Ανήκω σε μια γενιά η οποία έλαβε τα πρώτα της ερεθίσματα από μια κοινωνία βεβαιοτήτων, όπως αυτή αποτυπώθηκε στον ασταθή «μονοπολικό» κόσμο μετά το 1989. Η κοινωνία που γνωρίσαμε είχε αγκιστρωθεί στον ορθολογισμό της αγοράς, είχε εξυψώσει το ατομικό υποβαθμίζοντας το συλλογικό, εγκλωβίστηκε σε μια απροσδιόριστη ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο που δυσκολευόταν να ορίσει και βρέθηκε στο τέλος της προηγούμενης δεκαετίας αντιμέτωπη με τη διάψευση αυτών των βεβαιοτήτων με ολέθριες συνέπειες κυρίως για τους νέους ανθρώπους.

Αυτή η γενιά βρίσκεται, σήμερα, κοντά στην ύστερή της νεότητα έχοντας ενσωματώσει την εμπειρία της κρίσης, έχοντας αναγκαστεί να βάζει περιορισμούς στις προσδοκίες της και έχοντας κάνει βίωμα περισσότερο από τις προηγούμενες γενιές την αβεβαιότητα.

Σε έναν κόσμο που γνώρισε ένα προοδευτικό αφήγημα με ποσοτικούς όρους και σε μια Ελλάδα που από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα τροφοδότησε το αναπτυξιακό της αφήγημα με όρους πιστωτικής επέκτασης, ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία ως παράταξη της Αριστεράς που θέλει να φέρει στο προσκήνιο ένα νέο προοδευτικό συλλογικό υποκείμενο πρώτα από όλα οφείλει να ορίσει την προοδευτική προσέγγιση, στη συνέχεια να κινητοποιήσει τη δημιουργία μιας πλατιάς κοινωνικής συμμαχίας και τέλος να διεκδικήσει την πολιτική της έκφραση μέσα από τη δημοκρατική οδό σε επίπεδο κυβέρνησης.

Το τέλος των βεβαιοτήτων και η βίαιη αποσύνδεση της κοινωνίας από την επίπλαστη αναπτυξιακή εμπειρία καλεί ένα αριστερό κόμμα να κάνει τη δική του αυτοκριτική, όχι τόσο για τα πεπραγμένα ή τις διαψεύσεις του –αυτή είναι αυτοκριτική που κάνει ρητά ή υπόρρητα οποιοδήποτε κόμμα έχει κυβερνητική εμπειρία–, αλλά μια αυτοκριτική για τον τρόπο που κινείται μέσα στον κόσμο της αβεβαιότητας.

Οφείλει, δηλαδή, να απαλλαγεί από βεβαιότητες που τροφοδοτούν τη δράση του και τον κρατούν ορισμένες φορές εκτός ευρύτερων κοινωνικών αλληλεπιδράσεων. Έχει ανάγκη να ξεφύγει από οπτικές και προσεγγίσεις που τον παρουσιάζουν εξαρχής δικαιωμένο. Το κρίσιμο, όμως, για τον ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία είναι να μείνει σταθερός στην συλλογική του προσδοκία. Αυτή, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα αφορά την οικοδόμηση μιας ανθρώπινης κοινωνίας που θα αμβλύνει και θα καταπολεμά συνεχώς τις ανισότητες και σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα την δημοκρατική διεκδίκηση της ευκαιρίας για να μετουσιωθεί αυτή η προσδοκία σε γεγονός.

Η κοινωνική πλειοψηφία έχει και εκείνη κοινές αγωνίες, κοινές εμπειρίες και κοινές προσδοκίες όπως τα μέλη ενός κόμματος μοιράζονται κοινές αξίες. Δεν είναι, όμως, ούτε ταξικά προσανατολισμένη, ούτε ομοιογενής, ούτε δεδομένο κοινό για οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα. Σε αυτή τη συγκυρία ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται να την αφουγκραστεί και έχει χρέος να γίνει χρήσιμος για εκείνη, μεταφράζοντας τις αγωνίες και τις ανάγκες της σε εφαρμόσιμες πολιτικές. Χρειάζεται, επίσης, την κριτική της για να γίνει μια κοινωνικά γειωμένη παράταξη που, είτε ως αντιπολίτευση είτε ως κυβέρνηση, θα θέτει τη δική της ατζέντα και θα κινητοποιεί σε αυτή όλο και μεγαλύτερα μέρη της πλειοψηφίας.

Με λίγα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία έχει την ευκαιρία σε έναν κόσμο αβεβαιότητας να οικοδομήσει ένα προοδευτικό συλλογικό υποκείμενο που θα ξεκινήσει από τις αγωνίες της κοινωνικής πλειοψηφίας. Μια συμμαχία, δηλαδή, που θα συμπεριλαμβάνει τμήματα της κοινωνίας, τα οποία δεν σκέφτονται το ένα όπως το άλλο, πόσο μάλλον έλκονται από μια «εκ των άνω» κομματική ανάλυση.

Σήμερα, περίπου ένας στους τρεις πολίτες εκπροσωπείται μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία στη Βουλή. Αυτή η αναλογία δεν είναι ούτε δεδομένη, ούτε σταθερή. Όμως, είναι η στιγμή να εκπροσωπήσει ακόμη περισσότερους πολίτες χωρίς να θεωρήσει ως δεδομένα ορθή την ανάλυσή του και χωρίς να μείνει δεσμευμένο σε προσεγγίσεις που δεν συμβάλλουν στην κοινωνική του γείωση.

Νίκος Γκιώνης