Δεν παρακολουθώ συστηματικά την αρθρογραφία του κ. Κασιμάτη. Ωστόσο μπήκα να δω τί είναι και περί τίνος πρόκειται, και διαβάζοντας τον λίγο απόρησα.

Όχι μόνο με το περιεχόμενο αλλά με το ύφος. Ο αρθρογράφος που κατάφερε και πρόσβαλε ως και τους Εύζωνες επειδή φορούν καλσόν, δεν είναι μόνο ότι δεν καταθέτει πολιτικό επιχείρημα κι απλά περιορίζεται σε λιβέλους. Είναι ότι αυτό το αυτάρεσκο συνονθύλευμα στηρίζεται σε ευφυολογήματα, αυθαίρετες αναγωγές, cliche και στερεότυπα, σε αυθαίρετα λογικά άλματα και ad hominem, σε ένα διαρκές ξεκατίνιασμα. Κι όλα τα πάρα πάνω με ύφος και γλώσσα χουντικού γυμνασιάρχη. Και σταματώ εδώ για να μην κάνω το ίδιο που κάνει αυτός.

Απλά απορώ, πώς γίνεται αυτή να είναι μια αρθρογραφία, σε υποτίθεται σοβαρή εφημερίδα και να μη θίγεται η αισθητική αυτών που τη διαβάζουν. Και δεν εννοώ να θιγούν επειδή ο Κασιμάτης θίγει τον Κατρούγκαλο, αλλά επειδή αυτό το πράμα είναι άθλιο σαν ανάγνωσμα. Από αυτά που αγαπούν να γράφουν τα τελευταία χρόνια γνωστοί και ημίγνωστοι αρθρογράφοι ή δημοσιογράφοι. Και μετά, αφού έχει γίνει η «δουλειά», αφού έχουν χυθεί τα απόνερα, να ολοκληρώνεται το έργο με ένα «μας συγχωρείτε λάθος της εφημερίδας». «Mας συγχωρείται λάθος, παρασυρθήκαμε δεν ισχύουν τα ανυπόστατα που γράψαμε εις βάρος του Νάσου Ηλιόπουλου, εις βάρος του Κατρούγκαλου», εις βάρος της δείνα και του δείνα.

Όσο για τον κ. Κασιμάτη διαπίστωσα ότι δεν είναι ούτε η πρώτη, ούτε ή δεύτερη, ούτε τρίτη, ούτε η τέταρτη φορά που γράφει ένα τοξικό άρθρο. Παίζει να είναι η δέκατη πέμπτη κι ας σπεύδει η εξ ακροδεξιών του κα Τζαβέλα να πει ότι ήταν λάθος του κορυφαίου δημοσιογράφου, δεν θα τον καννιβαλίσουμε κι όλας.

Στο παρελθόν έχει προσβάλλει τη μνήμη του Νίκου Τεμπονέρα, τον Αριστείδη Μπαλτά αποκαλώντας τον περίπου καταθλιπτικό, την Τασία Χριστοδουλοπούλου όταν έγινε γιαγιά διότι δεν μπορούσε να «φαντασθεί» ότι είναι μάνα… Και τώρα τον Γιώργο Κατρούγκαλο γιατί «έχασε τις μπούκλες του». Δεν γνωρίζω αν αναγκάστηκε και ζήτησε από όλους συγγνώμη ή από τους μισούς αλλά δεν έχει και τόσο σημασία αυτή η συγνώμη. Πρόκειται για την άλλη όψη της σκόπιμης αρθρογραφίας.

Όλα αυτά δεν τα έχει γράψει στο πλαίσιο μια πολιτικής κριτικής όπου κάποιος δικαιούται να διαφωνεί ή και να καταγγέλλει με οξύτητα. Ούτε φυσικά γράφτηκαν στο πλαίσιο κάποιας σάτιρας. Είναι απλά μίσος. Βεβαίως είναι δικαίωμα του καθένα να μισεί όποιον θέλει, ωστόσο όταν είσαι δημοσιογράφος δεν μπορεί να εκδηλώνεις αυτό το μίσος και την απέχθειά σου με τον τρόπο που το κάνει το κάθε τοξικό τρολ του διαδικτύου.

Αντίστοιχα, όταν θες να θεωρείσαι σοβαρή πολιτική εφημερίδα δεν μπορεί να αφήνεις κάποιον να γράφει τοξικές ανοησίες ξανά και ξανά και μετά να ζητάς συγγνώμη. Αν το κάνεις αυτό είναι γιατί η σοβαρότητά σου παρουσιάζει ρωγμές και ανοίγματα μεγάλου μήκους και μπάζει βρώμικα νερά. Κι από από εδώ ξεκινά το πρόβλημα.

Το πρόβλημα δεν είναι ο Στ. Κασιμάτης, αλλά το σύνολο σχεδόν του συστημικού τύπου και των ΜΜΕ που δίνουν βήμα σε «αρθρογράφους» που υπό κανονικές συνθήκες θα μας φαίνονταν απλά αστείοι, αλλά όταν περιβάλλονται με το «κύρος» μιας εφημερίδας υψηλής αναγνωσιμότητας είναι εν δυνάμει επικίνδυνοι.

Με μια γρήγορη αναζήτηση βρήκα ότι παλαιότερα, όταν η βουλή είχε τιμήσει τον Μπελογιάννη, ο Κασιμάτης έγραφε: «Δεν είναι παράλογο η Βουλή να τιμά έναν καταδικασθέντα για κατασκοπεία εις βάρος της χώρας του;». Το ίδιο ακριβώς που είχε γράψει τρεις μέρες πριν η εφημερίδα της Χρυσής Αυγής.

Μάλιστα όταν η Χρυσή Αυγή μπήκε στη Βουλή, έγραψε στην Καθημερινή: «Όσοι πιστεύουμε στη δημοκρατία οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στη Χρυσή Αυγή – και σοβαρολογώ απολύτως. Της το οφείλουμε για την ευκαιρία που μας προσφέρει -και μάλιστα την ώρα που την έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη- ώστε να διορθώσουμε λάθη δεκαετιών και να κάνουμε μια νέα αρχή στην πολιτική ζωή. Είναι η ευκαιρία που δίνεται στη νομιμότητα να αναμετρηθεί, επιτέλους, με την οιονεί νομιμοποιημένη βία της Αριστεράς: αυτό το καρκίνωμα της Μεταπολίτευσης».

Αυτή η αισθητική και αυτές οι απόψεις γράφονται όχι μόνο στην Καθημερινή και δεν εκφράζουν μόνο τον κάθε Στ. Κασιμάτη. Με αυτές ταυτίζονται και οι εφημερίδες που τους δίνουν βήμα και κυρίως το αναγνωστικό κοινό τους. Και ήταν πάντα έτσι, απλά σε άλλες περιόδους την τοξικότητα την έκρυβαν πίσω από έναν δήθεν καθωσπρεπισμό και μια αστική ευγένεια.

Σήμερα που τα πράγματα είναι αλλιώς, ο φερετζές της αστικής ευγένειας έχει πέσει και όλοι αυτοί δεν χάνουν καμία ευκαιρία να μας δείξουν ότι το απεχθές αντιδημοκρατικό τους πρόσωπο.