Χάρρυ Κλυνν: Ο τελευταίος μεγάλος σατιρικός μιας Ελλάδας που γελούσε για να αντέξει
Ο άνθρωπος που έκανε τη Μεταπολίτευση να γελά με τον εαυτό της.
Υπάρχουν φωνές που δεν μένουν μόνο στη μνήμη. Μένουν στον τρόπο που μιλά μια χώρα. Στις ατάκες που επαναλαμβάνονται σε ταξί, σε καφενεία, σε οικογενειακά τραπέζια. Στο σαρκαστικό μειδίαμα που σχηματίζεται όταν ακούμε έναν πολιτικό να υπόσχεται «αλλαγή», λες και δεν πέρασε ούτε μια μέρα από τη δεκαετία του ’80.
Ο Χάρρυ Κλυνν ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία. Όχι απλώς ως κωμικός. Ως σύμπτωμα της Ελλάδας. Ήταν ο άνθρωπος που έκανε τη Μεταπολίτευση να γελά με τον εαυτό της.
Σαν σήμερα, στις 21 Μαΐου 2018, ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης έφυγε από τη ζωή στα 78 του χρόνια. Και μαζί του «πέθανε» οριστικά μια εποχή όπου η σάτιρα δεν ήταν lifestyle προϊόν ούτε ασφαλής τηλεοπτική αταξία. Ήταν λαϊκή εκτόνωση. Ήταν πολιτικό ένστικτο. Ήταν θυμός μεταμφιεσμένος σε γέλιο. Κυρίως όμως ήταν αλήθεια.
Η Ελλάδα που τον γέννησε
Ο Χάρρυ Κλυνν γεννήθηκε στην Καλαμαριά το 1940, παιδί φτωχής οικογένειας Ποντίων προσφύγων. Και κουβάλησε αυτή την προσφυγική υγρασία μέσα του μέχρι το τέλος. Ακόμη κι όταν γέμιζε θέατρα, ακόμη κι όταν πουλούσε δίσκους περισσότερο από τραγουδιστές της εποχής, είχε κάτι από άνθρωπο που δεν πίστεψε ποτέ ολοκληρωτικά στην επιτυχία.
Ίσως γι’ αυτό καταλάβαινε τόσο καλά τον μέσο Έλληνα: γιατί δεν τον κοιτούσε ποτέ αφ’ υψηλού.
Πριν γίνει «Χάρρυ Κλυνν», ήταν ένα παιδί που έτρεχε στις αλάνες της Καλαμαριάς και έμαθε νωρίς πως το χιούμορ δεν είναι πολυτέλεια. Είναι άμυνα. Οι άνθρωποι που μεγάλωσαν δύσκολα συνήθως γελούν είτε πολύ δυνατά είτε καθόλου. Εκείνος διάλεξε το πρώτο.
Οι κασέτες που έπαιζαν πιο δυνατά από τις ειδήσεις
Σήμερα δύσκολα εξηγείς σε κάποιον κάτω των 25 τι σήμαινε ο Χάρρυ Κλυνν τη δεκαετία του ’80. Δεν ήταν απλώς δημοφιλής. Ήταν παντού.
Σε κασέτες που άλλαζαν χέρια από αυτοκίνητο σε αυτοκίνητο. Σε βιντεοκασέτες που έπαιζαν σε οικογενειακά σαλόνια. Σε μπουάτ γεμάτες καπνό και μεταπολιτευτική νεύρωση. Σε αστεία που οι άνθρωποι επαναλάμβαναν σαν πολιτικά συνθήματα.
Ουσιαστικά, έκανε stand-up comedy πριν καν μάθουμε τον όρο. Μόνο που το δικό του stand-up δεν ήταν αμερικανικό. Δεν βασιζόταν στην αμηχανία ή στην προσωπική εξομολόγηση. Ήταν βαθιά ελληνικό. Ένας χείμαρρος από φωνές, χαρακτήρες, νεύρα, υπερβολές και πολιτική απογοήτευση.
Ο ταξιτζής, ο νεόπλουτος, ο κομματάρχης, ο λαμόγιος, ο μικροαστός, ο τύπος που «ξέρει έναν ξάδερφο στο υπουργείο». Όλη η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης περνούσε από το πρόσωπό του σαν παρέλαση καρικατούρας.
Και το τρομακτικό είναι πως, τόσα χρόνια μετά, πολλοί από αυτούς τους χαρακτήρες παραμένουν αναγνωρίσιμοι.
Ένας σατιρικός που δεν χάιδευε κανέναν
Ο Χάρρυ Κλυνν δεν υπήρξε ποτέ politically correct — πολύ πριν μάθουμε τον όρο.
