«Ήθελα να θυμίσω σε όσους μπορεί να το διαβάσουν ότι διαστρέφουμε την ίδια την έννοια του ορθού λόγου όταν εξευτελίζουμε την ανθρώπινη ζωή, ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια προσβάλλεται κάθε μέρα από τους ισχυρούς αυτού του κόσμου, ότι το παγκόσμιο ψέμα έχει αντικαταστήσει τις περισσότερες (και διαφορετικές) αλήθειες (που βιώνουν οι πολίτες στην καθημερινή τους ζωή), ότι ο άνθρωπος σταματάει να σέβεται τον ίδιο του τον εαυτό, όταν χάνει το σεβασμό των συνανθρώπων του. […]

Και είναι ακριβώς η στιγμή που ο άνθρωπος εγκλωβιζόμενος στον τεχνητό κόσμο των κίβδηλων και εφήμερων ιδανικών της λάμψης του ατομικού κέρδους και της ασφάλειας των βεβαιοτήτων που οι πολιτικά και οικονομικά κυρίαρχοι προβάλλουν ως μοναδική αλήθεια χάνει την εικόνα του άλλου ανθρώπου και οδηγείται στο σκοτάδι της τύφλωσης».

Τα λόγια από την ομιλία του Ζοζέ Σαραμάγκου, στην ομιλία του για την απονομή του βραβείου Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1998 για το «Περί τυφλότητας» – ένα βιβλίο που μιλά για μια περίεργη και επικίνδυνη επιδημία, όπουοι άνθρωποι χάνουν το φως τους και μεταφέρονται σ’ ένα εγκαταλελειμμένο νοσοκομείο με εντολή της κυβέρνησης, ενώ τα κρούσματα συνεχίζουν διαρκώς να αυξάνονται – ήρθαν στο νου, διαβάζοντας στο διαδίκτυο όλη αυτή τη φασαρία από το διαδικτυακό κάλεσμανα βγουν οι άνθρωποι στα μπαλκόνια του σπιτιού τους και να χειροκροτήσουν. Δεν γνωρίζουμε ποιοι ήταν οι εμπνευστές αυτής της απολιτίκ αντίδρασης, που υπό άλλες συνθήκες δεν θα άξιζε κάτι παραπάνω από μια «καλή θέση» στα τηλεοπτικά «πρωϊνάδικα» και «μεσημεριανάδικα».

Αλλά επειδή μιλάμε για τηνπολύ σοβαρή και πρωτόγνωρη κατάσταση την οποία βιώνουμε τα τελευταία 24ωρα στη χώρα μας, πρέπει όλοι – και κυρίως αυτοί που βγήκαν στομπαλκόνι τους – να θέσουν ορισμένες ερωτήσεις στον εαυτό τους και να ψάξουν πολύ προσεκτικά για τις απαντήσεις. Οιήρωες του δημόσιου συστήματος υγείας – γιατροί, νοσηλευτικό προσωπικό και εργαζόμενοι – έχουν ανάγκη το χειροκρότημα από το μπαλκόνι μας; Ή την έμπρακτη συμπαράστασή μας όταν διαδηλώνουν για αξιοπρεπείς μισθούς και συνθήκες εργασίας;«Μα πρόκειται για μια μικρή ηθική αναγνώριση για το έργο και την προσφορά των εργαζομένων στο χώρο της Υγείας», ακούγεται ήδη ο αντίλογος.

Διαβάστε: Κορονοϊός νοσηλευτής: Δεν θέλω χειροκρότημα, θέλω να παραμείνετε στα μπαλκόνια σας



Είμαστε σίγουροι ότι όλοι οι εμπνευστές αυτής της κίνησης από τη Μαρέβα Μητσοτάκη, μέχρι τον ένοικο ενός μικρού διαμερίσματος στην Πατησίων, είχαν τα ίδια ακριβώς κίνητρα;Τι ακριβώς έπρεπε να χειροκροτήσουμε το βράδυ της Κυριακής; Τους αφανείς ήρωες, ή μήπως την προπαγάνδα περί «εθνικής ομοψυχίας» που εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στην ατομική ευθύνη του πολίτη (για μέτρα αυτοπροστασίας, τήρηση κανόνων υγιεινής κτλ),αλλά «αλλάζει δρόμο» λες και συνάντησεάνθρωπο που βήχει, όταν η κουβέντα φτάνει στα προβλήματα της δημόσιας Υγείας, στις ευρωπαϊκές ντιρεκτίβες, και στα ερωτήματα «γιατί δεν είμαστε έτοιμοι» ακόμη και στις πλούσιες και προηγμένες τεχνολογικά δυτικές δημοκρατίες;

