική λειτουργία των συμμετεχόντων. Οι ερευνητές τονίζουν ότι η εργοθειονίνη έχει ήδη συνδεθεί σε άλλες μελέτες με προστατευτική δράση στον εγκέφαλο και ενδεχομένως βοηθά στην άμυνα απέναντι σε φλεγμονή και οξειδωτικό στρες.
Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα αφορά τη σχέση της εργοθειονίνης με κοινά φάρμακα, όπως τα αντιόξινα (π.χ. αναστολείς αντλίας πρωτονίων). Οι χρήστες αυτών των φαρμάκων φαίνεται να έχουν χαμηλότερα επίπεδα της ουσίας στο αίμα. Σε αναλύσεις των δεδομένων, οι ερευνητές βρήκαν ότι αυτή η μείωση μπορεί εν μέρει να εξηγεί γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις η χρήση αυτών των φαρμάκων έχει συσχετιστεί με χειρότερη γνωστική πορεία, αν και το ίδιο το εύρημα δεν αποδεικνύει αιτιώδη σχέση.
Έντερο και φάρμακα ως κρίκοι της ίδιας αλυσίδας
Σημαντικό ρόλο φαίνεται επίσης να παίζει το μικροβίωμα του εντέρου. Ορισμένα βακτήρια συνδέθηκαν με χαμηλότερα επίπεδα εργοθειονεΐνης, ενώ άλλα με υψηλότερα. Μερικά από τα βακτήρια που σχετίζονται με χαμηλά επίπεδα έχουν ήδη συνδεθεί σε προηγούμενες έρευνες με παχυσαρκία, φλεγμονή ή ακόμη και ψυχικές διαταραχές. Αυτό ενισχύει την ιδέα ότι το έντερο και ο εγκέφαλος επικοινωνούν στενά μέσω χημικών μονοπατιών που επηρεάζουν τη νευρολογική υγεία.
Οι ερευνητές δεν περιορίστηκαν στο έντερο και τα φάρμακα. Εξέτασαν και τον τρόπο ζωής, όπως τη διατροφή, τη σωματική δραστηριότητα και άλλους παράγοντες υγείας. Διαπίστωσαν ότι μεγάλο μέρος της διακύμανσης στους μεταβολίτες εξηγείται από καθημερινές συνήθειες και ιατρικές παρεμβάσεις, ενώ τα γονίδια και το μικροβίωμα παίζουν μικρότερο αλλά υπαρκτό ρόλο.
Η μελέτη επισημαίνει ότι ορισμένοι μεταβολίτες λειτουργούν σαν «ενδιάμεσοι κρίκοι» ανάμεσα στον τρόπο ζωής και την υγεία του εγκεφάλου. Δηλαδή, δεν είναι μόνο το τι τρώμε ή τι φάρμακα παίρνουμε που έχει σημασία, αλλά και το πώς αυτές οι επιλογές αλλάζουν τη χημεία του σώματος, η οποία στη συνέχεια επηρεάζει τον εγκέφαλο.
Συνολικά, τα ευρήματα ενισχύουν την ιδέα ότι η πρόληψη της άνοιας δεν ξεκινά απαραίτητα όταν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα, αλλά δεκαετίες νωρίτερα. Οι αλλαγές στο αίμα και στον μεταβολισμό φαίνεται να αντικατοπτρίζουν πρώιμες διαδικασίες που σχετίζονται με νευροεκφύλιση, πολύ πριν εμφανιστεί κλινική νόσος.
Η έρευνα ανοίγει τον δρόμο για πιο στοχευμένες παρεμβάσεις στο μέλλον. Αν επιβεβαιωθούν τα ευρήματα σε επόμενες μελέτες, τότε παράγοντες όπως η διατροφή, η χρήση συγκεκριμένων φαρμάκων ή ακόμη και η ρύθμιση του μικροβιώματος θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τη μείωση του κινδύνου άνοιας.