«Το πλεκτό έχει επανέλθει στη μόδα, σ’ έναν κόσμο που ανακαλύπτει εκ νέου τη μαγεία της μαστορικής», λέει η Κατερίνα Σχινά στη συνέντευξη την οποία παραχώρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο της για το πλεκτό, υπό τον τίτλο «Καλή και ανάποδη» (εκδόσεις Κίχλη).

Μεταφράστρια, κριτικός λογοτεχνίας και μουσικής και δημοσιογράφος, η Κ. Σχινά έχει εργαστεί, μεταξύ άλλων, στις εφημερίδες «Η Αυγή», «Η Καθημερινή» και «Ελευθεροτυπία», όπως και στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο της ΕΡΤ, έχοντας εκ παραλλήλου μεταφράσει από Έντγκαρ Άλαν Πόε, Τζέιμς Τζόις, Τζαλ Λόντον και Μαρκ Τουέιν μέχρι Ίαν Μακγιούαν, Τόνι Μόρισον και Φίλιπ Ροθ.

Το βιβλίο της Κ. Σχινά είναι μια δουλειά την οποία δύσκολα θα συναντήσει κανείς τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Μιλώντας για την ιστορία του πλεκτού, μιλάει ταυτοχρόνως για τη μουσική και τη λογοτεχνία ενώ δεν αποφεύγει να μας δώσει και κάποιες καθαρώς αυτοβιογραφικές σελίδες. Όπως εξηγεί η ίδια στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, «ήταν αναπόφευκτο, γράφοντας για κάτι που αγαπώ να γράψω και για μένα, ωστόσο αυτό που επιδίωξα ήταν να απευθυνθώ σε όσους ίσως αναγνώριζαν κάτι από τους ίδιους στις λέξεις μου».

Το «Καλή και ανάποδη» φέρει τον ενδεικτικό υπότιτλο «Ο πολιτισμός του πλεκτού», μιλάει όντως για τον πολιτισμό και την ιστορία του πλεκτού, αλλά πηγαίνει πολύ πέρα από αυτό. Θέλω, προτού μιλήσουμε για το πλεκτό, να δούμε τη σχέση του με τη μουσική και τη λογοτεχνία: δυο τέχνες με τις οποίες συνομιλείς σε ολόκληρη τη ζωή σου και δίνουν τώρα γενναία το παρών στις σελίδες του βιβλίου σου.


Δεν θα πω κάτι καινούργιο υπενθυμίζοντας ότι και στην λογοτεχνία και και στην μουσική ενυπάρχει η έννοια της ύφανσης, της συναρμογής, δηλαδή, λέξεων ή φθόγγων, λεκτικών ή ηχητικών μονάδων, σε ένα σύνολο. Ειδικότερα, σε ό, τι αφορά στο κείμενο, η παρατήρηση αυτή ανάγεται στο βαθύ παρελθόν, εντοπίζεται ήδη στο πεδίο της ετυμολογίας: η αράδα, π.χ, η γραμμή του κειμένου (linea) συναρτάται με το λινό νήμα. Ωστόσο, ο Φλούσερ, στο βιβλίο του Η γραφή θεωρεί τα κείμενα ατελή υφάσματα, που αποτελούνται μεν από γραμμές (ό, τι, δηλαδή, στην υφαντική κατασκευάζει το στημόνι), αλλά δεν χρειάζονται, για να συγκροτηθούν, τα κάθετα νήματα (το υφάδι). Άρα η διαδικασία της γραφής μοιάζει περισσότερο με πλέξιμο, με την έννοια ότι υφάδι, στο πλεκτό, δεν χρειάζεται επίσης. Κι ακόμη, ο συσχετισμός της πλεκτικής με τη μουσική και τη λογοτεχνία έχει να κάνει με τον χρόνο: Η χειροτεχνία, όπως και η αφήγηση, λεκτική ή μουσική, δεν μπορεί να νοηθεί ως κάτι στατικό: στη δημιουργία κάθε χειροτεχνήματος – όπως ακριβώς και στην αφήγηση κάθε ιστορίας ή στην ανέλιξη μιας μουσικής σύνθεσης – ο χρόνος αμφισβητείται και μεταλλάσσεται, επιμηκύνεται ή συντομεύει κατά βούληση.

