Ο αντίκτυπος στα παιδιά του πολέμου της Τσετσενίας το 1999 είναι το θέμα της ταινίας «The Search», που γύρισε ο βραβευμένος με Όσκαρ (για την ταινία του The Artist) λιθουανικής καταγωγής Γάλλος σκηνοθέτης, Μισέλ Χαζαναβίσιους, που προβλήθηκε χθες στο διαγωνιστικό πρόγραμμα του 67ου κινηματογραφικού φεστιβάλ των Κανών.

Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ένα 9χρονο αγόρι. Kρυμμένος βλέπει τους Ρώσους στρατιώτες να σκοτώνουν τους γονείς του και προσπαθεί να διαφύγει παίρνοντας μαζί του και το λίγων μηνών αδελφάκι του, που κάποια στιγμή θα εγκαταλείψει έξω από ένα σπίτι για να μπορέσει να σωθεί ο ίδιος.

Η ταινία, ελεύθερη διασκευή της βραβευμένης με διάφορα Οσκαρ αμερικανικής ταινίας «The Search» που γύρισε το 1948 ο Φρεντ Τσίνεμαν, αφηγείται τη δύσκολη πορεία του και τη συνάντησή του με μια Γαλλίδα εκπρόσωπο του Οργανισμού Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ που ερευνά για τον διεθνή οργανισμό την κατάσταση του άοπλου πληθυσμού που καθημερινά γίνεται στόχος των εχθρικών στρατευμάτων, για τα οποία ο κάθε Τσετσένος είναι και ένας τρομοκράτης, σύμφωνα με την άποψη της ρωσικής στρατιωτικής ηγεσίας.

Παράλληλα με την ιστορία του χαμένου αγοριού, που αρχίζει να τον αναζητά η μεγαλύτερη αδερφή του, ο σκηνοθέτης παρουσιάζει και την ιστορία τόσο της Γαλλίδας εκπροσώπου του ΟΗΕ όσο και εκείνη ενός απλού Ρώσου που υποχρεώνεται να καταταγεί στο στρατό και στέλνεται να πολεμήσει στη Τσετσενία.

Εκεί, αρχικά αναλαμβάνει να φορτώνει σε κασόνια τους νεκρούς Ρώσους στρατιώτες που πέφτουν στη μάχη και που καταφθάνουν καθημερινά μέσα σε ελικόπτερα, ενώ στη συνέχεια στέλνεται στο μέτωπο, όπου, από ευαίσθητο άτομο που αρχικά δείχνει να εναντιώνεται στις αγριότητες του στρατεύματος, μετατρέπεται σταδιακά και αυτός σε τέρας όπως και οι συνάδελφοί του.

Με μια στρωτή σκηνοθεσία, με σωστή ανάπλαση της ατμόσφαιρας (όπου παρελαύνει όλη η απανθρωπιά και η φρίκη του πολέμου), ο Χαζαναβίσιους έφτιαξε ένα συγκινητικό, αντιπολεμικό δράμα που σίγουρα θα τραβήξει ένα πλατύτερο κοινό.

Στη δική του ταινία, «Αντίο στη γλώσσα», ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ, το «τρομερό παιδί» της άλλοτε «νουβέλ βαγκ», φτιάχνει, με τη βοήθεια του 3D, ένα είδος δοκιμίου γύρω από τον έρωτα και τη σχέση του ζευγαριού, με ωραία πλάνα και εντυπωσιακά εφ’ όλων των θεμάτων τσιτάτα, που θυμίζουν την αβάν-γκαρντ, χωρίς όμως να προσθέτει τίποτα το καινούριο στο μέχρι σήμερα έργο του.

Ο ίδιος ο σκηνοθέτης αρνήθηκε τελικά να παραστεί στις Κάνες, στέλνοντας τους ηθοποιούς του.

Ο πόλεμος της Κορέας, ιδωμένος μέσα από ένα στρατόπεδο στη Βρετανία, το 1952, δίνεται από μιαν εντελώς άλλη πλευρά στην απολαυστική, δοσμένη με φαντασία και ευρηματικότητα, ταινία «Για τη βασίλισσα και την πατρίδα» του Τζον Μπούρμαν (Point Blank, Deliverance), που προβλήθηκε στο «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών».

Η ταινία αφηγείται τις περιπέτειες του ίδιου του Μπούρμαν, όταν στα 18 του χρόνια είχε καταταγεί στο στρατό – η ταινία είναι ημι-αυτοβιογραφική και συνεχίζει την ιστορία εκεί που μας άφησε στην ταινία του «Hope and Glory», που εκτυλισσόταν στο Λονδίνο του 1943, εποχή του βομβαρδισμού από τα ναζιστικά αεροπλάνα. Πέρα από μια ιστορία έρωτα με μια αριστοκράτισσα, η ταινία αφηγείται, με άφθονο χιούμορ, τη ζωή του νεαρού ήρωα, στο στρατόπεδο, όπου είναι υποχρεωμένος να διδάσκει γραφομηχανή σε νεοσύλλεκτους, κι όπου, μαζί με ένα φίλο του, σχεδιάζει μιαν ασυνήθιστη εκδίκηση ενάντια σ’ ένα ψυχοπαθή, κολλημένο στους κανονισμούς, λοχίας.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις