Ύστερα από μια κάμψη, που φάνηκε να το πλήττει στις αρχές του καινούργιου αιώνα, το ελληνικό διήγημα σημειώνει, εδώ και δέκα τουλάχιστον χρόνια, μια σημαντική πρόοδο.

Στον χορό αυτής της αναγέννησης παίρνουν μέρος συγγραφείς από τις νεότερες αλλά και από τις παλαιότερες γενιές ενώ δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους και πολλοί πρωτοεμφανιζόμενοι. Προτείνοντας τίτλους συλλογών διηγημάτων για τις καλοκαιρινές μας αναγνώσεις, ας ξεκινήσουμε από τους τελευταίους.

Στο βιβλίο του “Μια χαρά” (εκδόσεις Πατάκη), ο Χρήστος Κυθρεώτης θα παρουσιάσει έξι αναπάντεχα πίσω από το καθημερινό τους κουκούλι πρόσωπα: έξι άνθρωποι θα κοιτάξουν με λοξό τρόπο την πραγματικότητα τριγύρω τους, διακρίνοντας ρωγμές άπιαστες από το κοινό μάτι, χωρίς κατά τα άλλα να μετατοπιστούν ούτε σπιθαμή από τον χώρο εντός του οποίου έχουν συνηθίσει να κινούνται.

Από τη μεριά του, ο Νίκος Κουφάκης, με τα διηγήματα που φιλοξενούνται στον τόμο «Οικογενειακή πορσελάνη» (εκδόσεις Κέδρος), θα δείξει πως οι οικογένειες δεν είναι ούτε αγαθά νοικοκυριά, όπου όλα λειτουργούν ρολόι, ούτε σφηκοφωλιές που κρύβουν έναν απηνή πόλεμο τεράτων. Οι οικογένειες γεννούν αγάπη και αισθήματα, αλλά και πλήθος τρόμους και ανασφάλειες, που κάνουν τα μέλη τους άλλοτε να πέφτουν με δάκρυα λύπης ή χαράς το ένα στην αγκαλιά του άλλου και άλλοτε να αποστρέφουν την προσοχή τους από τα πάντα, προσπαθώντας να αποφύγουν τους πραγματικούς ή τους επινοημένους κινδύνους οι οποίοι τους απειλούν.

Καλά διηγήματα, όμως, αυτό το καλοκαίρι έχουμε και από τους καθιερωμένους συγγραφείς. Στο βιβλίο του “Νοέμβριος” (εκδόσεις Πατάκη), ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης μιλάει για το βάρος της συλλογικής μνήμης, που αποσπά από τα μείζονα γεγονότα λεπτές φέτες καθημερινής διαβίωσης, για την αναπόληση της νιότης και των παιδικών χρόνων, που διεκδικούν την περιοχή όπου κινείται η ατομική μνήμη, αλλά και για τις κακοτυχίες οι οποίες φωλιάζουν στις πιο αδιόρατες πτυχές της καθημερινότητας. Από τα διηγήματα του βιβλίου δεν θα λείψει πάντως κι ένας πεντακάθαρος ύμνος στη δύναμη της ζωής, που θα φιλοδωρήσει τους τυχερούς με όλες τις χαρές της.

Η Θεσσαλονίκη, από τη Μητροπόλεως και την πλατεία Αριστοτέλους μέχρι τις Δυτικές Συνοικίες, ορίζει για άλλη μια φορά τη γεωγραφία του Γιώργου Γκόζη στη συλλογή διηγημάτων του “Αφήστε με να ολοκληρώσω” (εκδόσεις Πόλις), ενώ ο χρόνος της αφήγησης τοποθετείται στα χρόνια της νεανικής του ηλικίας. Από τη μεριά τους, οι ήρωες εντάσσονται σε ένα σύστημα διακωμώδησης που πατάει λιγότερο στο κοινωνικό τους στάτους, όπως συνέβαινε στο πρώτο του βιβλίο (κυκλοφόρησε το 2002 υπό τον τίτλο Ο νυχτερινός στο βάθος) και περισσότερο στις καταστάσεις εντός των οποίων καλούνται να δράσουν και να αντιδράσουν.

Έπειτα από μια νουβέλα που δημοσιεύτηκε προ τριετίας υπό τον τίτλο “Βασιλική”, αποσπώντας πολλά θετικά σχόλια, η Βάσω Νικολοπούλου επανήλθε φέτος με μια συλλογή διηγημάτων η οποία τιτλοφορείται “Καιρός ήταν” (εκδόσεις Εστία). Η συγγραφέας δουλεύει με ακαριαίες εικόνες και πολλά, στενά πλεγμένα μεταξύ τους στιγμιότυπα, προσπαθώντας να ενσωματώσει στον λόγο της κάτι από την ασταμάτητη ροή του χρόνου, Τι ακριβώς παίζει ρόλο εδώ; Μα, τα καθημερινά, μεγάλα ή μικρά ψέματα, οι έμμονες ιδέες των πρωταγωνιστών, όπως κι ένα μόνιμο αίσθημα απουσίας, νοσταλγίας και αδιόρατης θλίψης.

Β. Χατζηβασιλείου (ΑΠΕ – ΜΠΕ)