Επιστρέφοντας στο πλεκτό, στο κεφάλαιο με τίτλο «Οι βελόνες της εξέγερσης», γράφεις πως η ιστορία του πλεκτού είναι μια ιστορία παραβατικότητας, που συνδέεται τόσο με τον φεμινισμό όσο και με διάφορα ρεύματα του σύγχρονου ακτιβισμού. Εξήγησέ μας ακριβώς το πώς και το γιατί.

Η ιστορία του πλεκτού, αν την δούμε διαχρονικά, είναι μια ιστορία παραβατικότητας. Η χειροτεχνική δραστηριότητα συνδέεται ιστορικά με τη μυστικότητα και την πανουργία, όπως εξάλλου δηλώνει και η ετυμολογία της αγγλικής λέξης crafty (πανούργος, πονηρός), που ευθέως κατάγεται από τη λέξη craft, η οποία σημαίνει τη μαστορική, την τέχνη του χεριού. Συντεχνίες και ισνάφια, χώροι εργασίας κλειστοί, με εσωτερικούς κανόνες, θα μετεξελιχθούν σε επαναστατικές οργανώσεις την περίοδο του διαφωτισμού• θα’ λεγε δηλαδή κανείς ότι η δυναμική της ομαδικής δουλειάς και της συνεργατικότητας εκβάλλει φυσιολογικά στην πολιτική δράση.

Τη δεκαετία του ’60 το πλέξιμο αναδύθηκε ως πολιτικό εργαλείο, μέσο έκφρασης των φεμινιστικών ιδεωδών και ταυτόχρονα συμβολική επιτομή της ζωής των γυναικών – όργανο επικοινωνίας και αφήγηση συνάμα των κρυμμένων, περιθωριοποιημένων ή αγνοημένων συστατικών της. Αργότερα, όταν η υπαρξιακή δυσφορία μέσα στον καπιταλισμό θα αρχίσει να γίνεται ολοένα και εντονότερη, η εικόνα της σιωπηλής πλέκτριας (στερεοτυπικό σύμβολο ενός κόσμου αλλοτριωμένου, καταπιεσμένου, βουβού) θα αντιστραφεί. Θα αποκτήσει φωνή (τη φωνή της ως τότε σιωπηλής πλειοψηφίας) και θα διατρανώσει τη δύναμη που μπορεί να αποκτήσει η ατομική εργασία όταν στρατευθεί σ’ έναν συλλογικό σκοπό.

Απάντηση στην παγκοσμιοποίηση, την κλιματική αλλαγή και την καταστροφή του περιβάλλοντος, σχόλιο στην οικονομική κατάρρευση και την έκρηξη της ανεργίας, αντίδραση στον πόλεμο του Ιράκ και τις συγκρούσεις όπου γης, το πλέξιμο θα γίνει από ιδιωτικό δημόσιο και από τοπικό παγκόσμιο, διεκδικώντας έτσι τον «επαναστατικό» του χαρακτήρα. Θα το δούμε να χρησιμοποιείται σε καθιστικές διαμαρτυρίες, σε ακτιβιστικές δράσεις, σε εικαστικές εγκαταστάσεις με πολιτικό περιεχόμενο.

Μοιραία το πλεκτό θα μας παραπέμψει στο ντύσιμο. Θα μας οδηγήσει, όμως, μέσα από το ντύσιμο και στη μόδα; Ποιον ρόλο παίζει η μόδα όχι μόνο στην ιστορία του πλεκτού, αλλά και στον παρόν του; Και, με την ευκαιρία, πώς θα όριζες το παρόν του πλεκτού;


Ας αρχίσουμε από το παρόν του πλεκτού: όταν σχεδίαζα το βιβλίο, η πλεκτική λογιζόταν ως παρωχημένη δραστηριότητα. Πώς θα μπορούσε να αντέξει στις προκλήσεις του life style μια ενασχόληση μοναχική που πρόσδινε σε όσες καταπιάνονταν με νήματα και βελόνες μια παραδοσιακή ταυτότητα την οποία επειγόμασταν να αποτινάξουμε; Γι’ αυτό και σκέφτηκα να γράψω το «Καλή και ανάποδη», ως έναν επικήδειο μιας πολλαπλά επωφελούς δραστηριότητας, που χανόταν.

Σήμερα, ωστόσο, το πλεκτό ξανάγινε της μόδας, τα ειδικά καταστήματα πολλαπλασιάζονται, οι νέες γυναίκες παίρνουν μαθήματα, κατασκευάζουν τα δικά τους πλεκτά. Νομίζω ότι είναι μια αντίδραση στη επικυριαρχία της μόδας, στην δικτατορία των εκάστοτε συρμών• ταυτόχρονα εκφράζει μια αντικαταναλωτική στάση, που επιμένει να διεκδικεί την αυτεξουσιότητα σε έναν κόσμο υφασμένο από εικόνες προς τις οποίες πρέπει να μοιάσουμε και για την ενσάρκωση των οποίων πρέπει να πληρώσουμε – και μάλιστα ακριβά.

Μόνο διαβάζοντας το βιβλίο σου σκέφτηκα (ή καλύτερα συνειδητοποίησα) πως το πλεκτό είναι «μια ανδροπρεπής τέχνη», όπως πολύ χαρακτηριστικά την ονομάζεις.

Ανέκαθεν έπλεκαν οι άνδρες – για να μην πω ότι ήταν οι πρώτοι στην ιστορία που ασχολήθηκαν με τις βελόνες. Από τους Αιγύπτιους καλτσοπλέκτες ώς τους Σαμουράι της Ιαπωνίας και από τους Περουβιανούς ορεσίβιους ώς τους ψαράδες της Μεσογείου, οι άνδρες έπλεξαν με ζέση, με δεξιότητα, με ξεχωριστή λεπτότητα. Έπλεκε ακόμη και ο Καββαδίας στη βάρδια του και ο Ζαχαριάδης στα χρόνια της εξορίας του. Σήμερα δεν είναι μόνο ο Ράσελ Κρόου που πλέκει (έχω βαρεθεί τις φωτογραφίες του επί το έργον), αλλά και εικαστικοί καλλιτέχνες με πολύ ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Δεν έχει φύλο το πλέξιμο.

Γράφοντας για το πλεκτό, ξετυλίγεις κι ένα μεγάλο κομμάτι της καθημερινότητάς σου, από τα νεανικά μας χρόνια μέχρι σήμερα. Το μυθιστορηματικό σου δοκίμιο για το πλεκτό, αν δεν είναι πολύ αυθαίρετος ένας τέτοιος χαρακτηρισμός, μπορεί να διαβαστεί εδώ και σαν αυτοβιογραφικό δοκίμιο;

Το παραδέχομαι και η ίδια στον επίλογο: το βιβλίο είναι έμμεσα αυτοβιογραφικό. Πολλά απ’ όσα έζησα περνούν στο κείμενο, και ιδίως στις ιστορίες που διανθίζουν το δοκίμιο, όμως τα γεγονότα δεν μεταγράφονται ωμά, αμετάπλαστα• ελπίζω ότι μεταφέρονται κυρίως ως υπαινιγμοί, ως αντηχήσεις… Θα ήθελα το βιβλίο μου να πατάει μεν στο ατομικό βίωμα, αλλά να το προσπερνάει, ώστε να αποφύγει την παγίδα του ναρκισσισμού, να μην γίνει εσωστρεφές, αυτοαναφορικό. Ήταν, φυσικά, αναπόφευκτο, γράφοντας για κάτι που αγαπώ να γράψω και για μένα, ωστόσο αυτό που επιδίωξα ήταν να απευθυνθώ σε όσους ίσως αναγνώριζαν κάτι από τους ίδιους στις λέξεις μου. Δεν ξέρω αν το κατάφερα, αλλά το προσπάθησα.

Κάτι που επίσης δεν μπορούσα να φανταστώ προτού διαβάσω το βιβλίο σου είναι η συμπόρευση του πλεκτού με τα μαθηματικά, αλλά και με την οικολογία. Τόσο τα μαθηματικά όσο και η οικολογία βρίσκονται εδώ και αρκετά χρόνια στην ημερήσια διάταξη της δημόσιας συζήτησης. Πώς βάζεις το πλεκτό σε μια τέτοια συζήτηση;