Σατίρισε τον Ανδρέα Παπανδρέου όταν ο μισός πληθυσμός τον αντιμετώπιζε σαν ροκ σταρ. Τα έβαλε με κόμματα, δημοσιογράφους, συνδικαλιστές, κρατικούς μηχανισμούς, τηλεόραση, ποδόσφαιρο, ακόμα και με το ίδιο του το κοινό.
Κάποιες στιγμές άντεξε στον χρόνο. Άλλες όχι.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πιο τίμια ανάγνωση του σήμερα απέναντι στον Χάρρυ Κλυνν: να παραδεχτούμε ότι μέρος του χιούμορ του ανήκει ολοκληρωτικά στην εποχή του. Ορισμένα αστεία του σήμερα ακούγονται παρωχημένα, άβολα ή υπερβολικά σκληρά.
Αλλά θα ήταν εξίσου λάθος να προσπαθήσουμε να τον «καθαρίσουμε» για να χωρέσει στα σημερινά μέτρα.
Ο Χάρρυ Κλυνν δεν ήταν αποστειρωμένος καλλιτέχνης. Ήταν προϊόν μιας Ελλάδας θορυβώδους, αντιφατικής, λαϊκής, συχνά χοντροκομμένης αλλά βαθιά ζωντανής.
Το πένθος πίσω από το γέλιο
Όσο περνούσαν τα χρόνια, ο σαρκασμός του γινόταν όλο και πιο μελαγχολικός. Έγραφε, ζωγράφιζε, αρθρογραφούσε, τσακωνόταν πολιτικά με όλους, σαν άνθρωπος που δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι η Ελλάδα επαναλαμβάνει διαρκώς τα ίδια λάθη.
Και ύστερα ήρθε ο θάνατος του γιου του, του σκηνοθέτη Νίκου Τριανταφυλλίδη, το 2016. Όσοι τον γνώριζαν έλεγαν πως εκεί λύγισε πραγματικά.
Στα τελευταία του χρόνια υπήρχε πάνω του μια βαριά σιωπή. Σαν να είχε κουραστεί να προειδοποιεί μια χώρα που δεν ακούει ποτέ κανέναν — ούτε καν τους γελωτοποιούς της.
Και σήμερα; Θα μπορούσε να υπάρξει ένας νέος Χάρρυ Κλυνν; Μάλλον όχι. Όχι γιατί δεν υπάρχουν ταλαντούχοι κωμικοί. Αλλά γιατί δεν υπάρχει πια η ίδια Ελλάδα.
Ο Χάρρυ Κλυνν γεννήθηκε σε μια εποχή συλλογικής εμπειρίας. Όλοι έβλεπαν τα ίδια κανάλια, άκουγαν τις ίδιες κασέτες, γελούσαν με τα ίδια πρόσωπα. Η σάτιρα λειτουργούσε σχεδόν σαν εθνικός καθρέφτης.
Σήμερα ζούμε κατακερματισμένοι. Το χιούμορ έγινε αλγόριθμος. Το κοινό διασπάστηκε σε μικρές φυλές του διαδικτύου. Και η ειρωνεία έγινε μόνιμη κατάσταση αντί για καλλιτεχνική πράξη.
Ο Χάρρυ Κλυνν ανήκε στην τελευταία γενιά σατιρικών που μπορούσαν να μιλήσουν σε ολόκληρη τη χώρα ταυτόχρονα.
«Δεν υποτίμησα ποτέ τη νοημοσύνη σας»
Αυτή ήταν η φράση με την οποία συνήθιζε να κλείνει τις παραστάσεις του. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο σημαντικό στοιχείο της κληρονομιάς του.
Μέσα στον θόρυβο, στις υπερβολές, στις φωνές και στις γκριμάτσες, ο Χάρρυ Κλυνν δεν αντιμετώπισε ποτέ το κοινό σαν αφελές. Πίστευε ότι ο κόσμος καταλαβαίνει περισσότερα απ’ όσα δείχνει. Ότι πίσω από το γέλιο υπάρχει πάντα μια μορφή αυτογνωσίας.
Γι’ αυτό και σήμερα, επτά χρόνια μετά τον θάνατό του, δεν θυμόμαστε μόνο τις ατάκες του. Θυμόμαστε κυρίως εκείνο το ελαφρώς θλιμμένο βλέμμα ενός ανθρώπου που έκανε μια ολόκληρη χώρα να γελάσει, επειδή ίσως είχε καταλάβει νωρίτερα απ’ όλους πόσο τραγικά αστεία είναι τελικά τα πράγματα εδώ.