Ηταν 24 χρόνια πριν σαν σήμερα όταν η τουρκική σημαία υψωνόταν στα Ιμια και Ελλάδα και Τουρκία έφθαναν μια ανάσα από τον πόλεμο. Με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ ο πόλεμος αποφεύχθηκε, η τουρκική σημαία κατέβηκε, αλλά η ελληνική δεν ξανανέβηκε και οι δύο βραχονησίδες έγιναν «γκρίζο» έδαφος, δηλαδή, αμφισβητούμενο.

Ηταν 46 χρόνια πριν όταν οι ορδές του Αττίλα έμπαιναν στην Κύπρο και έκτοτε έχουν στεριώσει για τα καλά σε ένα νησί που εδώ και αιώνες είναι ελληνικό. Και, όμως, τα τουρκικά στρατεύματα είναι ακόμη εκεί και κατέχουν το 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας και στα Ιμια η ελληνική σημαία ίσως να μην ξανασηκωθεί ποτέ.

Κύπρος, Ιμια και άλλα ελληνικά εδάφη και πιο πρόσφατα η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) διάφορων ελληνικών νησιών στο Αιγαίο τίθενται σε αμφισβήτηση από την Τουρκία. Η διεθνής κοινότητα καταδικάζει, αλλά τίποτα παραπάνω και προφανώς δεν αναμενόταν και κάτι περισσότερο. Η Τουρκία συνεχίζει και επεκτείνει την επιθετική της πολιτική, άλλοτε πιο ήπια και με υπομονή, άλλοτε πιο επιθετικά όπως συμβαίνει τώρα με τον Ερντογάν.

Ο Αττίλας ήταν ένα σχέδιο που εκπονήθηκε τη δεκαετία του 1950 και βρήκε πεδίο και αφορμή εφαρμογής το 1974. Η θεωρία των γκρίζων ζωνών ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1990 και συνεχίζεται, άσχετα αν αλλάζει όνομα π.χ. Γαλάζια Πατρίδα. Με υπομονή και επιμονή και άλλες φορές υπερβαίνοντας κατά πολύ τα όρια, η Τουρκία χτίζει πέτρα, πέτρα μια πολιτική αμφισβήτησης, η οποία φέρνει την Ελλάδα ολοένα και περισσότερο σε δυσχερή θέση. Τη φέρνει σε θέση άμυνας και προσπάθειας υπεράσπισης του αυτονόητου.

Στο Κυπριακό ζήτημα υπάρχει από τη δεκαετία του 1950 ένας άγραφος κανόνας που λεει ότι κάθε σχέδιο επίλυσης που έρχεται είναι χειρότερο από το προηγούμενο για την ελληνική πλευρά. Αυτός ο κανόνας φαίνεται να ισχύει γενικώς για τη χώρα μας και τον Ελληνισμό στις ελληνοτουρκικές διαφορές.

Που λοιπόν, βρισκόμαστε σήμερα, δεκαετίες μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου όταν οι γεωπολιτικές ισορροπίες άρχισαν να παίρνουν τη σημερινή τους μορφή και η Ελλάδα ήταν με το μέρος των νικητών; Βρισκόμαστε σε μια γενικότερη αμφισβήτηση. Γκρίζα εδάφη, το Κυπριακό αν λυθεί θα λυθεί με διζωνική και δικοινοτική ομοσπονδία, κάτι που απέχει πολύ από την ενιαία Κυπριακή Δημοκρατία της καθαρής ελληνικής πλειοψηφίας του 1960, το casus belli παραμένει αν η Ελλάδα επεκτείνει όπως έχει δικαίωμα τα χωρικά τη ύδατα πέραν των 6 ναυτικών μιλίων και η Τουρκία είναι αυτή που λεει ότι θα προσφύγει στη Χάγη, θέση που ήταν παγίως ελληνική. Ταυτόχρονα, η Τουρκία διεξάγει -παρανόμως, αλλά διεξάγει- έρευνες στην ΑΟΖ της Κύπρου, υπογράφει παράνομα μνημόνια με τη Λιβύη, αλλά προκαλεί τετελεσμένα και συνέχεια τα διαπραγματεύεται και ακολουθεί μια γενικότερη πολιτική για να επιβληθεί σε περιφερειακή δύναμη της περιοχής, άσχετα αν οι σχέσεις της με τις περισσότερες χώρες δεν είναι καλές.

Απέναντι σε αυτή την πολιτική δεν υπήρχε και δεν υπάρχει μια ξεκάθαρη και στοχευμένη πολιτική. Υπήρχε μια πολιτική σύμφωνη με τη διεθνή νομιμότητα, άλλα άτολμη και αμυντική πλην εξαιρέσεων. Υπήρχε και υπάρχει το δόγμα του δεν διεκδικούμε τίποτα, αλλά δεν δίνουμε και τίποτα, με τα προαναφερθέντα αποτελέσματα που 24 χρόνια μετά την κρίση των Ιμιων έχουν φέρει αμφισβητήσεις και φαίνεται να οδηγούν σε λύσεις που κάποτε θα ήταν αδιανόητες για την ελληνική πλευρά.