Γ. Κουμεντάκης: Η «Φόνισσα» είναι ο Παπαδιαμάντης

Γ. Κουμεντάκης: Η «Φόνισσα» είναι ο Παπαδιαμάντης
Η «Φόνισσα», είναι η νέα όπερα του Γιώργου Κουμεντάκη που ανεβαίνει σε παγκόσμια πρώτη από την Εθνική Λυρική Σκηνή στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα καλλιτεχνικά γεγονότα της χρονιάς.

Βασισμένη στο ομότιτλο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, αποτελεί ένα συγκλονιστικό ψυχογράφημα της Φραγκογιαννούς «ανάμεσα στη Θεία και την ανθρώπινη δικαιοσύνη», με αναφορές στην ελληνική μουσική παράδοση.

Το ποιητικό κείμενο υπογράφει ο Γιάννης Σβώλος, τη μουσική διεύθυνση ο Βασίλης Χριστόπουλος, τη σκηνοθεσία ο Αλέξανδρος Ευκλείδης και τα σκηνικά ο Πέτρος Τουλούζης.

«Επέλεξα την «Φόνισσα» γιατί ο Παπαδιαμάντης είναι οικείος σε μένα από τα εφηβικά μου χρόνια. Επίσης ήταν και η καθημερινή μου συντροφιά αυτά τα τρία χρόνια που δουλεύω την όπερα, οπότε υπάρχει ένα έντονο συναισθηματικό φορτίο σε σχέση με τον ίδιο, την γλώσσα του και την ποιητικότητά του. Η ποιητικότητα αυτή και ο τρόπος που γράφει αλλά και οι επιλογές που έκανε ο Σβώλος στο λιμπρέτο με διευκόλυναν σε σχέση με την μελοποίηση. Είναι ένας λόγος που δονείται ηθικά οπότε εύκολα μελοποιείται. Αυτό δεν το έχεις σε πολλά έργα.

Επίσης, σου παρέχει την δυνατότητα να εμπνευστείς από ένα πρόσωπο το οποίο είναι τεραστίων διαστάσεων για πολλούς λόγους, λόγω ιδιοσυγκρασίας, λόγω ιδιαιτερότητας, λόγω ψυχισμού, σχεδόν αγγίζει τις τραγικές ηρωικές. Οπότε κάνοντας αυτή την όπερα είναι σαν να βρίσκεις ένα τρόπο η Ηρώνδα να μετουσιωθεί σε τραγικό πρόσωπο του λυρικού θεάτρου. Τέτοια πρόσωπα υπάρχουν μόνο στη τραγωδία, εγώ τουλάχιστον δεν ξέρω άλλους ρόλους με τόσο ιδιαίτερο χαρακτήρα, ο οποίος να κινείται από το ελάχιστο μέχρι το μέγιστο. Δηλαδή βλέπεις τρομακτικές αντιθέσεις, βλέπεις όλη την γκάμα της ψυχοσύνθεσης, ως και την απόλυτη τρέλα.

Αυτό με βοηθάει να μπω στον χώρο του τραγουδιού και να φτάσω στα άκρα, γιατί μόνο η φωνή μπορεί να φτάσει και να εκφράσει μία τέτοια ιδιοσυγκρασία και μάλιστα όταν μελοποιείται με τέτοιο τρόπο που αγγίζει φωνητικά ακραίες καταστάσεις» είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο συνθέτης Γιώργος Κουμεντάκης και συμπλήρωσε: «Όλο αυτό το διάστημα που το έγραφα δεν ασχολήθηκα με την Φραγκογιαννού σαν άνθρωπο, αλλά σαν ιδέα, σαν ιδέα την είχα στο κεφάλι μου, ο άνθρωπος ήταν ο Παπαδιαμάντης».

O σημαντικός Έλληνας συνθέτης Γιώργος Κουμεντάκης χρησιμοποιεί ατόφια στοιχεία της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής και ηχοχρώματα που δεν είναι ταυτισμένα με την όπερα, τα οποία συνδυάζει με στοιχεία της δυτικής οπερατικής γλώσσας, επιχειρώντας έτσι να παρουσιάσει τη δική του ματιά.

«Η μουσική έχει τη δυνατότητα να σου καθαρίσει ακόμη και την ψυχή, να δικαιολογήσει όλη αυτή την διαστροφή, το παραλήρημα, την τρέλα και ταυτόχρονα να ειπωθούν πράγματα που δεν μπορούν να ειπωθούν με τον λόγο, δεν μπορούν να ειπωθούν με τον νου. Η μουσική είναι η τέχνη που μπορεί να φτάσει στα πιο βαθειά σημεία της ανθρώπινης ψυχής και της ανθρώπινης φύσης, έχει την ευκολία να το κάνει. Διεισδύει σε χώρους όπου δεν μπορεί να διεισδύσει τίποτε άλλο.

