Παρασκευή και 13 Μαρτίου αναλαμβάνει καθήκοντα προέδρου της Δημοκρατίας η δικαστικός κ.Αικατερίνη Σακελλαροπούλου ήΚατερίνα Σακελλαροπούλου όπως η ίδια δήλωσε πως επιθυμεί να αναγραφεί το όνομα της, στις προσκλήσεις της Βουλής των Ελλήνων για την ορκωμοσία της.
Δεν γνωρίζουμε αν η ίδια είναι προληπτική ούτε στεκόμαστε στις ημερομηνίες και τις προκαταλήψεις. Έχουμε ούτως ή άλλως σοβαρότερα και πραγματικά προβλήματα.
Η κ. Σακελλαροπούλου λοιπόν, που θα ακολουθήσει κατά γράμμα το πρωτόκολλοαπό τον Θρησκευτικό όρκο μέχρι το πρώτο εθιμοτυπικό ταξίδι στην Κύπρο με το νέο της πολιτειακό και θεσμικό ρόλο, έχει μπροστά της μία τεράστια πρόκληση.
Να μετατρέψει τη συμπάθειά που έδειξε στο πρόσωπό της ο ελληνικός λαός σε εμπιστοσύνη.


Γιατί η εμπιστοσύνη και η ασφάλεια είναι το μεγάλο ζητούμενο για τους πολίτες τον τελευταίο μήνα και διαφαίνεται πως δεν πρόκειται για κάτι επίκαιρο σε σχέση με τις εξελίξεις στα μεγάλα μέτωπα.
Εκτιμήθηκε το γεγονός ότι είναι γυναίκα με μία εναλλακτική (περιβαλλοντίστρια, φιλόμουση, φιλόζωη) και προοοδευτική ζωή παράλληλα με μία σπουδαίακαριέρα στο σκληρό δικαστικό σώμα αλλά και στο ακαδημαϊκό πεδίο.
Αλλά κυρίως εκτιμήθηκε ότι προτάθηκε τόσο από τη κυβέρνηση και τον Κυριάκο Μητσοτάκη για Πρόεδρος της Δημοκρατίας όσο και από τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα για επικεφαλής του Συμβουλίου της Επικρατείας πρωτύτερα.
Όμως η κυρία Σακελλαροπούλου τις οποίας η επιλογή έγινε στα τέλη του 2019 από τον Πρωθυπουργό και επικυρώθηκε στις αρχές του νέου έτους έχει πλέον να αντιμετωπίσει διαφορετικά δεδομένα.


Η Ελλάδα του Ιανουαρίου με την Ελλάδα του Μαρτίου είναι δύο «διαφορετικές χώρες»και αυτό δεν αποτελεί υπερβολή. Την περίοδο που ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε την επιλογή Σακελλαροπούλου δεν υπήρχαν δύο βασικά νέα δεδομένα.
Η άνευ προηγουμένου έξαρση του προσφυγικού μεταναστευτικού που εκφράστηκε αρχικά με «εμφύλιο» αστυνομίας νησιωτών και μετά με την υποκινούμενη από τον Ερντογάν απόπειρα εισβολής στα σύνορα, αλλά και το κορονοϊό που τρομάζει την παγκόσμια κοινότητα και την Ελληνική κοινωνία και κυρίως υπονομεύει την εύθραυστη Ελληνική οικονομία.
Για όσα γίνονται στα σύνορα, δεν είναι μόνο η σφράγιση τους, η άμυνα που «παίζουμε» και η επικείμενη κλιμάκωση του προβλήματος το επόμενο διάστημα στο Αιγαίο. Είναι και τα τάγματα εφόδου και η αντιποίηση αρχής από κάποιους, με τον φασισμό ναξαναβρίσκει έδαφος και να σηκώνει κεφάλι. Αρκεί κάποιος να ρίξει μία ματιά στα social media για να πειστεί ότι παράλληλαμε τον αυτονόητο για κάποιους από εμάς πατριωτισμό ξαναφυτρώνει η πατριδοκαπηλία.


Όσο για τον κορονοϊό, και πριν από αυτόν, τα στοιχεία της εκτέλεσης του προϋπολογισμού για τον Ιανουάριο του 2020 δεν ήταν θετικά, παρά το γεγονός ότι τα μέσα ενημέρωσης ελάχιστα ασχολήθηκαν με αυτό ενώ και η κατανάλωση βαίνει μειούμενη. Με τον κορονοϊό να κλείνει σχολεία, να ακυρώνει εκδηλώσεις, συνέδριακαι κυρίως διακοπές τουριστών η Ελλάδα θα έχει πρόβλημα.


Φαντάζομαι κατανοείτε γιατί δεν αναφέρομαι στον κορονοϊόωςαπειλή για την ανθρώπινη ζωή από τη στιγμή που ζωσε μία χώρα που η γρίπη έχει σκοτώσει 80 ανθρώπους από τον Οκτώβριο έως σήμερα και ουδείς ασχολήθηκε μαζί τους ή με τις οικογένειές τους. Καμία ιστοσελίδα ή κανάλι δεν αναφέρθηκε σε αυτούς ατομικά ως πρώτο δεύτερο, έκτο έβδομο, κρούσμα ή θύμα κλπ.
Ελλάδα λοιπόν με κλειστά σύνορα και πιθανώς κλειστά σχολεία σίγουρα δεν φαντάζονταν τόσο ο κύριος Μητσοτάκης όσο και η κ. Σακελλαροπούλου όταν έκαναν την πρώτη τους συνάντηση στο σπίτι του στο Λυκαβηττό.
Στην πραγματικότητα αυτά τα δύο νέα δεδομένα κάνουν έστω προσωρινά (ελπίζουμε) την Ελλάδα μία χώρα διαφορετικών απαιτήσεων.Βέβαια αρκετοί συνοδοιπόροι του πρωθυπουργούκυρίως από τα δεξιά επισήμαιναν τις αντιρρήσεις τους για το προφίλ που πρέπει να έχει ο/η διάδοχος του κ. Προκόπη Παυλόπουλου σε σχέση με τα τότε δεδομένα.
Στο χέρι της νέας προέδρου είναι να αποδείξει όχι μόνο ότι μπορεί να είναι πρόεδρος όλων των Ελλήνων με γνώμονα την συμπάθεια αλλά και πρόεδρος που θα ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών, χωρίς υποτονικότητα ή ακρότητες. Η ίδια το αξίζει, η χώρα το απαιτεί.