«Δεν μπορούμε με μαγικούς καθρέφτες και λογοπαίγνια να αποφεύγουμε τις βαριές ευθύνες ή να φιμώνουμε τον Τύπο», έγραφε ο Ουμπέρτο Έκο το 1988 με άκρως ειρωνική διάθεση στοβιβλίο του «Πως να διαψεύσετε μια διάψευση και άλλες οδηγίες χρήσεως».Ήταν η φράση με την οποία έκλεινε την επιστολή του ο διευθυντής εφημερίδας, Αλήθειος Φιλαλήθης, ο οποίος διέψευδε τη… διάψευση που προσπαθούσε να κάνει με επιστολή του στην εφημερίδα, ο Σαφήνιος Ψευτίδης, σε δημοσίευμα που τον παρουσίαζε ως «τέρας» που ευθύνεται για τη δολοφονία του… Ιούλιου Καίσαρα, πολλούς αιώνες πίσω.Οι «άριστοι» της κυβέρνησης Μητσοτάκη, σίγουρα έχουν διαβάσει Έκο. Και έχουν ανεβάσει σε άλλο επίπεδο την αντιπαράθεση Φιλαλήθη- Ψευτίδη, αφού διαψεύδουν τις δικές τους διαψεύσεις και τις δικές τους ψευδαισθήσεις.

Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του υπουργού Εθνικής Άμυνας. Ο οποίος τον Δεκέμβριο, μετά από ένα μεγαλοπρεπές άδειασμα από το Μαξίμου, προσπάθησε να μαζέψει τα ασυμμάζευτα και να διαψεύσει διαρροή του δικού του υπουργείου για πάγωμα των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης με την Τουρκία. Ο ίδιος, πριν λίγες ημέρες σε μια κομματική… κοπή βασιλόπιτας στην Καβάλα (ο πλέον κατάλληλος χώρος) περιέγραψε λεπτό προς λεπτό τις συνομιλίες «ψυχραιμίας» που είχε με τον πρωθυπουργό κατά τις κρίσιμες ώρες της διέλευσης του τουρκικού Oruc Reis από την ελληνική υφαλοκρηπίδα, διαψεύδοντας το αφήγημα της Αθήνας ότι το πλοίο παρασύρθηκε από τον άνεμο, τα μποφόρκαι τα κύματα. Όπως είπε ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, «από αργά το βράδυ της Πέμπτης είχα την πληροφορία ότι κινείται προς την ελληνική υφαλοκρηπίδα, και αποφασίσαμε να παρακολουθήσουμε την κίνησή του». Και στη συνέχεια ο υπουργός το «τερμάτισε».



Αφού επί 24 ώρες η κυβέρνηση δεν έδινε καμία απάντηση στις αιτιάσεις Ερντογάν ότι η Αθήνα δεν προχώρησε φέτος σε καμία εκδήλωση μνήμης στην επέτειο των Ιμίων διότι της το ζήτησε η Άγκυρα, ανέλαβε ο Νίκος Παναγιωτόπουλος – σε συνομιλία «εκτός αέρα» με δημοσιογράφο – να διαψεύσει κατ’ αρχάς τον τούρκο πρόεδρο και στην συνέχεια να διαψεύσει και τον εαυτό του. Μόνο που ο εν λόγω δημοσιογράφος διαψεύδει τη διάψευση του υπουργού, λέγοντας χαρακτηριστικά: «επειδή πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό εθνικό ζήτημα δεν θα θέλαμε να εκθέσουμε περαιτέρω τον Υπουργό ούτε να παραθέσουμε περισσότερα στοιχεία για το ακριβές περιεχόμενο της συνομιλίας μαζί του. Στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεση μας, τα οποία αν θεωρήσουμε αναγκαίο και απαραίτητο θα τα δημοσιοποιήσουμε».

Βέβαια τις αιτιάσεις Ερντογάν για τα Ίμια διαψεύδει και ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας, ο οποίος όμως αφήνει αιχμές κατά του υπουργού Άμυνας, παραδεχόμενος ότι η κυβέρνηση των «αρίστων» δεν αρίστευσε στην επικοινωνία με το Oruc Reis.Η κυβέρνηση λοιπόν, διαψεύδει τις δικές της διαψεύσεις, και ζει το «μύθο» της στις δικές της ψευδαισθήσεις. Αλλά η κοινωνία και οι πολίτες δεν μπορούν να διαψεύσουν τις δικές τους… διαψεύσεις για ένα καλύτερο αύριο. Τους τάζουν «εθνικά μεγαλεία» και πλουσιοπάροχα φαγοπότια από την εκμετάλλευση σε ΑΟΖ και «θαλάσσια οικόπεδα», αλλά το μόνο που βλέπουν είναι η δική τους εκμετάλλευση με τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, τη φτώχεια και την αβεβαιότητα. Τους υπόσχονται «εθνική υπερηφάνεια» ζητώντας υψηλό φρόνημα για τα «κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας», αλλά όταν η συζήτηση πάει στα κυριαρχικά δικαιώματα των εργαζομένων, σφυρίζουν αδιάφορα (χαρακτηριστική η αρνητική στάση της ΝΔ στην πρόταση νόμου του ΣΥΡΙΖΑ για αύξηση του κατώτατου μισθού). Τους υπόσχονται «εθνική καθαρότητα», και προστασία (;) από τους πρόσφυγες και μετανάστες που «θα αλλοιώσουν τον πολιτισμό μας», «κανακεύοντας» τα τάγματα εφόδου και τους έξαλλους υπερπατριώτες ρατσιστές,αλλά δεν μπορούν να προστατεύσουν το δημόσιο σύστημα Υγείας. Για το λόγο αυτό, σκέφτονται να παραχωρήσουν δημόσια νοσοκομεία σε ασφαλιστικές εταιρείες, ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα, και σε μεγαλογιατρούς. Άλλη μια κολεγιά για την «κυβέρνηση των άριστων». Η οποία έχει εμπεδώσει τον Ουμπέρτο Έκο, αλλά (κάνει πως) αγνοεί την περίφημη ρήση του βρετανούλογοτέχνη, Σάμιουελ Τζόνσον, ο οποίος έγραφε ότι«οπατριωτισμός αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο των καθαρμάτων». Αυτών δηλαδή που συγχέουν τον πατριωτισμό με τον εθνικισμό.