Υπάρχουν στιγμές όπου μπορεί να μην καταλαβαίνεις ούτε τα λόγια, είναι σαν κραυγές σαν λυγμοί, σαν παραλήρημα. Βασίζομαι στη δυτική οπερατική γλώσσα και στην ελληνική παραδοσιακή μουσική. Όλα αυτά πλάθονται μαζί και τελικά δεν είναι τίποτα από αυτά, αλλά είναι η προσωπική μου ματιά μέσα σε ένα χώρο όπου όλα αυτά τα στοιχεία λειώνουν με ένα τρόπο που να μην αντιλαμβάνεσαι τι ακριβώς είναι, εκτός αν πρέπει να αντιληφθείς από που προέρχεται. Υπάρχουν πράγματα μέσα στην όπερα που θέλω να φαίνεται η καταγωγή τους».

Μιλώντας για τη ψυχοσύνθεση της Φραγκογιαννούς ο συνθέτης εξηγεί: «Αν ήμουν λίγο πιο τολμηρός η Φόνισσα θα μπορούσε να είναι άνδρας και αυτό γιατί εγώ την ταυτίζω πλήρως με τον Παπαδιαμάντη. Πιστεύω ότι είναι ένα έργο που σε ένα μεγάλο μέρος του είναι αυτοβιογραφικό και αυτό το πιστεύω από ένστικτο και από τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τον ρόλο σε σχέση με τον Παπαδιαμάντη. Έζησα με τα δύο αυτά πρόσωπα, γράφοντας το έργο, τρία ολόκληρα χρόνια.

Οι υπόλοιποι ρόλοι είναι περιφερειακοί, είναι σαν να είναι μέσα στο κεφάλι της Φραγκογιαννούς. Η Φραγκογιαννού φτιάχνει όλο το πάζλ, αυτή κατευθύνει τα πάντα, όχι μόνο τα πρόσωπα αλλά και τη φύση, τον κόσμο, τον θεό, όλους τους χρησιμοποιεί με έναν τρόπο. Οπότε, αυτή ήταν που με απασχόλησε βασικά και πολλές φορές έχανα την αίσθηση ποιός είναι ποιός, δηλαδή αν είναι ο Παπαδιαμάντης ή η Φόνισσα. Πολλές φορές είχα την εντύπωση ότι είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Τώρα είναι η πρώτη φορά που μορφοποιώ μέσα από τους ρόλους τη Φόνισσα. Μέχρι τώρα ήταν περισσότερο ως ιδέα, δεν είχα στο μυαλό μου το πως πραγματικά είναι. Θα μπορούσε να είναι νέα ή γριά, όμορφη ή άσχημη, δεν με ενδιέφερε καθόλου, περισσότερο η ψυχολογία της ήταν παρούσα.

Τα πρόσωπα της Φραγκογιαννούς είναι πολλά, όποτε και οι ερμηνείες που μπορείς να δώσεις είναι πολλές. Τη δούλεψα μέσα από πολλά διαφορετικά επίπεδα και πολλές διαφορετικές ψυχοσυνθέσεις, δεν ήταν ποτέ ένα πράγμα. Και εκεί που πήγαινα προς μία κατεύθυνση και μια μορφή, αυτή μου ξέφευγε, μου έδινε έναν άλλο ορίζοντα, μου έβαζε συνέχεια τρικλοποδιές σε όλη τη διάρκεια της σύνθεσης, το οποίο ήταν συναρπαστικό».

Ο Έλληνας δημιουργός με το διακριτό στίγμα δηλώνει ότι η ενασχόλησή του με τη μουσική ήταν μια φυσιολογική εξέλιξη και με φανερή πίκρα λέει: «Στη σημερινή Ελλάδα η μουσική φαίνεται να μην αφορά κανένα, είναι ο φτωχός συγγενής. Οι θεσμοί της αλλοιώνονται από άσχετους με το αντικείμενο ανθρώπους, που δεν υπολογίζουν καν τον άνθρωπο, διότι την μουσική την κάνουν άνθρωποι, δεν την κάνουν ούτε μηχανές ούτε ζώα. Σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση δεν ξέρω αν θα συμβούλευα κάποιον να ασχοληθεί με το είδος, να ακολουθήσει ένα επάγγελμα που προκαλεί άγχος για το αν θα υπάρχει την αυριανή ημέρα».

«Οι σημαντικές στιγμές δεν είναι πάντα αυτές που φαίνονται ξεχωριστές. Έτσι για μένα σημαντικές ήταν οι σχέσεις με κάποιους μουσικούς φίλους που διαμόρφωσαν την προσωπική μου γλώσσα. Όπως ήταν η σχέση με τον Άρη Χριστοφέλλη, τον Μύρωνα Μιχαηλίδη, τον Λαζαρίδη, την Παπαστεφάνου, τον Δεσύλλα, αλλά και αρκετούς ξένους. Ανθρώπους με τους οποίους φτιάξαμε σχέσεις σχεδόν οικογενειακές, όπου αισθανόμουν την ασφάλεια ότι μπορώ να εκφράσω κάτι, το οποίο ο άλλος θα το αντιμετωπίσει με αγάπη, γεγονός που μου έδινε την ασφάλεια να προχωρήσω και μάλιστα αλματωδώς.

