Συζητήθηκε την περασμένη Παρασκευή 12 Ιουνίου η επίκαιρη ερώτηση, που είχε καταθέσει στις 2 Ιουνίου ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης κ. Αλέξης Τσίπρας προς τον Πρωθυπουργό, με θέμα: «Αποτελεσματική αντιμετώπιση των συνεπειών της υγειονομικής κρίσης στην ελληνική οικονομία», στο πλαίσιο της «Ώρας του Πρωθυπουργού».
Δυστυχώς και για πολλοστή φορά είδαμε κατά τη συζήτηση στη Βουλή μία «μονομαχία» χωρίς αποτέλεσμα, καθώς και οι δύο πλευρές, αφού προέβησαν σε εκτενή παράθεση επιχειρηματολογίας για την υποστήριξη των θέσεών τους, χειροκροτήθηκαν από τα παριστάμενα κομματικά στελέχη τους και αποχώρησαν επαναπαυμένοι ότι έπραξαν το καθήκον τους ….

Οι υπόλοιποι μείναμε με την απορία περί της ουσίας της διαδικασίας και κυρίως περί της δυνατότητας των πολιτικών να αναγνωρίζουν τα προβλήματα προτού μας τα λύσουν…
Από τη μία ο ερωτών κ. Αλέξης Τσίπρας, με αφορμή την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για εμπροσθοβαρή αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, την οποία προκάλεσε η εφαρμογή των μέτρων κατά της πανδημίας, αρκέστηκε στην γνωστή επιχειρηματολογία περί ανάπτυξης επί δικής του διακυβέρνησης που μετατράπηκε σε ύφεση επί Κυβέρνησης ΝΔ, προτείνοντας την εμπροσθοβαρή διανομή των «καρπών από τις θυσίες του Ελληνικού λαού (σ.σ. βλέπε υπερφορολόγηση) που άφησε» η δική του Κυβέρνηση, συνολικού ύψους 37 δισ. €.

Από την άλλη ο απαντών κ. Κ. Μητσοτάκης αρκέστηκε να υπενθυμίσει τη διαφορά των 10 μονάδων του εκλογικού αποτελέσματος του Ιουλίου 2019, το μεγάλο δημοσκοπικό προβάδισμα της ΝΔ, βελτιωμένους χρηματοοικονομικούς δείκτες αυξημένης οικονομικής εμπιστοσύνης, μειωμένους επιτοκιακούς δείκτες δανεισμού επί της διακυβέρνησής του, καταλήγοντας στο συμπέρασμα της «αναπτυξιακής ορμής» που διαθέτει η δική του Κυβέρνηση καθώς η Ελλάδα παρουσίασε το πρώτο τρίμηνο του 2020 μικρότερη ύφεση από την υπόλοιπη Ευρώπη!

Δυστυχώς όμως για άλλη μία φορά ο πολίτης, ως θεατής της «μονομαχίας», απάντηση στο τι μέλλει γενέσθαι δεν πήρε, καθώς ακόμη (ένα χρόνο μετά τις τελευταίες εκλογές) διαπίστωσε ότι αφενός ο κ. Α. Τσίπρας δεν εννοεί να αντιληφθεί ότι η αιτία της εκλογικής αποτυχίας του ήταν:

  • η επί των ημερών του υπερφορολόγηση των μεσαίων εισοδηματικά στρωμάτων στη βάση μίας επιδοματικής πολιτικής προς τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα εργαζομένων και συνταξιούχων, προκειμένου να εμφανίζεται ένας – αναιμικός – δείκτης ετήσιας ανάπτυξης βασισμένος στην επιδοματική αύξηση της κατανάλωσης. Ένα κοντόφθαλμο μοντέλο οικονομικής πολιτικής που δημιούργησε στους τότε κυβερνώντες την ψευδαίσθηση της δυνατότητας επανεκλογής τους, βασισμένο κυρίως στην ψήφο της κατώτερης εισοδηματικά τάξης, την οποία διατηρούσε στην ζωή «διασωληνωμένη» με τα εκάστοτε επιδόματα.
  • η διατήρηση ενός παραγωγικού μοντέλου εποχικών – κυρίως – εργαζομένων (λόγω προώθησης της τουριστικής δραστηριότητας), χαμηλής εξειδίκευσης και χαμηλών αμοιβών. Ενός παραγωγικού μοντέλου (τουρισμός, εστίαση, διασκέδαση) με μεγάλη επιρροή στο ΑΕΠ της χώρας, το οποίο όμως με την κρίση της πανδημίας έγινε «μπούμεραγκ» για την οικονομία καθώς ήταν η μεγαλύτερη πηγή οικονομικής δραστηριότητας της χώρας.

Αφετέρου ο κ. Κ. Μητσοτάκης, μπορεί να έχει μεγάλη εμπειρία στα χρηματοοικονομικά, αλλά δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι οι χρηματοοικονομικοί και οι τραπεζικοί δείκτες δεν αρκούν προκειμένου να αποτυπωθεί η πραγματικότητα της οικονομικής κατάστασης των πολιτών. Αν ίσχυε η άποψη ότι αφού οι δείκτες των «αγορών» ανεβαίνουν οι πολίτες είναι ευχαριστημένοι, δεν θα είχαμε τέτοιο κύμα δυσαρέσκειας στην «Μέκκα» των αγορών τις ΗΠΑ, όπου παρατηρείται το παράδοξο της υπεραπόδοσης των χρηματιστηρίων εν μέσω υψηλότατης ανεργίας και σφοδρών κοινωνικών αναταραχών.

Ο κ. Μητσοτάκης κέρδισε τις εκλογές του 2019 υποσχόμενος το δίπτυχο μείωση φόρων – δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και αμοιβής με στόχο και τον επαναπατρισμό των εκπατρισμένων Ελλήνων επιστημόνων (βλ. και πρόγραμμα «brain gain»).

Παραταύτα στην ομιλία του υπερασπίστηκε την παράταση των επιδομάτων ανεργίας και την προσωρινή, όπως σημείωσε, επιδότηση θέσεων εργασίας – χαμηλής εξειδίκευσης και αμοιβής – κυρίως στον πληττόμενους τομείς του τουρισμού, της εστίασης και της διασκέδασης.Τόσο ο κ. Τσίπρας όσο και ο κ. Μητσοτάκης – δυο νέοι άνθρωποι αλλά και έμπειροι πολιτικοί – κινούνται, δυστυχώς, σε στενά μικροκομματικά πλαίσια, που δεν τους επιτρέπουν να αντιληφθούν τι περιμένει από αυτούς η Ελληνική κοινωνία και οι πολίτες της. Μία Ελληνική κοινωνία που, μετά από δέκα δύσκολα χρόνια, φαίνεται να είναι έτοιμη για το μεγάλο βήμα προς ένα παραγωγικό μοντέλο που θα βασίζεται στη δημιουργία και υποστήριξη θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης στον ιδιωτικό τομέα, βασισμένο σε χαμηλότερους φόρους και εισφορές για επιχειρήσεις και εργαζόμενους.


Μπορούμε..
Ας εστιάσουμε στα βασικά ενός ισχυρού παραγωγικού μοντέλου, που θα επιτρέψουν τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της ανάπτυξης για την επόμενη δεκαετία και θα έχουμε και τον χρόνο να τα αποτυπώσουμε και σε δείκτες.
Δεν πρέπει να αφήσουμε να χαθεί κι αυτή η ευκαιρία!