Μόλις πρόσφατα εισήχθη στη Βουλή, μετά την προβλεπόμενη διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης, το νομοσχέδιο του Νέου Πτωχευτικού Κώδικα, υπό τον «ψευδεπίγραφο» τίτλο: «Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας». «Ψευδεπίγραφο» διότι μία συνολική και προσεκτική μελέτη των υπό ρύθμιση διατάξεων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι με το νομοσχέδιο αυτό εισάγονται, δυστυχώς, πρωτόγνωρες ρυθμίσεις για το δικαιικό μας σύστημα, οι οποίες θα διαμορφώσουν ένα ζοφερό οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον για χιλιάδες φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις που προσπαθούν να επιβιώσουν εν μέσω μίας πανδημίας και μετά το τέλος μιας μακράς περιόδου ύφεσης, κυρίως ως το 2015. Έτσι, για πρώτη φορά θα πτωχεύουν πλέον μισθωτοί, συνταξιούχοι, επιστήμονες, νοικοκυριά κατά τη διαδικασία που πτωχεύουν και οι έμποροι! Αυτό σημαίνει ότι θα πλειστηριάζεται και θα ρευστοποιείται, γενικότερα, κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία των προσώπων αυτών, χωρίς παράλληλα να υπάρχει κάποια ειδική νομοθετική πρόβλεψη για προστασία έστω της α’ κατοικίας, όπως γινόταν ως τη λήξη ισχύος του νόμου Κατσέλη-Σταθάκη, παρ’ εκτός μία δυνατότητα μίσθωσης και επαναγοράς αυτής και αυτό μόνο για τους ευάλωτους οικονομικά.

Παράλληλα, εισάγονται για πρώτη φορά αντικειμενικά κριτήρια υπαγωγής στην πτώχευση, που θα διευρύνουν και θα διευκολύνουν τις υπαγόμενες περιπτώσεις, μέσω τεκμαρτών ορίων υπαγωγής. Δηλαδή, θα τεκμαίρεται ότι ο οφειλέτης πτωχεύει όταν δεν καταβάλλει ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του προς το Δημόσιο, τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης ή πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, σε ύψος τουλάχιστον 40% των συνολικών του ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του προς τον αντίστοιχο φορέα για περίοδο τουλάχιστον έξι μηνών, εφόσον η μη εξυπηρετούμενη υποχρέωσή του υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ. Η δε υπαγωγή σε πτώχευση μπορεί να συνίσταται και στην αδυναμία εκπλήρωσης ακόμα και μίας σημαντικής ληξιπρόθεσμης χρηματικής οφειλής.

Οι οφειλέτες δεν θα μπορούν, εάν πτωχεύσουν ή εάν τα τραπεζικά ιδρύματα, τα funds κ.ο.κ., επισπεύσουν σε βάρος της α’ κατοικίας τους αναγκαστική εκτέλεση, να διατηρήσουν το δικαίωμα της κυριότητάς τους επί της α’ κατοικίας τους. Η μόνη δυνατότητα που παρέχεται -και αυτή μόνο στους οικονομικά ευάλωτους- είναι να μεταβιβάσουν την κύρια κατοικία τους στον Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης, έναν φορέα ιδιωτικού δικαίου, να τη μισθώσουν από αυτόν για 12 έτη και στη συνέχεια, μετά την καταβολή του συνόλου των μισθωμάτων και εφόσον δεν υπάρχουν καθυστερήσεις άνω των 3 μηνών, θα μπορούν να την επανακτήσουν έναντι επιπλέον τιμήματος Επαναγοράς και βάσει της εμπορικής αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο της επαναγοράς.

Ουσιαστικά, λοιπόν, απαλλοτριώνεται χωρίς διακρίσεις η α’ κατοικία, η οποία θα νοικιάζεται από τον πρώην ιδιοκτήτη της, μόνο αν είναι οικονομικά ευάλωτος, εισάγοντας ακόμα και για αυτή την κατηγορία τη μέθοδο sale and lease back για την πρώτη κατοικία. Επί της ουσίας, το μόνο που θα δικαιούνται αυτοί οι άνθρωποι θα είναι ένα στεγαστικό επίδομα ως συμπλήρωμα του ενοικίου που θα καταβάλλουν, το οποίο θα καθοριστεί. Και για να είμαστε ακόμα πιο συγκεκριμένοι, ευάλωτοι οφειλέτες είναι όσοι πληρούν τα κάτωθι εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια:

