Πόλη – θύμα των ντόπιων και ξένων επήλυδων (ξένων και ντόπιων στρατιωτών, πολεμικών συρράξεων, προσφύγων, γεωστρατηγικών, οικονομικών, εργολαβικών συμφερόντων), ιστορικά διαμελισμένη, πολλαπλά καταχωμένη, η Θεσσαλονίκη επιμένει επί αιώνες να κυοφορεί την ιστορία της παρά τις κατά καιρούς βίαιες επεμβάσεις εναντίον της.

Νέα – πολλοστή αλλά και μέγιστης σημασίας για το παρελθόν αλλά και το παρόν και το μέλλον της πόλης αφορμή για τις παραπάνω διαπιστώσεις υπήρξε η χρονίζουσα υπόθεση που αφορά στη διατήρηση, διάσωση και ανάδειξη των μνημείων που εντοπίστηκαν κατά τις ανασκαφές για τη διάνοιξη του μετρό της πόλης στη διασταύρωση των οδών Εγνατίας και Βενιζέλου.

“Σώζοντας τα μνημεία στη Θεσσαλονίκη” ήταν ο τίτλος της εκδήλωσης- διάλεξης, της πρώτης επίσημης που διοργάνωσε το νεοσυσταθέν σωματείο “ΦΙΛΟΙ ΜΝΗΜΕΙΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ”, χθες (Κυριακή), με ομιλήτρια τη διευθύντρια του Αρχαιολογικού Μουσείου της Θεσσαλονίκης Πολυξένη Αδάμ- Βελένη.

Αν και ο τίτλος της εισήγησης παρέπεμπε στο ευοίωνο της διάσωσης των μνημείων και της ιστορίας, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της αναφερόταν στο...”καταστρέφοντας τα μνημεία στη Θεσσαλονίκη”.

“Το σωματείο γεννήθηκε για να καλύψει το έμφυτο ενδιαφέρον των Θεσσαλονικέων για την ιστορία της πόλης τους και φιλοδοξεί να τους συστρατεύσει απέναντι στις μοντέρνες απειλές κατά των διασωθέντων μαρτυριών της. Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις των πολιτών, τόσο για τη διάσωση του κομματιού του ρωμαϊκού πολεοδομικού σχεδιασμού της πόλης στον σταθμό του Μετρό, στην οδό Βενιζέλου, όσο και των λειψάνων του ναού της Αφροδίτης, στην πλατεία Αντιγονιδών, δείχνουν ότι οι αρχαιότητες δεν θεωρούνται παρείσακτα φορτία, αλλά περιουσία και κομμάτι της αυτογνωσίας του λαού. Το σωματείο γεννήθηκε από τους συμμετέχοντες στις κινητοποιήσεις αυτές σε μια λογική γενίκευσης και συμπαγοποίησης της προσπάθειας για τη σωτήρια των μνημείων της πόλης αλλά και της αισθητικής αναβάθμισής της” υπογραμμίζεται στην ανακοίνωση -προσκλητήριο του σωματείου.

Επίσημα και καταγραμμένα, οι αφαιρέσεις (κλοπές, καταστροφές, διαμελισμοί και επαναχρήσεις, ακρωτηριασμοί αρχιτεκτονικών μελών του “σώματος” και της ιστορίας της) στη Θεσσαλονίκη αρχίζουν στις 4 Νοεμβρίου του 1864, όταν… μια ομάδα από οκτώ βουβάλια πορεύτηκε μέσα από πολυδαίδαλα σοκάκια της Θεσσαλονίκης μεταφέροντας στο λιμάνι της πόλης τις “Μαγεμένες”.

Τα τέσσερα αμφίπλευρα αγάλματα (της Μαινάδας, του Διονύσου, της Αριάδνης, της Λήδας, του Γανυμήδη, ενός εκ των Διόσκουρων, της Αύρας και της Νίκης) φορτώθηκαν στο μεταγωγικό πλοίο “La Truite” και μεταφέρθηκαν στη Γαλλία από τον Γάλλο Εμανουέλ Μίλερ (με την άδεια των οθωμανικών αρχών).

Ο Μίλερ έγραφε (10 Οκτωβρίου 1864) στη γυναίκα του: “Βιάζομαι να σου στείλω την καλή, μεγάλη είδηση… Ο Σουλτάνος, μέσω του Μεγάλου Βεζύρη, του Φουάντ Πασά, μου έδωσε την άδεια να αποκολλήσω και να μεταφέρω στη Γαλλία οκτώ αγάλματα της Σαλονίκης που ήθελα τόσο πολύ… αλλά ο πληθυσμός έχει ήδη αρχίσει να εξάπτεται και να δυσανασχετεί. Είναι έξαλλοι που θα πάρω αυτά τα αγάλματα, τα οποία έχουν υποστεί τόσες φθορές”.

Τα αγάλματα “φυλάχθηκαν”, συντηρήθηκαν, εκτέθηκαν τον επόμενο αιώνα στο μουσείο του Λούβρου, αλλά σήμερα- 150 χρόνια ακριβώς μετά την αφαίρεσή τους παρά τις πρόσφατες (προ τριετίας) προσπάθειες, συνεννοήσεις, χορηγίες, συμφωνίες, ανταλλαγές, δεν έγινε δυνατό να επιστρέψουν στη Θεσσαλονίκη ούτε καν ως αντίγραφα…

* “Μια από τις πρώτες καταστροφές στο “ιστορικό σώμα” της Θεσσαλονίκης ήταν το γνωστό τόξο που είχε κατασκευαστεί στην πόλη μετά τη νίκη του Αυγούστου κατά τον Ρωμαϊκό εμφύλιο και το οποίο, λίγο πριν από την απελευθέρωση της πόλης, το 1911, διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη προκειμένου να γίνει η διάνοιξη της πλατείας Βαρδαρίου – νυν Δημοκρατίας. Τα κομμάτια του (πολλά ανάγλυφα διακρίνονται σε φωτογραφίες της εποχής) χάθηκαν δια παντός…” σημείωνε στην εισήγησή της, στη χθεσινή εκδήλωση, η κ.Βελένη.

* Η σύσταση του γραφείου Αρχαιολογικής υπηρεσίας έγινε την επομένη της απελευθέρωσης (Οκτώβριος 1912) με απόσπαση εφόρου από την Αθήνα.

* Τον Ιούλιο του 1913 κηρύχθηκαν ως διατηρητέα μνημεία οι εκκλησίες του Αγ. Δημητρίου, του Προφήτη Ηλία, της Αγ. Αικατερίνης, της Παναγίας Χαλκέων, της Αγ. Σοφίας και της Ροτόντας που λειτουργούσε ως ναός του Αγ. Γεωργίου. Έναν μήνα αργότερα κρίθηκαν ως διατηρητέα τα τείχη της πόλης και ο Λευκός Πύργος αν και ο νομομηχανικός της εποχής επέμενε να … κατεδαφιστεί ο Λευκός Πύργος για να… αναπνεύσει η πόλη!

Στα 1916 έγινε για πρώτη φορά παρακολούθηση εκσκαφής οικοπέδου στις οδούς Αριστοτέλους και Αγ. Νικολάου. Εμφανίζεται κρύπτη και σύμφωνα με έκθεση που υπάρχει στο αρχείο της ΙΣΤ Εφορείας Αρχαιοτήτων, αναστέλλονται οι οικοδομικές εργασίες.

Ακολούθησαν οι ανασκαφικές έρευνες των επιστημονικών ομάδων του Στρατού της Ανατολής που… διοχέτευαν τα κινητά ευρήματα στα μουσεία της Αγγλίας και της Γαλλίας…

Η πόλη πλήττεται από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 και ήδη από το 1918 καταφθάνουν οι πρώτοι πρόσφυγες που καταλαμβάνουν ακόμα και τις βυζαντινές εκκλησίες και χρησιμοποιούν παράνομα οικοδομικό υλικό από τα τείχη για να οικοδομήσουν τις κατοικίες τους.

Το 1921, ιδιοκτήτες του Καραβάν Σεράι πετυχαίνουν τον αποχαρακτηρισμό του κτιρίου προκειμένου να το οικοπεδοποιήσουν, αλλά η ενέργεια αποσοβείται με την παρέμβαση του τότε εφόρου Σ. Πελεκίδη, ενώ την ίδια χρονιά καταγράφεται και η πρώτη γνωμοδότηση του αρχαιολογικού συμβουλίου για τη διενέργεια ανασκαφών στην οδό Αγίου Δημητρίου.

