Η χρήση εκ μέρους των Αμερικανών των μη επανδρωμένων αεροσκαφών και οι «παράπλευρες απώλειες» που προκαλούν, που συχνά είναι πολύ περισσότερες από εκείνες που προκαλούν στον πραγματικό εχθρό, είναι στο στόχαστρο της αμερικανικής ταινίας «Good Kill» του Άντριου Νίκολ, που προβλήθηκε σήμερα, τελευταία μέρα του διαγωνιστικού τμήματος της 71ης Μόστρας Κινηματογράφου της Βενετίας.

Στη βασισμένη, όπως αναφέρεται στους αρχικούς τίτλους, σε αληθινά γεγονότα, ταινία του Νίκολ («Gattaca», «The Host»), ο ταγματάρχης Τόμι Ίγκαν (Ίθαν Χοκ) είναι ένας έμπειρος πιλότος που, το 2010, κατευθύνει, από τη στρατιωτική βάση της Νεβάδα, τα μη επανδρωμένα σκάφη για να χτυπήσει στόχους υποτιθέμενων εχθρών στο Αφγανιστάν, στην Υεμένη και σε διάφορες άλλες χώρες της Ασίας.

Οι συνεχείς όμως παράπλευρες απώλειες (με θύματα αθώους πολίτες και γυναικόπαιδα) που παρακολουθεί από την οθόνη του, ιδιαίτερα όταν, από κάποια στιγμή, τις επιχειρήσεις αναλαμβάνει η CIA (Christians In Action, δηλαδή «Χριστιανοί Σε Δράση», όπως τους αποκαλεί ειρωνικά ο αξιωματικός της ομάδας), αρχίζουν να προβληματίζουν τον Ίγκαν και να του προκαλούν ηθικά διλήμματα, επιδρώντας στην οικογενειακή ζωή του, οδηγώντας τον στο πιοτό και δημιουργώντας προβλήματα στις σχέσεις με τη γυναίκα και τα δυο παιδιά του.

«Αυτό δεν είναι έγκλημα πολέμου; Δεν μας κάνει και εμάς τρομοκράτες;», ρωτάει, κάποια στιγμή, τον επικεφαλής των επιχειρήσεων η βοηθός του Ίγκαν, όταν, με διαταγή της CIA, εκτοξεύουν ένα δεύτερο πύραυλο στο νεκροταφείο όπου οι μουσουλμάνοι θάβουν τους νεκρούς (μαζί και γυναίκες και παιδιά) του πρώτου χτυπήματος. Για να πάρει την απάντηση πως ο εχθρός χρησιμοποιεί τα παιδιά ως ασπίδα.

Ο Νίκολ έφτιαξε μιαν αρκετά τολμηρή ταινία, καταγγελία της σχιζοφρένειας του πολέμου αλλά και του ρόλου των μη επανδρωμένων σκαφών (σήμερα φτιάχνονται, όπως πληροφορούμαστε στην ταινία, περισσότερα τέτοια αεροσκάφη, από ό,τι συνηθισμένα πολεμικά αεροπλάνα) και των ψευδών πληροφοριών που δίνει η αμερικανική κυβέρνηση σχετικά με την αποτελεσματικότητά τους.

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, για ένα πλατύτερο κοινό, ταινία, που, παρά τα κάποια χάσματα στον ρυθμό στο μέσον της ταινίας, παρακολουθείται με ξεχωριστό ενδιαφέρον.

Ύστερα από την περσινή ταινία του, «As I Lay Dying», ο Αμερικανός σκηνοθέτης/ηθοποιός Τζέιμς Φράνκο επισκέπτεται, για δεύτερη φορά, τον κόσμο του Γουίλιαμ Φόκνερ, με τη νέα του (εκτός συναγωνισμού) ταινία «Η βουή και η αντάρα» («The Sound and the Fury»).

Το αριστουργηματικό αυτό έργο του Φόκνερ, γραμμένο το 1929, καταπιάνεται με την τραγωδία μιας αριστοκρατικής οικογένειας του αμερικανικού Νότου στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, μέσα από διάφορα κεφάλαια, αφιερωμένα στους τρεις άντρες της οικογένειας Κόμπστον (του αυτιστικού Μπέντζι, του ευαίσθητου, μελαγχολικού Κουέντιν και του ψυχρού και κυνικού Τζέισον) και τη σχέση τους με τη μοναχική, επαναστάτρια αδερφή τους, Κάντι, με τις διαφορετικές επιδράσεις που έχει στον καθένα τους.

Έργο από τα πιο δύσκολα του Φόκνερ, με πειραματικές τεχνικές (παρόμοιες με εκείνες του Τζέιμς Τζόις), με χωρίς ειρμό αφήγηση, μέσα από τα συναισθήματα και τις μνήμες, με ξαφνικές αλλαγές του χρόνου (αφήγηση που έγινε γνωστή ως stream of consciousness), «Η βουή και η αντάρα» είναι από τα πιο δύσκολα για μεταφορά στην οθόνη έργα – μια πρώτη προσπάθεια, σε πολύ ελεύθερη διασκευή, έκανε το 1959 ο Μάρτιν Ριτ, που όμως δεν «έπιανε» τίποτα από το πρωτότυπο στιλ του συγγραφέα.

Ο Τζέιμς Φράνκο κατάφερε, σ’ ένα αρκετά σημαντικό βαθμό, να συλλάβει κάτι από το «τεμαχισμένο» αυτό στιλ, με τα διάφορα φλας-μπακ, τις διπλοτυπίες αλλά και τη μουσική επιλογή, έτσι που, σταδιακά, να καταφέρει να δημιουργήσει μια «φοκνερική» ατμόσφαιρα και να παρασύρει το θεατή στον παρακμασμένο κόσμο της οικογένειας Τόμπσον, ενώ, παράλληλα, σκιαγραφεί την κοινωνική κατάσταση, με τις διάφορες επερχόμενες αλλαγές της τότε περιόδου, αποσπώντας εξαιρετικές ερμηνείες από τους ηθοποιούς του.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