Εισοδηματικά: Το συνολικό εισόδημα να μην υπερβαίνει τις (μόλις!) 7.000 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό, προσαυξανόμενο κατά 3.500 ευρώ για κάθε επιπλέον μέλος του νοικοκυριού. Στη μονογονεϊκή οικογένεια, για το πρώτο ανήλικο μέλος του νοικοκυριού ορίζεται προσαύξηση 7.000 ευρώ. Στα νοικοκυριά με απροστάτευτα τέκνα, ορίζεται προσαύξηση 7.000 ευρώ για κάθε απροστάτευτο τέκνο. Το συνολικό εισόδημα δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 21.000 ευρώ ετησίως, ανεξαρτήτως της σύνθεσης του νοικοκυριού.

Περιουσιακά: Η συνολική φορολογητέα αξία της ακίνητης περιουσίας του νοικοκυριού να μην υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ για το μονοπρόσωπο νοικοκυριό, προσαυξανόμενη κατά 15.000 ευρώ για κάθε πρόσθετο μέλος και έως τις 180.000 ευρώ. Το συνολικό ύψος των καταθέσεων του νοικοκυριού ή/και η τρέχουσα αξία μετοχών, ομολόγων κ.λπ. να μην υπερβαίνει τις 7.000 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό, προσαυξανόμενη κατά 3.500 ευρώ για κάθε επιπλέον μέλος του νοικοκυριού. Στη μονογονεϊκή οικογένεια για το πρώτο ανήλικο μέλος του νοικοκυριού ορίζεται προσαύξηση 7.000 ευρώ. Στα νοικοκυριά με απροστάτευτα τέκνα, ορίζεται προσαύξηση 7.000 ευρώ για κάθε απροστάτευτο τέκνο.

Επισημαίνεται δε ότι ο οφειλέτης και τα υπόλοιπα μέλη του νοικοκυριού πρέπει να διαμένουν νόμιμα και μόνιμα στην ελληνική επικράτεια κατά τα τελευταία 5 έτη, όπως προκύπτει από την υποβολή δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος για τα έτη αυτά.

Όσοι δε ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, δεν ανήκουν στην κατηγορία των ευάλωτων οφειλετών ex officio, ακόμα και αν πληρούν τα παραπάνω πενιχρά κριτήρια.

Σημειώνεται, ακόμα, ότι στο πρώτο σχέδιο νόμου που είδε το φως της δημοσιότητας υπήρχε πρόβλεψη για μια «ενδιάμεση» κατηγορία δικαιούχων, οι οποίοι μπορούσαν μεν να μισθώσουν και να επαναγοράσουν την α’ κατοικία τους κατά τα παραπάνω, χωρίς όμως να λαμβάνουν στεγαστικό επίδομα. Ως δικαιούχοι είχαν καθοριστεί φυσικά πρόσωπα υψηλότερων εισοδηματικών και περιουσιακών κριτηρίων. Πλην όμως ακόμα και αυτή η κατηγορία μικρομεσαίων απαλείφθηκε στο νέο νομοσχέδιο.

Εκτός, όμως, από τα παραπάνω, ο νέος πτωχευτικός εισάγει νέα σύντομη διαδικασία πτωχεύσεων ΜΙΚΡΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ, η οποία αφορά πάρα πολλές περιπτώσεις μικρομεσαίων νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Και αυτό γιατί ως «μικρού αντικειμένου πτωχεύσεις» ορίζονται αυτές που ικανοποιούν ένα από τα κριτήρια προσδιορισμού της πολύ μικρής οντότητας του άρθρου 2 του νόμου 4308/2014.

Δηλαδή:

  • Σύνολο ενεργητικού (περιουσιακών στοιχείων): 350.000 ευρώ.
  • Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών: 700.000 ευρώ.
  • Μέσος όρος απασχολουμένων κατά τη διάρκεια της περιόδου: 10 άτομα.

Σημείωση: Στην περίπτωση των φυσικών προσώπων, το κριτήριο που αφορά το ενεργητικό εφαρμόζεται στην περιουσία του προσώπου.
Ουσιαστικά, στις λεγόμενες «μικρο-πτωχεύσεις» θα εκποιούνται αναγκαστικά -με σύντομες διαδικασίες, σύντομες προθεσμίες και περιορισμένα μέτρα άμυνας- οι ατομικές περιουσίες και οι α’ κατοικίες των παραπάνω φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων, στερώντας στις κατηγορίες αυτές ακόμα και το δικαίωμα της προσωρινής δικαστικής προστασίας από τα τραπεζικά ιδρύματα, τους διαχειριστές δανείων και τα funds, που θα έχουν υποθήκες και προσημειώσεις υποθηκών στα ακίνητα τους, ή ενέχυρο σε μετοχές, σε εταιρικά μερίδια κ.o.κ. Από τις παραπάνω αυστηρές και περιορισμένες εισοδηματικές και περιουσιακές προϋποθέσεις, καθίσταται εμφανές ότι τόσο η μικρή όσο και η μεσαία τάξη και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι αυτές που θα πληγούν καίρια.

Όλοι εκείνοι οι άνθρωποι, οι οποίοι δεν θα μπορούν να υπαχθούν στην πολύ χαμηλή εισοδηματικά κατηγορία των «ευάλωτων οφειλετών», θα αποστερηθούν μια για πάντα το δικαίωμα της κυριότητας της α’ κατοικίας τους. Οι δε επιχειρηματίες αποκλείονται άνευ ετέρου.

Επίσης πρέπει να αναλογιστούμε ότι θα υπάρξουν δεκάδες χιλιάδες οφειλέτες (κυρίως μικρομεσαίοι), οι οποίοι δεν θα υπαχθούν στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου Κατσέλη δια των δικαστικών αποφάσεων που θα εκδοθούν. Είτε που δεν υπάγονται στο πρόγραμμα Γέφυρα που αφορά τους οικονομικά πληττόμενους από την πανδημία, ή που θα βρεθούν σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση τουλάχιστον για τα επόμενα δύο έτη (οι προβλέψεις της ΓΣΕΒΕΕ μιλούν για 100.000 λουκέτα έως το τέλος του τρέχοντος έτους!).

Όσοι εξ αυτών θα βρίσκονται πάνω από τα πενιχρά όρια των ευάλωτων οφειλετών θα πτωχεύουν μαζικά. Όσοι βρίσκονται στα όρια αυτά θα γίνουν στην καλύτερη περίπτωση μισθωτές στην κατοικία τους με δικαίωμα επαναγοράς της.

Κατά τα άλλα, το νομοσχέδιο ακολουθεί τα προηγούμενα νομοθετήματα όσον αφορά την επιχειρηματική εξυγίανση και την εξωδικαστική ρύθμιση οφειλών. Μάταια δε και για λόγους εντυπωσιασμού προσπαθεί να εντάξει και τα νοικοκυριά σε διαδικασίες εξωδικαστικής ρύθμισης, παρέχοντας μάλιστα και επίδομα ως μέρος των δόσεων που θα καταβάλλουν. Μάταια γιατί αφενός τα τραπεζικά ιδρύματα, funds, κ.λπ., κατά κύριο λόγο δεν θα μπαίνουν σε αυτή τη διαδικασία εφόσον θα δύνανται μέσω των παραπάνω διαδικασιών πτώχευσης να εισπράξουν τις απαιτήσεις τους μέσω των πλειστηριασμών, είτε η α’ κατοικία αλλάξει χέρια είτε μισθωθεί από τον ιδιοκτήτη της. Αφετέρου γιατί οι προϋποθέσεις λήψης επιδόματος ως μέρος των δόσεων είναι πάλι πολύ αυστηρές και περιορισμένες (ενδεικτικά: ρυθμισμένα χρέη στο δημόσιο, μη καταγγελθέν δάνειο τουλάχιστον για ένα έτος πριν την αίτηση για ρύθμιση, να έχει υποστεί ο οφειλέτης μείωση εισοδημάτων, να υπάρχουν τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια όπως παραπάνω, προσαυξημένα κατά 15%). Επίσης, γιατί το νοικοκυριό θα πρέπει να εμπλακεί σε δαιδαλώδεις και δαπανηρές διαδικασίες διαπραγμάτευσης με τους πιστωτές.

Δυστυχώς, συμπεραίνουμε ότι ο νομοθέτης, ως και τη ρύθμιση αυτή και εντός των σκληρών μνημονιακών προγραμμάτων, παρείχε σαφώς ένα ευμενέστερο και ευρύτερο πλαίσιο προστασίας για τα πρόσωπα αυτά. Η Πολιτεία έχει χρέος, προκειμένου να μη συνθλιβούν οικονομικά και άλλοι συμπολίτες μας, να αυξήσει τα όρια προστασίας τους και όχι να τους πτωχεύσει μαζικά.