Ερώτημα πρώτο.
Υπάρχει δυσαρέσκεια για το κυβερνόν κόμμα; Υπάρχει. “Πρώτα ίχνη φθοράς” όπως την βαφτίζει τις τελευταίες μέρες ακόμα και ο συμπλιτευόμενος Τύπος.
Θα ήταν περίεργο εξάλλου να μη συμβαίνει αυτό μετά από 20 μήνες της Νέας Δημοκρατίας στην κυβέρνηση εν μέσω πανδημικής και οικονομικής κρίσης, αναταράξεων στα ελληνοτουρκικά, σκλήρης εφαρμογής του ιδεολογικού της προγράμματος και λαθών, αλεπάλληλων στην καθημερινότητα.

Ερώτημα δεύτερο.
Υπάρχει ρεύμα προς την αντιπολίτευση από την φθορά της κυβέρνησης;
Δεν υπάρχει. Όλους αυτούς τους μήνες εκτιμώ ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει χάσει ούτε έναν ψηφοφόρο από το 31,53% που τον ψήφισαν το 2019 αλλά δεν προκύπτουν “μετανοημένοι” ή “κοψοχέρηδες” που ως απογοητευμένοι θα επέστρεφαν στον ΣΥΡΙΖΑ.
Αντίθετα, μέσα στην αριστερή αντιπολιτευτική του ορμή ξέχνα ότι ένα ποσοστό που τον στήριξε το καλοκαίρι του 2019 το έκανε με μία ανοχή και μία προσδοκία ότι ψηφίζει ένα κόμμα που μπορεί να εκφράσει το  ιστορικό κοινωνικό ρεύμα του κέντρου και δεν θέλει να “ψηφίσει Δεξιά”.

Και μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να επιδιώκει εκ νέου έναν συνασπισμό κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων από τον πολιτισμό μέχρι την εστίαση και από τα συνδικάτα μέχρι τον επιστημονικό κόσμο αλλά αυτή η συμμαχία δεν “προσωποποιείται” μέχρι τώρα.
Και θα δώσω ένα απλό παράδειγμα. Με τις εξαίρεσεις της κ. Αθηνάς Λινού που προτάθηκε για Υπουργός Υγείας από τον Αλέξη Τσίπρα και μίας δύο (δύσκολα) ακόμη περιπτώσεων στον χώρο της τέχνης και του Τύπου ουδείς, ουδεμία που να έχει επιρροή και να σηματοδοτεί κάτι στον χώρο που κινείται “αγκαλιάστηκε” δημόσια από την Κουμουνδούρου ή την αγκάλιασε.

Αυτή η περίφημη διεύρυνση προσκρούει διαρκώς εδώ και χρόνια σε συκεκριμένες δικαιολογημένες ή αδικαιολόγητες αναστολές όπως:

  • Τη δυσανεξία του προυπάρχοντος βαθέως κόμματος σε κάθε τι μαζικό ή πλειοψηφικό.
  • Στην πικρή πείρα του αντιμνημονιακού άκριτου εισοδισμού της περιόδου προ του 2015.
  • Και εσχάτως στην αυτοεκπληρούμενη προφητεία όσων είναι ήδη σε θέσεις και τομείς ευθύνης μέσα στα κόμμα που θεωρούν ότι “ώς έχουν” αρκεί για να ξαναέρθουν στις εξουσία διευρύνοντας απλώς αριθμητικά την κομματική βάση.

“Αυτοί είμαστε και έτσι θα προχωρήσουμε” ξεφεύγει από τα χείλη ακόμη και στελεχών που έχουν χρεωθεί την διεύρυνση την οποία στα λόγια θέλουν, αρκεί να μην τους “απειλεί” προσωπικά στον τομέα ευθύνης τους ή την εκλογική τους Περιφέρεια!

Την ίδια ώρα που ο Μητσοτάκης αφήνει σε αγωνία τους μισούς υπουργούς του για την εκλογική Περιφέρεια που θα κατέλθουν και ο ίδιος απευθείας συνομιλεί και εντάσσει κόσμο, έστω και πιο δύσκολα πλέον, με “μία φωτογραφία”.
Πράγμα που ούτε διανοείται ούτε και πιθανώς θέλει να κάνει ο Τσίπρας αναθέτοντας σε άλλα πρόσωπα ή think tanks να το κάνουν.
Αυτή η κατάσταση ενισχύει βέβαια την θεωρία του επικυρίαρχου κόμματος που σημαίνει ότι  η ΝΔ, διαθέτει την πλειοψηφία στην Βουλή και στις δημοσκοπήσεις, με πόρτες πιο ανοικτές και ως μόνος πρακτικά αυτόνομος διεκδικητής της εξουσίας.
Αυτή η επαναλαμβανόμενη διατύπωση για “ανάγκη Προοδευτικής διακυβέρνησης” σε άρθρα και συνεντεύξεις τους από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ πιο πολύ φαντάζει ως ευχή να “συρθούν” κάποτε σε συνεργασία το Κίνημα Αλλαγής και ξανά οι Οικολόγοι ή άλλοι.
Ακόμα χειρότερα μεταφράζεται ως “Εμείς, ως έχουμε θα παραμείνουμε, να ναι καλά η ακτινοβολία του Τσίπρα και όσοι πιστοί προσέλθετε να μας συμπληρώσετε για να ξαναγίνουμε υπουργοί”.
Σκληρό αλλά έτσι είναι. Και όσο συνεχίζεται η ΝΔ  θα  απορροφά δυνάμεις όμορες, θα απομονώνει τον ΣΥΡΙΖΑ βάζοντάς του ιδεολογικά σταυρόλεξα. Από τον Κουφοντίνα μέχρι τον Μπουραντώνη. Και από το προσφυγικό και την κυβερνησιμότητα στην αυτοδιοίκηση μέχρι τις σχέσεις με τα media.
Και όσο περνάει ο καιρός θα εντυπώνεται στο υποσυνείδητο του εκλογικού σώματος ένα σύστημα «ενάμισι κόμματος». Ένός κόμματος που δεν ξεπερνά το 40%  στην κοινωνία αλλά κυβερνά, και ενός ακόμη, μεγάλου μεν αλλά όχι αρκετά, στην αξιωματική αντιπολίτευση.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις