Θα είμαι ειλικρινής. Η σύνδεση των αγγλικών με τη νηπιακή ηλικία στο μυαλό μου έχει να κάνει με το καλό marketing. Και εξηγούμαι. Όταν έψαχνα παιδικό σταθμό για το παιδί μου είχα επισκεφθεί αρκετούς σταθμούς προκειμένου να αξιολογήσω το παιδαγωγικό πρόγραμμα και να αποφασίσω ποιον θα επιλέξω.

Θυμάμαι τότε λοιπόν, σε κουβέντα με τους υπόλοιπους γονείς να μιλάμε για τη μεγάλη διαφορά που είχαν τα ιδιωτικά σχολεία που προσέφεραν κι αγγλικά και γερμανικά και της «Παναγιάς τα μάτια» για να πετύχουν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, να πουλήσουν δηλαδή, ενώ την ίδια εποχή τα δημόσια φάνταζαν σαν τους «φτωχούς συγγενείς», που σε τελική ανάλυση παρείχαν μια φύλαξη.

Ωστόσο, σχετικά με το τι πραγματικά παρείχαν τα πολλά υποσχόμενα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, κάποιοι υπεύθυνοι Σπουδών -ακόμα και στο προμοτάρισμά τους- ήταν απόλυτα ειλικρινείς: «Μη φανταστείτε, θα μάθουμε λεξούλες, κανένα τραγουδάκι και κάποιες κάρτες»… Αλλά, το παιδί σας θα έχει ξεκινήσει αγγλικά στα 3, στα 4 ή στα 5… Ακούγονταν ελκυστικό και σίγουρα ικανοποιούσε τη γονεϊκή ματαιοδοξία για εκλεκτές παροχές στα τέκνα…

Το θέμα επανήλθε πρόσφατα με την κυβερνητική επιλογή για εισαγωγή των αγγλικών στα νηπιαγωγεία προκαλώντας έντονη αντιπαράθεση πολιτική, επιστημονική, κοινωνική.

Πώς το σκέφτομαι τώρα;  Ότι για τα παιδιά μας δεν πρέπει να μπούμε σε πολιτικές κουβέντες, ούτε καν σε επιστημονικές, για το ποιανού ο επιστήμονας είναι καλύτερος. Εδώ οι επιστήμονες ερίζουν και αλλάζουν γνώμη για τις μάσκες του κορονοϊού, σε αυτό θα ομονοήσουν;

Όμως, πρέπει να υπάρξει μια κοινή λογική με αυτά που ξέρουμε, με αυτά που έχουμε και κυρίως με αυτά που μπορούμε.

Είναι δεδομένο ότι η εποχή μας είναι πολυπολιτισμική και πολυγλωσσική και ότι η έκθεση σε διαφορετικά γλωσσικά ερεθίσματα γίνεται από την κοιλιά της μαμάς.

Βέβαιο είναι επίσης ότι τα σύγχρονα παιδιά είναι πιο κοντά στα μέσα που έχουν ως κώδικα επικοινωνίας τις ξένες γλώσσες και κυρίως τα αγγλικά. Κινητά, τάμπλετ, τηλεόραση είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας των νέων και φυσικά όποιος στις μέρες μας δεν ξέρει την αγγλική γλώσσα (και τους υπολογιστές) θεωρείται απλώς αναλφάβητος.

Φυσικά για να κατανοήσει κανείς την κατάσταση πρέπει να ακούσει και τις δύο πλευρές που ερίζουν: Έτσι, όσοι συντάσσονται με την κυβερνητική επιλογή επικαλούνται αρκετά επιστημονικά επιχειρήματα, όπως ότι όσο νωρίτερα το παιδί έρχεται σε επαφή με την ξένη γλώσσα τόσο πιο αβίαστη, φυσική  και αποτελεσματικότερη είναι η κατάκτησή της και τόσο πιο πολύ οξύνεται η ικανότητα ανταπόκρισης και  αλληλεπίδρασής του με τα βιώματα του περιβάλλοντος γενικότερα.

Επίσης , ότι η η γλωσσική εκμάθηση δεν είναι μια διαδικασία στατική που ξεκινάει σε δεδομένη χρονική στιγμή της ζωής αλλά  μια δυναμική διεργασία που αρχίζει με το ξεκίνημα της  ζωής. Ακόμα ότι τελικά δεν θα υπάρχει σύγκρουση με τη μητρική αφού οι γλώσσες μοιράζονται μια κοινή βάση  ανάπτυξης , με αποτέλεσμα δεξιότητες π.χ  όπως αυτές της επικοινωνίας είτε  να είναι  κοινές είτε να μπορούν να μεταφερθούν από τη μια γλώσσα στην άλλη  μειώνοντας  τον χρόνο που απαιτεί η κατάκτησή τους από το παιδί και  υποβοηθώντας τη λειτουργία της μνήμης.

Τέλος, ότι η επαφή των παιδιών με την αγγλική γλώσσα ανταποκρίνεται στη διαθεματική προσέγγιση της γνώσης,  ενώ βοηθά στην κατανόηση και ανάπτυξη καθολικών αξιών, όπως η αποδοχή της διαφορετικότητας, και στην αποδοχή του γεγονότος ότι υπάρχουν περισσότεροι από ένας τρόποι για την ερμηνεία του κόσμου που μας περιβάλλει .