Να αρχίσουμε τις ουρανομήκεις κραυγές, τα «λάικ», τις «καρδούλες»και τα «ουάου» για τις τραγικές ελλείψεις – σε προσωπικό, γιατρούς, ΜΕΘ και κάθε είδους υλικοτεχνική υποδομή – του συστήματος Υγείας, που ήταν γνωστές πριν από την εμφάνιση του κρονοϊού; Μήπως έπρεπε να χειροκροτήσουμε τις ιδιωτικοποιήσεις, τις περίφημες συμπράξεις Δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, και το περίφημο «χέρι των αγορών» που ρυθμίζει τα πάντα σύμφωνα με τα συμφέροντα των «αφεντικών»; Να χειροκροτήσουμε άραγε τις περικοπές στο χώρο της Δημόσιας Υγείας, στα χρόνια του μνημονίου, και όχι μόνο; Τα σοβαρά χτυπήματα στα δικαιώματα όλων των πολιτών, γιατρών και ασθενών; Τις αξιολογήσεις των εργαζομένων με ποσοστώσεις σε «αρίστους, μετρίους και κακούς»;

Να χειροκροτήσουμε το «θαύμα» ότι θιασώτες και απολογητές του σκληρού νεοφιλελευθερισμού «είδαν το φως το αληθινό» αναγνωρίζοντας ότι μόνο ένα ισχυρό και αποτελεσματικό Δημόσιο Σύστημα Υγείας μπορεί να τα βάλει κάθε φορά με το «θηρίο» και να το νικήσει; Να αρχίσουμε ξανά τα «λάϊκ» και τα «ουάου», βλέποντας ότι με τόση«ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» και με τόση… «παγκοσμιοποίηση», δεν υπάρχει ουσιαστικά κανένας διεθνής συντονισμός – πέρα από την καταγραφή θυμάτων και κρουσμάτων – και η κάθε χώρα ασχολείται με το πως θα λύσει το πρόβλημα από μόνη της, προσπαθώντας να κρατήσει τις όποιες πολιτικές, κοινωνικές και κυρίως οικονομικές ισορροπίες;

Πόσες «καρδούλες« σηκώνει το μπαράζ παρεμβάσεων μόνο υπέρ των επιχειρήσεων από την κυβέρνηση των «αρίστων» που δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να φορτώσει τις οικονομικές συνέπειες από την εξάπλωση του κορονοϊού, πάνω στις πλάτες των εργαζομένων; Να στηριχθεί η επιχείρηση. Ο εργαζόμενος όμως που βρέθηκε από την μια στιγμή στην άλλη, χωρίς δουλειά και μεροκάματο;



«Ναι, αλλά ακόμη κι έτσι, βλέπουμε ότι όλες οι κυβερνήσεις βρίσκονται επί ποδός. Υπάρχει μια κοινή αγωνία για την πορεία της πανδημίας», ακούγεται ξανά ο αντίλογος. Από αγωνία, άλλο τίποτα. Οιίδιες ελίτπου έκαναν ότι περνούσε από το χέρι τους για να υποβαθμίσουν ή και να διαλύσουν τη δημόσια Υγεία στις χώρες τους στην Ευρώπη και αλλού, στηρίζοντας ιδιωτικές επιχειρήσεις, ιδιωτικούς ομίλους και φαρμακοβιομηχανίες σε βάρος των λαών, τώρα κλείνουν τα σύνορα ανάμεσα στις χώρες.Ωραία μαθήματα ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.

Η ΕΕ και η ατμομηχανή της, η Γερμανία (όπως αρνούνται κάθε ουσιαστική βοήθεια στην Ελλάδα για το προσφυγικό), αρνούνται κάθε βοήθεια και προς την Ιταλία, η οποία με την πανδημία του κορονοϊού βιώνει τη χειρότερη κρίση της από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Με τους υπεύθυνους της ιταλικής περιφέρειας της Λομβαρδίας να ζητούν βοήθεια από την Κούβα, την Κίνακαι τη Βενεζουέλα. Μήπως τελικά, την επόμενη φορά μας ζητήσουν – ξεκάθαρα – να βγούμε στο μπαλκόνι μας να ρίξουμε ένα γερό χειροκρότημα για τον ίδιο τον καπιταλισμό και τους εκπροσώπους του; Οι οποίοι εκπρόσωποι,αντί για το περίφημο «σχοινί», σε αυτή τη φάση μας πουλάνε αντισηπτικά, μάσκες και μαντηλάκια, σε τιμές που θυμίζουν μαύροχαβιάρι…

Πολλές οι ερωτήσεις, σαν και αυτές πουέθεταν και οι πρωταγωνιστές στο βιβλίο «Περί Τυφλότητας», του ΖοζέΖοζέ Σαραμάγκου. Οι οποίοι, μόλις ξεπέρασαν το φόβο και το αρχικό σοκ, άρχισαν να δίνουν και τις κατάλληλες απαντήσεις.«Γιατί τυφλωθήκαμε, Δεν ξέρω, ίσως μια μέρα να καταφέρουμε να μάθουμε το λόγο. Θέλεις να σου πω αυτό που νομίζω, Λέγε,Νομίζω ότι δεν τυφλωθήκαμε, νομίζω ότι είμαστε τυφλοί. Τυφλοί άνθρωποι που μπορούν να δουν. Τυφλοί άνθρωποι που μπορούν να δουν, αλλά δε βλέπουν».