Συγγραφέας με τεράστιο αριθμό πωλήσεων (γνωστός σε ολόκληρη την υδρόγειο μέσω των μεταφράσεών του σε δεκάδες γλώσσες), ο Στέφαν Τσβάιχ, που γεννήθηκε στη Βιέννη στις αρχές της τελευταίας εικοσαετίας του 19ου αιώνα και αυτοκτόνησε στη Βραζιλία το 1942, σε ηλικία 61 ετών, γνώρισε κάποια κάμψη μεταξύ των αναγνωστών του μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά προσφάτως το ενδιαφέρον για το έργο του έχει αρχίσει να ανακινείται ζωηρά σε πολλές χώρες.

Ο κομψός τόμος που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από τις εκδόσεις Άγρα υπό τον τίτλο Αμόκ, σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου (επίμετρο Παναγιώτης Κ. Τσούκας), εκφράζει ένα μέρος αυτού του ανανεωμένου ενδιαφέροντος και περιλαμβάνει πέντε από τις πιο διάσημες νουβέλες του Τσβάιχ.

Μεταφρασμένες επανειλημμένα στο εξωτερικό και δημοσιευμένες σε διάφορες μεταφράσεις κατά το παρελθόν και στην Ελλάδα, οι ιστορίες του Τσβάιχ έχουν μια κοινή θεματική βάση: το ζήτημα της αυτοκτονίας, με την οποία έκλεισε κι ο ίδιος τον μάλλον σύντομο κύκλο του βίου του.

Το γιατί αυτοκτόνησε ο Τσβάιχ το ξέρουμε από επιστολές που έγραψε σε φίλους του μερικούς μήνες προτού συμβεί το γεγονός.

Έχοντας εξοριστεί από την πατρίδα του, λόγω της επιβολής του ναζιστικού καθεστώτος, και νιώθοντας εξόριστος και από τη γλώσσα του, εξαιτίας τού ότι ήταν η γλώσσα που είχε εκ των πραγμάτων ταυτιστεί με τη χιτλερική εξουσία, ο Τσβάιχ έδωσε σίγουρα με την αυτοχειρία διέξοδο και σε ένα μονιμότερο πρόβλημά του: στη βαριά κατάθλιψη η οποία τον καταδίωκε από τα νεανικά του χρόνια.

Οι νουβέλες που συγκεντρώνονται στο Αμόκ αντιπροσωπεύουν διάφορες συγγραφικές περιόδους του Τσβάιχ και έχοντας ήδη μελετηθεί εις βάθος από τους ειδικούς, δείχνουν πως το θέμα της αυτοκτονίας όχι μόνο τον απασχόλησε επί δεκαετίες, αλλά και πήρε ποικίλες μορφές στα βιβλία του.

Αν εξαιρέσουμε την τελευταία νουβέλα του τόμου («Βεατρίκη Τσέντσι»), στις υπόλοιπες τέσσερις («Αμόκ», «Επεισόδιο στη λίμνη της Γενεύης», «Λεπορέλλα» και «Στο φως του φεγγαριού») το πρόσωπο το οποίο μετατρέπεται σε κέντρο της αφήγησης καταλήγει αργά ή γρήγορα στην αυτοκτονία προκειμένου να απαλλαγεί από τα δεινά που το βασανίζουν επί της γης.

Αν, όμως, πολλοί έσπευσαν να μεμφθούν τον Τσβάιχ για τη δική του αυτοκτονία (μεταξύ αυτών και ο Τόμας Μαν), μια αυτοκτονία κόντρα στη συγγραφική του επιτυχία και σχεδόν ακατανόητη αν συνυπολογίσουμε το κοινωνικό κύρος και την οικονομική του ευμάρεια, οι ήρωες στις νουβέλες του Αμόκ έχουν όντως φτάσει από εκατό δρόμους στο όριο (όπως θα έλεγε ο δικός μας Καρυωτάκης) της σιωπής.

Ποιοι ακριβώς, ωστόσο, είναι αυτοί οι ήρωες; Άντρες απεγνωσμένα ερωτευμένοι και την ίδια ώρα τυραννισμένοι από ένα βαθύ αίσθημα ενοχής, που δεν επιτρέπει το παραμικρό περιθώριο για ελπίδα και απαντοχή.

Υπηρέτριες από την επαρχία και στρατιώτες τραυματισμένοι στον πόλεμο, υπάρξεις με άλλα λόγια ταπεινές και καταφρονεμένες, που μετά βίας καταλαβαίνουν τι συμβαίνει τριγύρω τους και οι οποίες όταν παραβιαστεί η καθιερωμένη τάξη ξέρουν μόνο πως δεν μπορούν να συνεχίσουν.

Κι επίσης, άνθρωποι που αδίκησαν κάποτε κατάφωρα τους συντρόφους τους για να αδικηθούν αργότερα χειρότερα από αυτούς και να μη βρουν ποτέ ούτε μια στιγμή ψυχικής ανάπαυσης.

Ο Τσβάιχ μπορεί να γράφει για την αυτοκτονία, οι ιστορίες του, εντούτοις, δεν επιβαρύνονται από κανένα καταθλιπτικό στοιχείο: συνιστούν, σντιθέτως, συναρπαστικές αφηγήσεις, με χαρακτήρες που δεν βιάζονται να παραδώσουν το κλειδί για την αποκρυπτογράφηση των μυστηρίων τους, τονώνοντας έτσι το αναγνωστικό σασπένς.

Οι νουβέλες του Τσβάιχ μπορεί επιπλέον να εκτυλίσσονται στην Ινδία, στη λίμνη της Γενεύης, στη Βιέννη, στη Ρώμη ή σε ένα μικρό γαλλικό λιμάνι, αλλά το δράμα των προσώπων τους δεν ανήκει σε φυλές και έθνη: αποτυπώνει μια καθολική ανθρώπινη συνθήκη, που είναι το αδιέξοδο της ατομικής ύπαρξης όταν δεν καταφέρνει να ρίξει γέφυρες στην επικοινωνία της με τους άλλους και εγκλωβισμένη στον εαυτό της χάνει πρόωρα το παιχνίδι με τον κόσμο.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις