του Λουκά Βελιδάκη

Βρισκόμαστε στο 2011, το Σύνταγμα είναι γεμάτο από «Αγανακτισμένους», που μοιράζουν το χώρο σε πάνω και κάτω πλατεία. Στο μέτωπο του κοινοβουλίου, μπροστά από τον Άγνωστο Στρατιώτη, η ατμόσφαιρα φορτίζεται από την οργή των συνθημάτων. Περνάω ανάμεσα, ενώ ακούγεται το «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι». Χειμαρρώδες το μίσος που πετάγεται από τα στόματα των διαδηλωτών. Κρατούσα μια φωτογραφική κάμερα κι ομολογώ φοβήθηκα. Αν γνώριζαν εκείνη την ώρα ότι είμαι δημοσιογράφος, θα ξεσπούσαν πάνω μου. Το μίσος έμοιαζε με λάβα που διαχέεται αδιαφορώντας για την κατεύθυνση.

Όταν ο όχλος παίρνει τη σκυτάλη και παράγει γεγονότα και εξελίξεις, δύσκολα μπορείς να περιμένεις κάτι θετικό. Προσοχή, ο όχλος. Όχι οι πολίτες ως άθροισμα πολιτικών υποκειμένων. Ο όχλος, ως συμπύκνωμα ανόητων γενικεύσεων, σαν χυλός που συντίθεται από ανθρώπινα σύνολα. Όταν μεγάλα σύνολα φτιάχνουν όχλο, συναντώνται (και) τα άκρα: Δεν συγκλίνουν ιδεολογικώς, ταυτίζονται κατά πολύ στη βία ωστόσο, η οποία περισσεύει και στις δύο απολήξεις, ασχέτως προτιμήσεων. Στους «Αγανακτισμένους» η βία και το μίσος είχε -επί της αρχής- ιδεολογική αφετηρία, μα στην ουσία το όποιο πρόσημο ήταν αδιάφορο. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή αφού προηγείτο το ξέσπασμα ως μεσοδιάστημα.

Την περίοδο της δεκαετούς κρίσης, η Ελλάδα έζησε στο πετσί της τον παραλογισμό του όχλου. Σε κάθε εκδοχή και προς κάθε κατεύθυνση. Ο ανορθολογισμός ήταν το κεντρικό ιδεολόγημα και το εικόνισμα στο οποίο ορκίζονταν οι θιασώτες ήταν η βία. Η βία ως άλλος θεός, που χρειάζεται θρησκεία.

Ολόκληρες πολιτικές καριέρες οικοδομήθηκαν πάνω σε αυτό το πλαίσιο. Διάττοντες αστέρες που μόλυναν με την εφιαλτική λάμψη τους την επικαιρότητα, όρισαν την ατζέντα, έκαναν παιχνίδι. Ευτυχώς δεν επικράτησαν. Η χειρότερη εκδοχή, ομολογουμένως, ήταν η Χρυσή Αυγή. Στις εκλογές του Ιουλίου του 2019, οι πάντες χαμογέλασαν με ένα αποτέλεσμα: Τον καταποντισμό του νεοναζιστικού μορφώματος. Τα απόνερα, ωστόσο, παραμένουν- κι αν βρουν πεδίο, δείχνουν τα δόντια τους. Ή, για να ακριβολογούμε, τις γροθιές τους.

Την Κυριακή που μας πέρασε, ο γερμανός δημοσιογράφος, Θωμά Ιακόμπι, ένιωσε για δεύτερη φορά το νοσηρό ακροδεξιό μίσος. Στο κέντρο της Αθήνας, στο Σύνταγμα. Φασίστες τον χτυπούσαν, ελάχιστοι αντέδρασαν, η αστυνομία άργησε χαρακτηριστικά να επέμβει. Ο Ιακόμπι, με εμφανή τα αιματηρά αποτελέσματα της επίθεσης, έκανε μία δήλωση γεμάτη θάρρος. Έδειξε ότι η δημοσιογραφία δεν φοβάται τους άθλιους υπονομευτές της. Δεν σκύβει το κεφάλι, ακόμα κι αν ματώσει. Κι αποδεικνύει ποιοι είναι οι πραγματικά δειλοί: αυτοί οι θρασύδειλοι που εφορμούν πολλοί σε έναν, που χτυπούν με μίσος έναν άνθρωπο, μα ταυτόχρονα μία αντίθετη ιδέα.

Οι θρασύδειλοι οπαδοί του μίσους δεν κατάφεραν να επικρατήσουν και τώρα πρέπει να αντιληφθούν ότι έχουν στενέψει όλα τα περάσματα για αυτούς. Καθήκον δημοκρατικό του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη και της ΕΛ.ΑΣ είναι να ταυτοποιηθούν, να εντοπιστούν και να συλληφθούν. Χωρίς καμία περαιτέρω καθυστέρηση.


Η δήλωση του δημοσιογράφου λίγα λεπτά μετά την επίθεση

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις