Αν γύριζε το χρόνο πίσω, ίσως το μόνο που θα άλλαζε θα ήταν να μάθει ελληνικά και καλύτερη στενογραφία!

Ο Τιμ Ράντφορντ (Tim Radford), βραβευμένος δημοσιογράφος επιστημονικών θεμάτων για περισσότερα από 32 χρόνια στη βρετανική εφημερίδα Guardian, μιλά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για το συναρπαστικό κόσμο της επιστήμης.

Εξηγεί πως οι άνθρωποι δεν ασχολούνται με την επιστήμη επειδή απλώς «έχουν άλλα πράγματα στο μυαλό τους» αλλά αυτός είναι ο ρόλος του δημοσιογράφου: να βρίσκει σημαντικά θέματα και να γράφει για αυτά με τρόπο τέτοιο ώστε να κάνει τελικά τον κόσμο να ενδιαφερθεί.

Πιστεύει επίσης ότι η απλοποίηση των επιστημονικών ειδήσεων από τους δημοσιογράφους για το ευρύ κοινό, είναι μονόδρομος, ακόμη και αν αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε λάθη.

Ο Tim Radford σήμερα διανύει το 74ο έτος της ζωής του και συνεχίζει να συνεργάζεται με την Guardian και άλλα μέσα ενημέρωσης, ως freelancer. Έχει κερδίσει τέσσερις φορές το βραβείο της Ένωσης Δημοσιογράφων Επιστημονικών Θεμάτων της Βρετανίας (Association of British Science Writers -ABSW) και είναι συγγραφέας του βιβλίου “The Crisis of Life On Earth (1990)”.

Από την εμπειρία σας ποια είναι τα εμπόδια που πρέπει να ξεπεράσει ένας δημοσιογράφος ο οποίος θέλει να ασχοληθεί με τα επιστημονικά θέματα;
Υπάρχουν τρία προβλήματα. Ένα είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν σκέφτονται την επιστήμη, δεν ξέρουν από επιστήμη και δεν γνωρίζουν έστω αρκετά για να είναι σε θέση να αντιληφθούν πόσα λίγα ξέρουν. Σε αυτό δεν φταίει ο κόσμος. Έτσι συμβαίνει στη ζωή. Ο λόγος που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν (για παράδειγμα) από μοριακή βιολογία, είναι ο ίδιος με το λόγο για τον οποίο οι περισσότεροι κοσμολόγοι δεν ξέρουν από μοριακή βιολογία: έχουν άλλα πράγματα στο μυαλό τους.

Έτσι, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνει ένας δημοσιογράφος είναι να τραβήξει την προσοχή του αναγνώστη σε κάτι που δεν θα περίμενε ποτέ ότι θα διαβάσει. Αυτό το πετυχαίνουμε με μια διαδικασία τριβής. Που σημαίνει ότι γράφουμε συνέχεια για ένα θέμα. Βοηθάει αν το θέμα είναι μεγάλο και δυνάμει πολιτικά σημαντικό, όπως η κλιματική αλλαγή.

Νομίζω ότι ο δημοσιογράφος είναι επιφορτισμένος με το να βρίσκει εκείνο που ανάμεσα στα επιστημονικά θέματα είναι -και πρέπει να είναι- σημαντικό για τον αναγνώστη και στη συνέχεια να το κάνει ενδιαφέρον. Αυτό άλλωστε είναι και η ευθύνη των δημοσιογράφων τόσο στην πολιτική, όσο και στην οικονομία, αλλά ακόμη και στην αθλητική δημοσιογραφία.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι η επιστήμη είναι δυσνόητη, ακόμη και για όσους έχουν ανάλογες σπουδές. Άνθρωποι που ανακαλύπτουν πράγματα μη ορατά ή εννοιολογικά (για να παραμείνουμε στο παράδειγμα της μοριακής βιολογίας και της κοσμολογίας) πρέπει να εφεύρουν νέες λέξεις για να περιγράψουν τα δεδομένα και νέες ονομασίες για τις ιδέες. Αυτό είναι κάτι που σήμερα συμβαίνει με έναν επιταχυνόμενο ρυθμό: η μοριακή και κυτταρική βιολογία είναι ένα καλό παράδειγμα. Και οι περισσότεροι δημοσιογράφοι, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιογράφων επιστημονικών θεμάτων, ακόμη και εκείνων που εργάζονται σε υψηλού κύρους επιστημονικά περιοδικά, «πονοκεφαλιάζουν» με το λεξικό.

