Θα μπορούσαμε να γράφουμε με τις ώρες για τις παλινωδίες και την ανακολουθία της Κυβέρνησης στην διαχείριση του προσφυγικού πού έφερε την κατάσταση εκτός ελέγχου με ΜΑΤ, δακρυγόνα και ξύλο σε Λέσβο και Χίο. Για την κατάργηση και την επανασύσταση του υπουργείου μεταναστευτικής πολιτικής. Για όσα έλεγε ο πρωθυπουργός το 2016 και όσα κάνει σήμερα. Για το απότοκο της προεκλογικής σύγκρουσης «σαμαρικών» και «καραμανλικών» στα πρόσωπα, της λογικής πρώην περιφερειάρχη Βορείου Αιγαίου κ. Καλογήρου και του νυν ανεκδιήγητου κ.Μουντζούρη.


Για την εξαφάνιση του Λέσβιου πρώην Υπουργού Δικαιοσύνης κ. Χαράλαμπου Αθανασίου που είχε βάλει το χεράκι του, για το βαθμό συνεργασίας Μηταράκη, Κουμουτσάκου και μίας ακόμα σειράς ζητημάτων που και μόνο η επιγραμματική αναφορά τους ζαλίζει. Και αφήνω έξω τους χειρισμούς της προπερασμένηςνύχτας με πλοία που κλείνουν τα ραντάρ τους, αστυνομικούς διευθυντές που παίρνουν αναρρωτικές άδειες, δακρυγόνα, εμπλοκή του στρατού και άλλα τραγικά και επικίνδυνα.
Και οι αναφορές αυτές μοιραία ταυτίζονταιμε την ρητορική της αντιπολίτευσης η οποία προφανώς «αισθάνεται» μία πικρή δικαίωση για όσα άκουσε και υπέστη στα 4 χρόνια της δικής της διακυβέρνησης σε σχέση με όσα γίνονται σήμερα.
Το ζήτημα όμως δεν είναι ποιος αισθάνεται στριμωγμένος και ποιος δικαιωμένος αλλά τι θα γίνει με το θέμα άμεσα, χθες…


Για την ακρίβεια να δούμε το σήμερα και το αύριο χωρίς ιδεολογικά φίλτρα, σχεδόν χωρίς συναισθηματισμούς, τετράγωνα και λογικά. Δεδομένης της πίεσης της ελληνικής κυβέρνησης και της άρνησης των τοπικών κοινωνιών (σε όλη τη χώρα) για πολιτικές ενσωμάτωσης πρέπει να δούμε τα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί. Και εδώ που φτάσαμε για την κυβέρνηση είναι μονόδρομος να υλοποιήσει με ταχύτητα το σχέδιο της παρά τις αντιδράσεις.
Να ξεπεράσει δηλαδή το σπιράλ των της αντιπαράθεσης για να μη πάθει ότιπριν μία δεκαετία στην Κερατέα η τότε κυβέρνηση.


Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση θα χρεωθεί το πολιτικό κόστος των ενεργειών της που για να υλοποιηθούν προϋποθέτουν αυταρχισμό και αναλγησία όπως βλέπουμε να συμβαίνει το τελευταίο 48ωρο στα δύο νησιά. Χωρίς να είναι μάλιστα βέβαιη ότι τα κέντρα (λόγω χωρητικότητας επί παραδείγματι) θα λύσουν το πρόβλημα. Όμως στη δημόσια διοίκηση είναι προτιμότερο να πάρεις το κόστος και να υλοποιήσεις μία μέτρια ή κακή λύση παρά να εξαντληθείς στην υπαναχώρηση και την αναβολή.

Ακόμα βέβαιακαι σε περίπτωση που η κυβέρνηση μπορέσει να κρατήσει την σταθερή γραμμή,το πώς θα υλοποιήσει τα δύο τεχνικά έργα των κλειστών κέντρωνέχοντας, μπροστά της άνοιξηκαι μπουνάτσα στο Αιγαίο,απέναντί της την τοπική αυτοδιοίκηση και κοινωνία είναι ζήτημα. Όπως και τοπως θα λειτουργήσει τα κέντρα στη συνέχεια, μετά τις πληγές που έχουν ανοίξει.Όλα τα παραπάνω είναι μία δυσεπίλυτη εξίσωση που δείχνειεγκλωβισμό και κυρίως μονιμοποίηση της κατάστασης στα ελληνικά νησιά.