«Πάει πια! Έπειτ΄ από όσα γίνανε, δεν υπάρχει γιατρειά. Το καταστρέψανε το κορίτσι. Πρώτα η αστυνομία κι έπειτα Η ΕΦΗΜΕΡΙΣ. ΚΙ όταν χάσει το ενδιαφέρον της Η ΕΦΗΜΕΡΙΣ, θα την αποτελειώσει η κοινή γνώμη». […]«Και μόνο εκείνη τη στιγμή, η Κατερίνα έβγαλε από την τσάντα της τα δυο φύλλα ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ, και τους ρώτησε αν το Κράτος – έτσι ακριβώς τι διατύπωσε – μπορεί να κάνει τίποτα για να την προστατέψει απ’ αυτή τη λάσπη, και να της αποκαταστήσει τη χαμένη αξιοπρέπειά της».Σχεδόν 5 δεκαετίες από τότε που ο γερμανός Χάινριχ Μπελ έγραφε (το 1974) το αριστούργημα «Η χαμένη τιμή της Κατερίνας Μπλουμ, ή Πώς γεννιέται η βία και που μπορεί να οδηγήσει»(Εκδόσεις «γράμματα», 1985) και η Κατερίνα Μπλουμ ακόμη «αναζητεί» απελπισμένα τη χαμένη τιμή της.Στην κοινωνία (του θεάματος) και στα δημοσιογραφικά καταγώγια.

Αψηφώντας τον αντικαπνιστικό νόμο, ανάβει ένα τσιγάρο μέσα στο μπαρ με ναργιλέδες στο Χανάου της Γερμανίας, όταν της πέρασε από το μυαλό τι θα γινόταν αν ήταν μετανάστης μουσουλμάνος, ή ακροαριστερός ο ακροδεξιός που δολοφόνησε 11 αθώους ανθρώπους. Με πόση τοξικότητα θα γέμιζαν την κοινωνία τα ΜΜΕ. Πόσο δηλητήριο θα έχυναν «ειδικοί» στα social media. Πόσες εξαγγελίες για αυστηρότερη αντιτρομοκρατική νομοθεσία, και πόσα «je suis…θα ακούγαμε.



Αψηφώντας πάλι τον αντικαπνιστικό νόμο, ανάβει και δεύτερο τσιγάρο, διαβάζοντας από το smartphone την άθλια και τραγική ιστορία του βρέφους από τη Συρία, στην Ελλάδα. Αψηφά τους θαμώνες που την κοιτάζουν περίεργα και απειλητικά και τραβά επιδεικτικά μια γερή ρουφηξιά μαθαίνοντας τον «χορό» που έστησαν ρατσιστές, φασίστες, «επιστήμονες»δημοσιογράφοι και τηλεπερσόνεςγύρω από το πτώμα του άτυχου μωρού και γύρω από το βωμό όπου θυσίασαν χωρίς δεύτερη σκέψη την τιμή και την υπόληψη των γονιών του (μόνο και μόνο επειδή είναι ξένοι), αλλά και κάθε έννοια δημοσιογραφικής δεοντολογίας, επειδή η ξενοφοβία και μισανθρωπία πουλάνε, και φέρνουν ακροαματικότητες, θεαματικότητες, λάικ, κλίκ, λεφτά και «αέρα» στα άρρωστα μυαλά…

Κιτρινισμός, σοβαροφάνεια, ύφος χιλίων καρδιναλίων, καμία διασταύρωση, επιστημοσύνη, κοινοτοπίες, στερεότυπα, και «ευαισθησίες από τα λιντλ». Click bate (προσέλκυση επισκεπτών µε εντυπωσιακό τίτλο), copy paste (αντιγραφή), fake news. Ενημέρωση με το «κιλό». «Κοιτάξτε εδώ, 20 κιλά βιβλία, μόνο με λίγα ευρώ», όπως διαλαλούσε κι ένας τηλεβιβλιοπώλης. Και άποψη για όλα: από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την κλιματική αλλαγή, μέχρι τους προστατευόμενους μάρτυρες στην προανακριτική επιτροπή, τον κορονοϊό και την ταλαιπωρία των πολιτών από την «αδικαιολόγητηαπεργία των συνδικάτων. «Πληροφόρηση]που πρέπει να συμπυκνωθεί, να δοθεί σαν «χαπάκι», όπως έγραφε ο Ζακ Ελλύλ, στο «Πληροφόρηση και Προπαγάνδα»το 1957. «Αλλά τότε, είναι στ’ αλήθεια πληροφόρηση; Πληροφόρηση – χαπάκι πρέπει να παρουσιαστεί με μια ευχάριστη και ελκυστική μορφή, που θα δίνει στον κουρασμένο σημερινό ακροατή την αίσθηση ότι με δυο λόγια έχει πάρει το "ζουμί"της πληροφορίας. Αλλά για να γίνει αυτό, η πληροφόρηση πρέπει να παρουσιαστεί με ‘εύπεπτο’ τρόπο, που δεν θα "κουράζει"τον ήδη κουρασμένο ακροατή», έγραφε χαρακτηριστικά. Η Κατερίνα σκέφτηκε τι θα γράφει άραγε ο Ελλύλ αν ζούσε σήμερα. Ανάβει και τρίτο τσιγάρο, παραβιάζοντας συνειδητά τον αντικαπνιστικό νόμο και χαμογελά με το ζόρι, διαβάζοντας το κάζο που έπαθαν κάποια sites, τα οποία την πάτησαν με ένα δρώμενο που πραγματοποίησε μια θεατρική ομάδα σε καφετέρια της Ζακύνθου, την Τσικνοπέμπτη, παρουσιάζοντας ως είδηση ένα τρολάρισμα του αντικαπνιστικού νόμου. Αλλά το μάτι της, πέφτει ξανά σε ένα απόσπασμα από το βιβλίο που έγραψε ο Χάινριχ Μπελ για την περιπέτειά της, το 1974.

«Στο σημείο αυτό διέκοψαν την κατάθεση της Βόλτερσχαϊμ, για να την πληροφορήσουν πως η ποινική δίωξη κάποιων, αναμφιβόλως επιλήψιμων μορφών δημοσιογραφίας δεν είναι αρμοδιότητα ούτε του εισαγγελέως ούτε της αστυνομίας. Η ελευθερία του Τύπου δεν είναι παίξε γέλασε, και να είναι βέβαιη, πως, αν η Κατερίνα τους μηνύσει, η δικαιοσύνη θα κάνει το καθήκον της, κι αν προκύψουν στοιχεία, θ’ ασκηθεί δίωξη κατ΄αγνώστων για παράνομη πληροφόρηση. Τότε ο νεαρός εισαγγελέας, ο δόκτωρ Κόρτεν, ξεσπάθωσε παθιασμένα υπέρ της ελευθεροτυπίας και του δημοσιογραφικού απορρήτου, και τόνισε πως όποιος προσέχει τις παρέες του, δε δίνει αφορμή στον Τύπο να τον σχολιάσει».