Υπάρχει κι ένα τρίτο πρόβλημα, που αφορά τη νωθρή σκέψη και τη φτωχή φαντασία, που έχει γίνει το «κοινό νόμισμα» μιας λαϊκής δημοσιογραφίας. Αυτό, ένας καλός δημοσιογράφος πρέπει να το αποφεύγει, ειδικά όταν εξειδικεύεται σε έναν τομέα.

Πιστεύετε ότι η σύγχρονη δημοσιογραφία συμβάλλει στη διάδοση των επιστημονικών θεμάτων αποδίδοντας σωστά το επιστημονικό περιεχόμενο ή μήπως τελικά παραπλανά και οδηγεί τους αναγνώστες σε σύγχυση;
Πιστεύω πως ναι, πολλοί από τους σύγχρονους δημοσιογράφους βοηθούν στο να διαδοθεί το επιστημονικό περιεχόμενο των θεμάτων στον κόσμο. Αλλά αυτή είναι μια φράση που δεν θα χρησιμοποιούσα ποτέ. Οι άνθρωποι δεν χρειάζονται να τους πουν για «επιστημονικά περιεχόμενα». Θέλουν να μάθουν τι κάνει η επιστήμη και πώς διαμορφώνει και επαναδιαμορφώνει τον κόσμο γύρω τους αλλά και ποιος είναι ο ρόλος της στα θέματα που απασχολούν την ανθρωπότητα στη διάρκεια της ιστορίας της.

Μου αρέσει πολύ να λέω ότι υπάρχουν τρεις σπουδαίες ιστορίες στην επιστήμη: Από πού προήλθε το σύμπαν, από πού προήλθε η ζωή και από πού προήλθε ο άνθρωπος. Και δεν είναι τυχαίο που αυτές οι ιστορίες περιέχονται σε όλες τις θρησκείες, σε όλες τις μυθολογίες και σε όλες τις κουλτούρες. Προσωπικά, βρίσκω τις ιστορίες που αναδύθηκαν από τις φυσικές επιστήμες στη ζωή μου, τόσο συναρπαστικές, τόσο δραματικές και τόσο εντυπωσιακές, που το θεωρώ σχεδόν εγκληματικό να μην κάνω οτιδήποτε ώστε να τις ακούσουν και όλοι οι άλλοι.

Τώρα, σε ό,τι αφορά το ιδιαίτερο ερώτημα για το αν (η σύγχρονη δημοσιογραφία) παραπλανά ή προκαλεί σύγχυση στους αναγνώστες… Ναι, θα μπορούσαμε τελικά να καταλήξουμε και στην παραπλάνηση του κόσμου, προσπαθώντας να απλοποιήσουμε την επιστήμη. Αλλά πρέπει να κάνουμε την απλοποίηση έτσι κι αλλιώς. Απλοποιούμε την πολιτική, τα οικονομικά και τα αθλητικά για το ευρύ κοινό. Γιατί να μην το κάνουμε και για την επιστήμη;

Το πιο σημαντικό είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, τον περισσότερο καιρό, δυσκολεύονται να θυμηθούν τι διάβασαν σε μια εφημερίδα ή άκουσαν στην τηλεόραση. Έτσι, ακόμη και αν ο ρεπόρτερ ήταν σχολαστικά σωστός από όλες τις πλευρές στο ρεπορτάζ του, δεν θα έκανε καμιά εντύπωση που θα διαρκούσε περισσότερο.

Για αυτό λέω πάντα, παίζουμε σε ένα παιχνίδι μεγάλης διάρκειας, σε ένα παιχνίδι που διαρκεί μια ζωή: αν λέμε αυτό που είναι σημαντικό με ειλικρίνεια, απλά και ζωντανά, όσο συχνά γίνεται, κάποιοι άνθρωποι στο τέλος θα θυμούνται και θα αντιδράσουν. Παρατήρησα πως η πρώτη απόδειξη ότι το κάπνισμα προκαλεί καρκίνο του πνεύμονα βρέθηκε περίπου το 1960. Πήρε περισσότερα από 30 χρόνια για τους περισσότερους ανθρώπους στη Βρετανία και τις ΗΠΑ, να κόψουν το κάπνισμα και να αρχίσουν να το απαγορεύουν σε δημόσιους χώρους. Συνεπώς, δεν αρκεί ποτέ να λες κάτι μια φορά.