Δεν το βάζω εγώ, το βάζουν οι μαθηματικοί! Ξέρεις ότι ο ιδιοφυής πατέρας της πληροφορικής Άλαν Τιούρινγκ έπλεκε λωρίδες Moebius, αντικείμενα φράκταλ ή χειροτεχνικές εκδοχές των πέντε πλατωνικών στερεών στη διάρκεια του μεσημεριανού του διαλείμματος; Μάλλον ήταν ο πρώτος που αποπειράθηκε να αναπαραστήσει πολύπλοκες γεωμετρικές επιφάνειες με νήμα και βελόνες. Μετά ακολούθησαν και άλλοι, όπως η καθηγήτρια του Κορνέλ Ντάινα Τάμινα που βάλθηκε, για διδακτικούς σκοπούς, να οπτικοποιήσει την υπερβολοειδή επιφάνεια με την βοήθεια πλεκτών μοτίβων. Όσο για την οικολογία, η πλεκτική επιστρατεύτηκε ως μέσο για την προστασία του περίφημου κοραλλιογενούς φράγματος της Αυστραλίας. Δύο αδελφές, η φυσικός Μάργκαρετ Βερτχάιμ και η δίδυμη φιλόσοφος αδελφή της Κριστίν ίδρυσαν το Institute for Figuring (Ινστιτούτο Παραστατικής – σε αρκετά ελεύθερη απόδοση), και έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση σε ένα από τα προγράμματά του, την δημιουργία ενός αχανούς κοραλλιογενούς υφάλου πλεγμένου με το βελονάκι. Το έργο σιγά σιγά κινητοποίησε πλέκτες απ’ όλο τον κόσμο και εξελίχθηκε σε μια μοναδική σύνθεση τέχνης, επιστήμης, μαθηματικών, θαλάσσιας βιολογίας, χειροτεχνίας και κοινοτικής πρακτικής. Είναι το μεγαλύτερο, ίσως, καλλιτεχνικό κοινοτικό έργο που έγινε ποτέ, και ταξιδεύει και εκτίθεται σε όλον τον κόσμο ώστε να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη για τον κίνδυνο να αφανιστεί το ευαίσθητο οικοσύστημα του κοραλλιογενούς φράγματος της Αυστραλίας.

Πλεκτό και πόλεμος. Εδώ δεν θα έλεγα ότι εκπλήσσομαι, αλλά θα ήθελα να κουβεντιάσουμε για την ανθρωπολογία που φέρνει κοντά τη χειροτεχνία του πλεκτού, όπως και τα σταθερά επαναλαμβανόμενα μοτίβα του, με τις πολεμικές συγκρούσεις.

Εδώ μπορούμε να διακρίνουμε ανάμεσα στα πλεκτά που κατασκευάστηκαν για τον πόλεμο (ή καλύτερα για τους στρατιώτες που πολεμούσαν – η “Φανέλα του στρατιώτη” δεν ήταν μόνο ελληνική επινόηση• στην Αγγλία και την Αμερική ήταν υποχρέωση των αμάχων να πλέκουν για τα φανταράκια και στον Πρώτο και στον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο) και εκείνα που κατασκευάζονται εναντίον του πολέμου. Και αναφέρομαι στα έργα εικαστικών που διαμαρτύρονται για τον πόλεμο στο Ιράκ, είτε δημιουργώντας πλεκτά που αντί άλλου σχεδίου φέρουν συνθήματα εναντίον της αμερικανικής πολιτικής ή καταγράφουν τις απώλειες στα πεδία των μαχών, είτε στήνοντας αντιπολεμικές εγκαταστάσεις, όπου το πλεκτό έχει τον πρώτο λόγο.

Σκέφτομαι, για παράδειγμα, το έργο της Δανέζας εικαστικού Μαριάννε Γιόργκενσεν, η οποία, διαμαρτυρόμενη για τη δανική, βρετανική και αμερικανική συμμετοχή στον πόλεμο του Ιράκ, μηχανεύτηκε μια ιδιαιτέρως εύγλωττη εικαστική εγκατάσταση: επιστρατεύοντας μια σειρά από παροπλισμένα άρματα μάχης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σκέπασε το καθένα τους με μια ροζ κουβερτούλα καμωμένη από 4.000 πλεκτά κομμάτια. Το τανκ, σύμβολο καταπάτησης των ορίων του άλλου, καλύπτεται με ροζ μαλλί, κι έτσι αφοπλίζεται και χάνει την ισχύ του.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