Εξίσου ισχυρός όμως είναι και ο αντίλογος. Οι εκπαιδευτικοί λοιπόν που αντιδρούν στην κυβερνητική ρύθμιση υποστηρίζουν ότι μεγάλο ποσοστό των νηπίων παρουσιάζει μεγάλες μαθησιακές και άλλες δυσκολίες και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να επιβαρυνθεί και με ξένη γλώσσα.  Επίσης, επισημαίνουν ότι οι απόφοιτοι της αγγλικής φιλολογίας που σύμφωνα με το νομοσχέδιο θα επιφορτιστούν το έργο της εκμάθησης γλώσσας, δεν μπορούν να μπουν σε νηπιακές τάξεις αφού δεν έχουν λάβει τα κατάλληλα γνωστικά εφόδια στις σχολές τους.

Εξάλλου, αμφισβητούν την αναγκαιότητα για εκμάθηση της ξένης γλώσσας από μικρή ηλικία τονίζοντας ότι αν το κριτήριο της μάθησης εδράζοταν στο δόγμα ‘’όσο μικρότερος ξεκινήσεις, τόσο καλύτερα είναι’’, τότε θα έπρεπε να διδάσκουμε τα βρέφη Πυρηνική Φυσική από τη θερμοκοιτίδα.

Επομένως, δεν είναι παιδαγωγικά πρόσφορο και δόκιμο -αιφνιδίως και χωρίς κατάλληλη επιστημονική και επιμορφωτική προετοιμασία- να κληθεί ένας εκπαιδευτικός που διαθέτει συγκεκριμένες σπουδές να διδάξει σε διαφορετική εκπαιδευτική βαθμίδα.

Τέλος, υποστηρίζουν ότι “το πρόγραμμα σπουδών του Νηπιαγωγείου δεν αποτελείται από διακριτά διδακτικά αντικείμενα, αλλά προάγεται η έννοια της διαθεματικότητας και του αναδυόμενου εγγραμματισμού μέσα από κατάλληλες δραστηριότητες. Στόχος των προγραμμάτων είναι η ολόπλευρη ανάπτυξη των παιδιών σωματικά, συναισθηματικά, νοητικά και κοινωνικά , μέσω παιγνιωδών μορφών μάθησης, και όχι με τη «σχολειοποίηση» της γνώσης με διακριτά αντικείμενα μάθησης”.

Πού καταλήγουμε όμως; To be or not to be;

Η γνώμη μου είναι ότι πρέπει να υπάρξει ουσιαστική αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης που να ξεκινάει από «κάτω προς τα πάνω», κοινώς να διαμορφώνεται από τις χαμηλότερες βαθμίδες προς τις υψηλότερες… Επίσης πρέπει να απαλλαγούμε από «δηθενιές» και παγιωμένους παραλογισμούς και να μπούμε επιτέλους στην ουσία: Όλοι γνωρίζουμε σχεδόν διαχρονικά ότι οι Ξένες Γλώσσες και η Πληροφορική στα σχολεία χρησιμοποιούνται ως η βιτρίνα μιας προόδου που δεν έρχεται ποτέ.  Αντιθέτως είναι η ώρα της «λούφας» και της πλάκας και το αποτέλεσμα είναι πενιχρό. Γιατί; Μα προφανώς επειδή θεωρούνται μαθήματα β΄κατηγορίας στο πλαίσιο του σχολείου, ενώ την ίδια ώρα πληρώνουμε πολλά λεφτά στα φροντιστήρια προκειμένου τα παιδιά μας να πάρουν τα πολυπόθητα διπλώματα επάρκειας.

Όμως η πραγματικότητα μας έδειξε τον δρόμο: Η εκπαίδευση -και μιλώ για τη δημόσια εκπαίδευση- είναι επένδυση και πρέπει να γίνει σοβαρή μεταρρύθμιση γιατί το πράγμα χωλαίνει από παντού. Τί σημαίνει αυτό; Ότι πρέπει να εκπονηθεί διακομματικά μια στρατηγική που δεν θα αλλάζει κάθε τρεις και λίγο –γιατί αυτό είναι το μείζον θέμα με την Παιδεία που γίνεται κλωτσοσκούφι των εκάστοτε κυβερνήσεων– η οποία θα συνοδευτεί από μια σειρά προαπαιτούμενων για τα οποία και η τωρινή κυβέρνηση κωφεύει.

Χρειάζεται δηλαδή, μεθοδικός σχεδιασμός με βάση σύγχρονα παιδαγωγικά μοντέλα, τα οποία θα εφαρμόζονται συστηματικά και όχι αποσπασματικά από εξειδικευμένους παιδαγωγούς, σε κατάλληλους χώρους με την κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή, κάτι που σημαίνει αυτομάτως το αυτονόητο: Περισσότερα κονδύλια για την εκπαίδευση. 

Κομβικό ζήτημα και οι προσλήψεις: Και δεν μιλάμε για εμπόριο ελπίδας με προσλήψεις αναπληρωτών αλλά για διορισμούς μόνιμου προσωπικού σε όλες τις βαθμίδες και σε όλες τις ειδικότητες για να ανανεωθεί ηλικιακά το εκπαιδευτικό δυναμικό όπως επίσης παροχή κινήτρων για διαρκή επιμόρφωση των εκπαιδευτικών με εξίσου σύγχρονα πανεπιστημιακά προγράμματα.

Γιατί πώς να το κάνουμε κυρία Κεραμέως το να διδάσκει ένας 55αρης φιλόλογος αγγλικής το «this is an apple» ένα 5αχρονο, μέσα σε ένα ακατάλληλο κτήριο, που ο Θεός να το κάνει νηπιαγωγείο, σε καμία περίπτωση δεν θα θυμίζει Harvard όσο κι αν το ονειρεύεστε…