Τι είδους δεξιότητες, κατά τη γνώμη σας, πρέπει να έχει ή ποιο δρόμο να ακολουθήσει ένας δημοσιογράφος που θέλει να ασχοληθεί με το ρεπορτάζ επιστημονικών θεμάτων και να εξειδικευτεί πάνω σε αυτό;

Δεν είμαι καλό παράδειγμα. Έφυγα από το σχολείο στα 16 μου και έπιασα δουλειά σε μια εφημερίδα κάνοντας αυτό που κάνουν οι ρεπόρτερ. Κάλυπτα δικαστικά θέματα, αστυνομικά, θέματα αυτοδιοίκησης και πάει λέγοντας. Αυτό ήταν πριν από πάρα πολλά χρόνια. Τώρα οι άνθρωποι σπουδάζουν δημοσιογραφία και κάνουν μεταπτυχιακό στην επικοινωνία της επιστήμης.

Και κάποιοι από αυτούς είναι σπουδαίοι. Ωστόσο, αυτό που έχω παρατηρήσει στις συνεντεύξεις Τύπου, είναι ότι όλοι τους είναι λίγο πολύ σαν εμένα. Ρωτούν ερωτήσεις που αρχίζουν με τις λέξεις «ποιος, τι, πού, πότε, γιατί και πώς» και αν δεν καταλάβουν την απάντηση θα ξαναρωτήσουν «ποιος, τι, πού, πότε, γιατί και πώς» μέχρι να την κατανοήσουν. Και μετά κάνουν τις ερωτήσεις που κάνω κι εγώ πάντα στον εαυτό μου: Πώς θα πω την ιστορία; Πώς θα την εξηγήσω στον αρχισυντάκτη μου; Πώς θα τη γράψω για τον αναγνώστη;

Αν θα μπορούσατε να γυρίσετε πίσω το χρόνο και να τα ξανακάνετε όλα από την αρχή, θα υπήρχε κάτι που θα κάνατε διαφορετικά στην πορεία σας ως δημοσιογράφος;
Ναι, εύχομαι να είχα μάθει καλύτερη στενογραφία και να γνώριζα ακόμη μία ή δύο γλώσσες, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής. Κάτι άλλο όμως, όχι. Θα ευχόμουν άραγε να έχω σπουδάσει επιστήμες; Στην πραγματικότητα, ό,τι γεωλογία, κοσμολογία και μοριακή βιολογία και να μάθαινα στη δεκαετία του 1950, δεν θα ήταν και πολύ χρήσιμα σήμερα, έτσι δεν είναι;

Και εν τέλει το έκανα. Σπούδασα την επιστήμη ενώ συνέβαινε και η εκπαίδευσή μου ήταν στα χέρια επιστημόνων, από τους οποίους ορισμένοι έχουν κάνει τις σπουδαιότερες επιστημονικές προόδους της εποχής τους. Ήταν μια απίθανη περιπέτεια, αλλά για το δημοσιογράφο όλη η ζωή είναι περιπέτεια.

Όταν κάλυπτα το αστυνομικό ρεπορτάζ, έγραφα ιστορίες που ήξερα ότι ο κόσμος θα τις διαβάσει ακόμη κι αν, επί της ουσίας, ήταν οι ίδιες παλιές ιστορίες λύπης, απώλειας, κακίας και τρέλας. Το σπουδαίο όμως με τα επιστημονικά θέματα, είναι ότι έχεις αρκετά συχνά την ευκαιρία να γράψεις κάτι που δεν έχει γράψει κανείς άλλος ποτέ πριν. Κανένας ρομαντικός μυθιστοριογράφος ή αθλητικογράφος ή οικονομικός συντάκτης δεν μπορεί να είναι σίγουρος για κάτι τέτοιο. Λοιπόν, οι ρεπόρτερ επιστημονικών θεμάτων είναι εξαιρετικά τυχεροί!

Υπάρχει ενδεχομένως κάτι που δεν θα επαναλαμβάνατε, κάτι που θα αποφεύγατε τελείως;
Δεν μπορώ να το απαντήσω αυτό. Ναι, έχω κάνει λάθη αλλά έτσι μαθαίνει κανείς: προσπαθώντας και κάνοντας λάθη. Και ποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι ποτέ δεν έκανε λάθη;

Ο Τιμ Ράντφορντ θα μιλήσει στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο “Μέσα & έξω από το εργαστήριο. Επιστήµη και τεχνολογία στη δηµόσια σφαίρα”, που διοργανώνει το Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σε συνεργασία με το CERN και το Δήμο Θεσσαλονίκης.

Το συνέδριο πραγματοποιείται στις 14 και 15 Μαρτίου, στο Δημαρχείο Θεσσαλονίκης και τελεί υπό την αιγίδα της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας, την υποστήριξη της Επιτροπής Ερευνών ΑΠΘ, της Ελληνικής Ένωσης Δημοσιογράφων, Συγγραφέων & Επικοινωνιολόγων Επιστήμης (Science View) και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημοσιογράφων Επιστήμης (EUSJA).