Το 1992 πήρα το Grand Prix de Rome και πήγα στη Ρώμη όπου έγραψα μουσική, περισσότερο όμως έζησα σε ένα σπουδαίο περιβάλλον. Αυτό νομίζω για μένα ήταν κορυφαία στιγμή όπου μαζεύτηκε ό,τι είχα κάνει ως τότε και καταστάλαξε μέσα μου για να γίνει το επόμενο βήμα. Η επόμενη μεγάλη στιγμή, η ανακεφαλαίωση της επόμενης δεκαετίας μου, είναι αυτή η όπερα διότι υπάρχουν 20 έργα τα οποία γράφτηκαν την τελευταία δεκαετία και όλα αυτά μαζί υπάρχουν με κάποιον τρόπο μέσα στην όπερα της Φόνισσας» σημείωσε ο συνθέτης αναφερόμενος στις σημαντικές στιγμές της καριέρας του.

Δέκα χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, ο Γιώργος Κουμεντάκης, που ήταν μουσικός διευθυντής, συνθέτης και δημιουργός του μουσικού σεναρίου των τελετών έναρξης και λήξης, δηλώνει ότι η αίσθηση που του έχει μείνει είναι λίγο πικρή. «Μιλάω για τους Ολυμπιακούς Αγώνες γενικότερα, δεν μιλάω για τις τελετές έναρξης και λήξης, για το καλλιτεχνικό κομμάτι που έγινε σωστά, με υψηλή αισθητική και ήταν σημαντικό. Στεναχωριέμαι όμως όταν κοιτάζω τα ολυμπιακά ακίνητα, τα οποία είναι σήμερα σκουπίδια. Πίστευα ότι θα μπορούσαν οι Αγώνες να είναι το έναυσμα για να γίνουν πράγματα πολύ διαφορετικά, υπήρχε μία δυναμική που χάθηκε σε λίγους μήνες, δεν έμεινε τίποτε απολύτως, απαξιώθηκαν όλα».

Μιλώντας για την Ελλάδα της κρίσης είπε ότι δεν θα έφευγε από την Ελλάδα για να πάει σε μία χώρα όπου θα αισθανόταν μεγαλύτερη ασφάλεια «γιατί ξέρω ότι και αυτή η ανασφάλεια που περνάμε τώρα είναι κάτι πολύ σημαντικό, που αξίζει τον κόπο που το ζούμε και αισθάνομαι θα έλεγα "τυχερός" που βρίσκομαι στην Ελλάδα σε αυτή τη δύσκολη περίοδο. Δεν ξέρω τις αντοχές μου, αλλά επειδή συμβαίνουν και θα συμβούν κοσμοϊστορικές αλλαγές και από εδώ και πέρα θα δούμε ποια θα είναι η αυριανή ημέρα, σε αυτή την αυριανή ημέρα δεν θα ήθελα να είμαι απών, θα ήθελα να είμαι εδώ και να την ζω από μέσα».

Ο Γιώργος Κουμεντάκης αισθάνεται πολύ ικανοποιημένος που έγραψε ένα έργο που δεν θα έγραφε αν δεν υπήρχε η Λυρική Σκηνή και ο Μύρων Μιχαηλίδης και αν δεν του δινόταν η ευκαιρία να το παρουσιάσει κάτω από πολύ καλές συνθήκες, όπως χαρακτηριστικά είπε: «Τι μεγαλύτερο όνειρο να έχω; Από κει και πέρα αυτό που θα ήθελα για την συγκεκριμένη παράσταση είναι αυτό που έχω σκεφτεί να υπάρχει, να μην έχω σκεφτεί άλλα και να βλέπω άλλα, ή να ακούω άλλα και επίσης να αρέσει στον κόσμο».

Στην όπερα «Φόνισσα» θα έχουμε την ευκαιρία στην πρώτη διανομή να απολαύσουμε στο ομώνυμο ρόλο την Ειρήνη Τσιρακίδου, ενώ στη δεύτερη διανομή την Τζούλια Σουγλάκου. Επίσης, συμμετέχουν καταξιωμένοι και νεότεροι Έλληνες Μονωδοί, όπως οι Έλενα Κελεσίδη, Τάσος Αποστόλου, Νίκος Στεφάνου, Βαγγέλης Μανιάτης, Δημήτρης Ναλμπάντης, Νίκη Χαζιράκη, Διονύσης Τσαντίνης κ.ά. Στις 21, 23 και 26/11 στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου.

Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