Η επόμενη δεκαετία (1922-1932) αλλάζει την πληθυσμιακή σύνθεση της πόλης με την έλευση, κατά χιλιάδων, των προσφύγων. Στο κέντρο της πόλης αναγείρονται πάνω από 1000 οικοδομές, οι οποίες αν και χτίστηκαν χωρίς καμία παρακολούθηση, δεν έβλαψαν τις υπεδάφιες αρχαιότητες αφού, εκτός από αυτές που είχαν καταφύγια, οι υπόλοιπες (τετραώροφες στην πλειονότητά τους) θεμελιώθηκαν σε βάθος 4,5 μέτρων- ψηλότερα δηλαδή από την άνω στάθμη των αρχαίων οικοδομημάτων (βρίσκονται συνήθως σε βάθος 4,8 μέτρων).

Το 1944, στη θέση της Ρωμαϊκής Αγοράς ανευρίσκεται γυναικείο άγαλμα ρωμαϊκής εποχής. Οι Γερμανοί το στέλνουν “δώρο” στον αρχαιολάτρη Χίτλερ και το άγαλμα επιστρέφεται μετά τον πόλεμο και καταγράφεται ως η πρώτη “επαναπατρισθείσα” ελληνική αρχαιότητα.

Στη δεκαετία του 1950-1960, με τον ξέφρενο και ανεξέλεγκτο ρυθμό της ανοικοδόμησης καταστρέφεται το ιστορικό κέντρο της πόλης. Πολλές από τις οικοδομές του ’30 κατεδαφίζονται, ενώ οι οικοδομές των εννέα ορόφων που υψώνονται στη θέση τους ή σε κενά οικόπεδα απαιτούν βαθύτερη θεμελίωση, με αποτέλεσμα να ξηλώνονται σε μια νύχτα ολόκληρα αρχαία οικοδομήματα…

Η δεκαετία 1960-’70 χαρακτηρίστηκε ως η “δεκαετία των εργολάβων”. Είναι τότε που η άποψη που επικρατεί είναι πως με την απάλειψη κάθε ίχνους ιστορικής φυσιογνωμίας, η πόλη εκσυγχρονίζεται!

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας σηματοδοτούνται όμως από την αποκάλυψη δυο μεγάλων κτιριακών συγκροτημάτων που αποτελούν και τους μοναδικούς (μαζί με τις πρόσφατα αποκαλυφθείσες αρχαιότητες της πλατείας Κυπρίων αγωνιστών) αρχαιολογικούς χώρους της πόλης.

Είναι η πλατεία Αρχαίας Αγοράς και το ανάκτορο του Γαλερίου. Η περίπτωση μάλιστα του τρόπου διάσωσης της Αρχαίας Αγοράς είναι χαρακτηριστική: Σε οικόπεδο του υπουργείο Οικονομικών, όπου επρόκειτο να αναγερθεί το δικαστικό μέγαρο, εντοπίστηκε αρχικά ένας κίονας, ο αρχαιολόγος Φώτης Πέτσας τον ύψωσε, ύψωσε και το δικό του ανάστημα, οι εφημερίδες της εποχής τάχθηκαν στο πλευρό του και στο πλευρό της ιστορίας της πόλης και οι εργασίες ανεστάλησαν για να ανασκαφεί χρόνια αργότερα ο μεγαλύτερος αρχαιολογικός χώρος της πόλης- αυτός της Ρωμαϊκής Αγοράς.

Οι αστυνομεύσεις δεν ανέστειλαν τις καταστροφές αρχαιοτήτων. Η υποχρέωση να παρίσταται αρχαιολόγος κατά τη διάρκεια της εκσκαφής ουδέποτε νομοθετήθηκε και συχνά καταστρατηγήθηκε.

Από το 1955 παγιώθηκαν τρεις τρόποι διατήρησης των αρχαιοτήτων: α) με κατάχωση, β) με διατήρηση στο υπόγειο και γ) με απαλλοτριώσεις.

