Κάποιος φίλος του είπε στον κ. Κ. ότι η υγεία του βελτιώθηκε αφότου το φθινόπωρο, μάζεψε μόνος του τα κεράσια μιας μεγάλης κερασιάς. Σκαρφάλωσε ως τα πιο ψηλά κλαριά και οι περίπλοκες κινήσεις που έκανε για να φτάσει τα κεράσια γύρω του και πάνω από το κεφάλι του, φαίνεται, λέει, πως του έκαναν καλό. Και τα κεράσια; Τα φάγατε; ρώτησε ο κ. Κ., κι όταν ο φίλος του απάντησε καταφατικά είπε: Τέτοιες σωματικές ασκήσεις θα τις έκανα κι εγώ»

Και πολλοί από εμάς θα κάναμε – αν είχαμε τη δυνατότητα- ασκήσεις σαν κι αυτή που περιγράφει ο Μπέρτολτ Μπρεχτ στις «Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ» ( «Ο κ. Κ. και οι σωματικές ασκήσεις του κ. Κόυνερ», το συγκεκριμένο κεφάλαιο), προκειμένου να ξεπεράσουμε το φλερτμε την κατάθλιψη, την αβεβαιότητα, τις κρίσεις άγχους και πανικού που επιφυλάσσει το «Μένουμε Σπίτι». Από τις «Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ», στα «κεράσια» από τις «Ιστορίες του κυρίου Μητσοτάκη», μια πανδημία δρόμος.

Ένας δρόμος στον οποίο, μετά την απαγόρευση κυκλοφορίας και το lockdown, κρατάμε ακόμη μικρότερο καλάθι, επειδή ακούσαμε για «πολλά κεράσια», από ανθρώπους σαν τον φίλο του κ. Κ, που παραμένουν ίδιοι στο πέρασμα των αιώνων. Και είτε ανακαλύπτουν ξαφνικά την «Αμερική»μετακυλίοντας συνεχώς τις ευθύνες στους άλλους αφού έχουν φάει μόνοι τους όλα τα κεράσια, είτε παίρνουν σβάρνα τα ράφια του supermarket και δεν αφήνουν ούτε ένα αντισηπτικό για τον επόμενο άνθρωπο.



Ασφαλώς και είναι απαραίτητα τα μέτρα προφύλαξης. Ασφαλώς και πρέπει να επιδείξουμε προσοχή και ατομική ευθύνη για το καλό του συνόλου, όσο οξύμωρο και αν ακούγεται μια τέτοια προτροπή από ένα σύστημα που εκπαιδεύει πολίτες – «πελάτες» να είναι υποδείγματα του ατομισμού. Ωστόσο, αυτάδεν αρκούν. Ο αγώνας για τη ζωή στον 21ο αιώνα, απαιτεί μόνιμο ιατρικό και υγειονομικό προσωπικό, πλήρη εξοπλισμό του Δημόσιου συστήματος υγείας, και επιτάξεις μονάδων και προσωπικού του ιδιωτικού τομέα, όχι αστυνομοκρατία. Απαιτεί να υπάρχουν οι κατάλληλες υπηρεσίες στη δημόσια υγεία, ώστε τα κρούσματα να εντοπίζονται, να απομονώνονται και να ιχνηλατούνται οι επαφές τους, για να «σπάσει» η αλυσίδα της μετάδοσης, κι όχι να κλειδώνονται οι άνθρωποι στα σπίτια τους – όπως προειδοποιεί πλέον ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας- επειδή δεν υπάρχουν τεστ για όλους.

Η Πολιτεία άραγε δεν το γνωρίζει αυτό; Δεν γνωρίζει ότι ιδιωτικές κλινικές και τους ιδιώτες γιατροί μοσχοπουλάνε τα τεστ και θησαυρίζουν εκμεταλλευόμενοι την αγωνία του κόσμου για την υγεία του; Τι περιμένει, λοιπόν, και δεν επιτάσσει τα αποθέματα των ιδιωτών για να καλύψει τα κενά;

Ο αγώνας για τη ζωή στον 21ο αιώνα, απαιτείπροσλήψεις γιατρών και άνοιγμα νέων κλινών σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας και όχι μόνο sms, αστυνομικά μπλόκα, ελικόπτερα και drones. Απαιτείμέτρα για τους εργαζόμενους, και όχι μόνο για τις επιχειρήσεις. Γιατί ηκρίση του κορονοϊού, πέρα από τη γύμνια του δημόσιου συστήματος υγείας, έφερε στην επιφάνεια και τη γύμνια της «επιστροφής στην κανονικότητα», με ντε φάκτο μείωση ή ακόμα και αναστολή πληρωμών των μισθών, περαιτέρω ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και απολύσεις.

«Τρώγε το φαΐ σου, αγάπα το κελί σου και διάβαζε πολύ», λέγανε κάποτε οι παλιοί κομμουνιστές στις φυλακές και στις εξορίες. Και κάτι παραπάνω ήξεραν. Κρατώντας μικρό καλάθι, αγαπάμε το «κελί», διαβάζουμε πολύ, και τρώμε το φαΐ(όταν και όπου υπάρχει, γιατί δεν είναι δεδομένο). Όχι όμως αμάσητο, ειδικά αυτό που μας σερβίρουν με ευκολία τα ΜΜΕ, στο βωμό της επικοινωνιακής διαχείρισης και των εντυπώσεων.

«Ρώτησαν τον κ. Κ.: Τι φτιάχνετε τώρα; Ο κ. Κ. αποκρίθηκε: Κουράζομαι πάρα πολύ, ετοιμάζω το επόμενο λάθος μου», έγραφε ο Μπρεχτ στις «Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ». Ελπίζουμε όσοι παίρνουν τις αποφάσεις, να μην κουράζονται πολύ ετοιμάζοντας το επόμενο λάθος τους. Γιατί σε αυτή την περίπτωση, θα το πληρώσουμε όλοι μας, πολύ ακριβά.