Σε μια πρόσφατη συζήτηση με φίλο δημοσιογράφο από τη Γερμανία αναφέρθηκα στο ζήτημα της εκστρατείας ενημέρωσης κατά του κορονοϊού που έκανε η ελληνική κυβέρνηση, για την οποία ακόμα και σήμερα δεν γνωρίζουμε τα ακριβή ποσά που έλαβε το κάθε Μέσο. Όταν του ανέφερα πως πιέζεται η κυβέρνηση να δώσει στοιχεία και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αρνείται, με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Αντίστοιχη ήταν περίπου η αντίδραση και άλλων φίλων δημοσιογράφων του εξωτερικού, οι οποίοι, πέραν του ότι δεν είχαν μάθει τίποτα για την συγκεκριμένη υπόθεση, εξέφρασαν ακόμη και προβληματισμό για την ποιότητα της δημοκρατίας στη χώρα μας, τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, τα checks and balances των ανεξάρτητων αρχών, της νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας. Όταν τους ενημέρωσα πως τίποτα δεν κινείται ή τίποτα δεν «συγκινεί» την κυβέρνηση ώστε να δώσει στη δημοσιότητα τα ποσά αυτά και να ξεκαθαρίσει ποια ήταν τα κριτήρια και η διαδικασία διανομής τους, απλά τα έχασαν.

Φαίνεται λοιπόν πως στις περισσότερες χώρες της ΕΕ, η διαφάνεια και η λογοδοσία της εκτελεστικής εξουσίας, της εκάστοτε κυβέρνησης, είναι συνάρτηση με την ποιότητα της δημοκρατίας. Είναι υποχρέωση της πολιτικής εξουσίας να ακούει και να απαντά στον κοινοβουλευτικό έλεγχο που ασκούν τα κόμματα, στις ανησυχίες των πολιτών, στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Είναι συνταγματική, θεσμική υποχρέωση της κάθε δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης να λογοδοτεί στους πολίτες και να μην προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από το δάκτυλό της, όπως συμβαίνει σήμερα με την ελληνική κυβέρνηση και τον κυβερνητικό εκπρόσωπο.

Αυτή την δημοκρατικά αυτονόητη υποχρέωση της κυβέρνησης να φέρνει στο φως της δημοσιότητας ό,τι έχει να κάνει με τη διαχείριση δημόσιου χρήματος και την άσκηση της διακυβέρνησης, την αναγνωρίζουν και την απαιτούν οι πολίτες. Στην ερώτηση αυτής της εβδομάδας του κέντρου ερευνών Bridging Europe, το 62% των πολιτών πιστεύει ότι προκύπτει ζήτημα διαφάνειας και λογοδοσίας για την κυβέρνηση από την μη αποκάλυψη των ποσών που έλαβαν ΜΜΕ για την εκστρατεία ενημέρωσης για τον κορονοϊό, με το ποσοστό των ψηφοφόρων της ΝΔ να είναι στο 49% – σχεδόν δηλαδή ένας στους δύο – και το αντίστοιχο ποσοστό των ψηφοφόρων το ΣΥΡΙΖΑ στο 85%.

Το 62% είναι ένα υψηλότατο ποσοστό, που δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής της κυβέρνησης. Ειδικά όταν μιλάμε για ζητήματα χρηστής διαχείρισης δημόσιου χρήματος, η ευαισθησία και λογοδοσία πρέπει να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Την ίδια στιγμή, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα βρίσκεται στον πάτο της σχετικής λίστας στην ΕΕ σε ζητήματα ελευθεροτυπίας, σύμφωνα με τους “Ρεπόρτερς Χωρίς Σύνορα”, στοιχείο διόλου ενθαρρυντικό για τα ΜΜΕ, το μιντιακό τοπίο στη χώρα μας, τη σχέση εκτελεστικής εξουσίας και δημοσιογραφίας.

Η κυβέρνηση, λοιπόν, οφείλει να ενημερώσει τους πολίτες για τα ποσά. Ποτέ δεν είναι αργά, ακόμη κι εάν πλέον υπάρχουν δικαιολογημένες «σκιές» στη διαχείριση του ζητήματος που πλήττουν την αξιοπιστία της κυβέρνησης, αλλά και την αξιοπιστία του ίδιου του Πρωθυπουργού.