Έτσι, στα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πάνω από 50 καταχώσεις μνημείων, σε 22 περιπτώσεις οι αρχαιότητες (τμήματα του ρωμαϊκού ιπποδρόμου, τμήματα τειχών, στοών, ρωμαϊκών οικοδομημάτων και παλαιοχριστιανικών τάφων) διατηρήθηκαν στα υπόγεια πολυκατοικιών, σε επτά στον ακάλυπτο χώρο, ενώ οι απαλλοτριώσεις δεν ξεπερνούν τις πέντε!

Το μετρό της Θεσσαλονίκης και τα αρχαία της Βενιζέλου

Κατά τη διάρκεια των οκταετών μέχρι σήμερα ανασκαφικών εργασιών της στους σταθμούς του Μετρό της Θεσσαλονίκης εντοπίστηκαν 104.000(!) κινητά αρχαιολογικά ευρήματα (νομίσματα, αγγεία, λυχνάρια, κοσμήματα από χρυσό, χαλκό, άργυρο, κεραμικά, γυάλινα κ.ά.) που εντόπισαν οι αρχαιολόγοι της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

Μικρότερος κατά πολύ είναι ο αριθμός- όχι όμως και η επιστημονική και ιστορική σημασία- των ευρημάτων από τους ελληνιστικούς χρόνους.

Η κεντρική οδική αρτηρία της Θεσσαλονίκης εντοπίστηκε στα τέλη του περασμένου έτους (2012), σε μήκος 76 μέτρων, κατά τη διάρκεια των εργασιών για την κατασκευή του μετρό της Θεσσαλονίκης στον σταθμό Βενιζέλου.

Το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο γνωμοδότησε στις αρχές Φεβρουαρίου υπέρ της απόσπασης και της μεταφοράς των αρχαιοτήτων του Σταθμού Βενιζέλου στο πρώην στρατόπεδο Παύλου Μελά – ή όπου αλλού προκειμένου να συνεχισθούν οι εργασίες για την διάνοιξη της σήραγγας του μετρό. Η πρώτη αυτή γνωμοδότηση του ΚΑΣ (και στη συνέχεια υπογραφή της απόφασης από τον πρώην αναπληρωτή υπουργό Πολιτισμού Κώστα Τζαβάρα) είχε προκαλέσει αντιδράσεις και λόγω του ότι… η πλειονότητα των μελών του ΚΑΣ που γνωμοδότησαν δεν είχαν ουδέποτε επισκεφθεί διά ζώσης τον χώρο.

Η απόφαση προκάλεσε την αντίδραση του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων. Σε διάστημα ενός χρόνου συγκεντρώθηκαν 16.000 υπογραφές Ελλήνων και ξένων επιστημόνων και πολιτών υπέρ της “ιστορικής αναγκαιότητας συνύπαρξης (και όχι απόσπασης) των αρχαίων με το σύγχρονο μετρό”.

Το χρονίζον θέμα- σημαντικό από αρχαιολογικής, ιστορικής και κοινωνιολογικής άποψης- ξέφυγε από το αρχικό επιστημονικό του πλαίσιο, απέκτησε οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις και εκμεταλλεύσεις και κινητοποίησε την πόλη.

“Πράγματι, οι εργασίες για τη διάνοιξη του μετρό έγιναν η αφορμή για να μάθουμε πολλά για την πόλη μας. Αλλά και για να μεριμνήσουμε για τη διάσωσή τους. Θέλουμε να κτίσουμε το μέλλον μας πάνω στη γνώση του ιστορικού παρελθόντος αλλά όχι πάνω στο πτώμα του” δήλωνε προ τριμήνου η η διευθύντρια της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης Δέσποινα Μακροπούλου σε διάλεξή της στη Θεσσαλονίκη.

Στην πρόσφατη (έπειτα από σειρά αλλεπάλληλων αναβολών) συνεδρίασή του (στις 28 Ιανουαρίου 2014), το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο επανασυζήτησε και μάλιστα επί… 12ωρο (τόσο κράτησε η συνεδρίαση του ΚΑΣ στην Αθήνα, εν μέσω σφοδρών αντεγκλήσεων και προσωπικών απειλών) το θέμα: “έγκριση ή μη μελέτης ανάδειξης των αρχαιοτήτων” και αποφάσισε, με οριακή πλειοψηφία 8 προς 7 των μελών του, “υπέρ της απόσπασης και της επανατοποθέτησης στο σημείο εύρεσής τους- μετά την εκπόνηση ειδικών μελετών– των σημαντικών αρχαιοτήτων που βρέθηκαν στον σταθμό Βενιζέλου”.

Το ΚΑΣ τάχθηκε υπέρ της απόσπασης και της επανατοποθέτησης των αρχαιοτήτων εντός του σταθμού. Από τις συνολικά έξι λύσεις που εξετάστηκαν, προκρίθηκαν δύο, μία του Υπουργείου Πολιτισμού σε συνεργασία με την “Αττικό Μετρό Α.Ε.” και μία των καθηγητών Α.Π.Θ. Γ. Παπακώστα- Α. Αλεξοπούλου, η οποία είχε προκριθεί ως προτιμητέα από τον Δήμο Θεσσαλονίκης.

Οι δύο αυτές λύσεις έχουν ως κοινή συνισταμένη την επαναφορά όλων των σημαντικών ευρημάτων εντός του σταθμού. Η “Αττικό Μετρό Α.Ε.” τονίζει ότι στον ανασχεδιασμό και με τις κατάλληλες συνεργασίες θα επιδιωχθεί η βέλτιστη δυνατή λειτουργία του σταθμού, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παραμέτρους που πρέπει να τηρηθούν (ανακοίνωση της εταιρείας, 29.1.2014).

Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης και όταν μέλη του ΚΑΣ ζήτησαν η απόφαση να αναβληθεί προκειμένου να προηγηθεί αυτοψία (τα μισά σχεδόν μέλη του ΚΑΣ δεν έχουν ουδέποτε επισκεφθεί την ανασκαφή), ο εκπρόσωπος της Αττικό Μετρό επικαλέστηκε προβλήματα και κίνδυνο για τη δημόσια υγεία λόγω του… υδραργύρου που είχε εντοπισθεί και απομακρυνθεί προ οκταμήνου αλλά, όπως είπαν, θα πρέπει να αποσπασθούν και τα υπάρχοντα μνημεία προκειμένου να γίνει πλήρης απομάκρυνση του επικίνδυνου στοιχείου και καθαρισμός του χώρου. Έτσι, τα μέλη του ΚΑΣ γνωμοδότησαν και πάλι χωρίς να έχουν δει τα ευρήματα…

Σήμερα, εκκρεμεί η υπογραφή του αρμόδιου υπουργού Πολιτισμού στην γνωμοδότηση του ΚΑΣ.

Προς το παρόν η ανασκαφή στο σταθμό Βενιζέλου παραμένει κλειστή καθώς τα έργα – τύποις – δεν μπορούν να συνεχισθούν και τα αρχαία δεν γίνεται να αποσπασθούν, ενώ βρίσκονται εν ισχύ τα ασφαλιστικά μέτρα που κατέθεσε στο Συμβούλιο της Επικρατείας ο Δήμος Θεσσαλονίκης και η συζήτηση των οποίων έχει ορισθεί για τις 5 Μαρτίου.

– Παραμένει άγνωστο το αν κάτω από τα ρωμαϊκά εντυπωσιακά ευρήματα βρίσκονται – και σε ποια κατάσταση – άλλα ευρήματα προηγούμενων χρόνων και εποχών και αν μετά την αποκόλληση των υφισταμένων οι αρχαιολόγοι βρεθούν προ νέων εκπλήξεων!

– Προκειμένου τα αρχαία να παραμείνουν in situ στον χώρο, οι εκπρόσωποι του μετρό επικαλέσθηκαν απαιτούμενα ποσά 60,5 εκατ. ευρώ, 13 ακόμη χρόνια εργασιών και απαλλοτριώσεις γειτονικών πολυκατοικιών.

– Με την εφαρμογή της τελευταίας γνωμοδότησης του ΚΑΣ και της αναμενόμενης υπουργικής υπογραφής, απαιτείται (μετά τη σύνταξη προμελέτης) η σύνταξη νέας μελέτης – συγκερασμού των προτάσεων, έγκριση και υλοποίησή της…

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