«Δυνατή» κινηματογραφική εβδομάδα με αξιόλογες και καλές ταινίες. Από ελληνικής πλευράς, μία ευχάριστη έκπληξη από τον Σύλλα Τζουμέρκα: «Η έκρηξη» με μία θαυμάσια Αγγελική Παπούλια. Από την Ιταλία μία δραματική ιστορία με θέμα την αποτυχία των εναλλακτικών επιλογών και από τη Γαλλία μία κομεντί με ήρωα έναν λαθρομετανάστη.

Στο πρόγραμμα, μία τρελή κωμωδία και μία animation περιπέτεια από τις ΗΠΑ. Επίσης ο «Πρόμαχος» (των αδελφών Τζον και Θίοντορ Βούρχες, με πρωταγωνιστή τον Γιώργο Χωραφά και θέμα την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα), ταινία για την οποία δεν έγινε δημοσιογραφική προβολή.

Η έκρηξη ***
Δραματική – Διάρκεια 83’ – Ελλάδα, Γερμανία, Ολλανδία

Σκηνοθεσία: Σύλλας Τζουμέρκας
Παίζουν: Αγγελική Παπούλια, Βασίλης Δογάνης, Μαρία Φιλίνη, Θέμις Μπαζάκα, Γιώργος Μπινιάρης, Μάκης Παπαδημητρίου

Στη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του (μετά το «Χώρα προέλευσης»), ο Σύλλας Τζουμέρκας μας δείχνει μία Ελλάδα που όχι απλώς πληγώνει, όπως έγραψε ο Σεφέρης, αλλά τσακίζει. Που φρενάρει ζωές και διαλύει όνειρα. Που σε σπρώχνει στην απόγνωση και στη φυγή.

Η Μαρία συνειδητοποιεί ότι τίποτα δεν της ήρθε όπως το είχε σχεδιάσει. Μπήκε στη Νομική, όμως δεν σπούδασε, επειδή την υποχρέωσαν να διευθύνει το οικογενειακό ψιλικατζίδικο. Το σπίτι της ένα τρελοκομείο, με μία ψυχολογικά διαταραγμένη αδελφή, μία αυταρχική μητέρα καθηλωμένη σε αναπηρικό καροτσάκι και έναν αδύναμο πατέρα.

Μόνη της διέξοδος διαφυγής, ο γάμος. Ο σύζυγος, ναυτικός, ένα καλό παλληκάρι που την αγαπά. Όμως είναι απών, αφού ταξιδεύει διαρκώς. Η Μαρία, ουσιαστικά χωρίς άντρα, κάνει υπομονή γιατί έχει να μεγαλώσει τρία παιδιά. Πόσο όμως μπορεί να αντέξει κάποιος μία ασταμάτητη βροχή από προβλήματα;

Η σταγόνα που κάνει το ποτήρι να ξεχειλίσει είναι η απειλή κατάσχεσης του μαγαζιού από την τράπεζα. Εκείνη επωμίζεται την ευθύνη, εκείνη τρέχει στην εφορία, εκείνη αντιμετωπίζει το χάος στο σπίτι και έξω από αυτό, εκείνη εκρήγνυται στο τέλος.

Στο πρώτο πλάνο, τη βλέπουμε να διασχίζει με το αυτοκίνητό της έναν εξοχικό δρόμο, τη νύχτα. Στη συνέχεια, μαθαίνουμε τις αιτίες της απόδρασής της. Το παρόν φωτίζεται με ανάκατες αναδρομές στο παρελθόν. Στην αρχή, μπερδευτήκαμε. Ως ένα σημείο, η ταινία μοιάζει με σπασμένο καθρέφτη, με τα ραγισμένα κομμάτια να μας εμποδίζουν να δούμε τη συνολική εικόνα. Όταν κάποτε ολοκληρώνεται το παζλ μίας χαμένης ζωής, κατανοούμε απόλυτα γιατί η Μαρία φώναξε «Φτάνει πια! Ως εδώ! Αρκετά!»

Ο Τζουμέρκας περιγράφει με εκρηκτικές εικόνες τα γεγονότα που οδηγούν στο τελικό «μπαμ». Με πάθος, συγκρατημένη οργή και τρόπο που καλύπτει πολλές πτυχές μίας διάτρητης κοινωνίας. Από τη δυσλειτουργική οικογένεια ως το καθημερινό θρίλερ της επιβίωσης και την υπολειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών.

Σουρωτήρι η χώρα μας, από όπου κι αν την κοιτάξεις. Στην ελληνική κοινωνία απευθύνεται έμμεσα το «όχι» που ξεστομίζει η Μαρία. Η μοναχική της εξέγερση της προσδίδει μία μελαγχολική γενναιότητα, ένα ειδικό ηθικό ανάστημα ορθωμένο ενάντια στην ξεπερασμένη τρέχουσα ηθική, μία ρομαντική αύρα.

Η Αγγελική Παπούλια, σε μία ερμηνεία που μεταμορφώνει μία συνηθισμένη φαινομενικά γυναίκα σε σύμβολο του ασυμβίβαστου ανθρώπου. Καταφέρνει να εξισορροπήσει τις αντιφάσεις μίας ιδιαίτερης ηρωίδας, που θα κινδύνευε να βγει αντιπαθής αν την υποδυόταν κάποια άλλη, λιγότερο ταλαντούχα.

Σπουδαία ερμηνεύτρια η Παπούλια, εξαιρετικοί οι συνάδελφοί της που την πλαισιώνουν, αλλά και ικανότατος δάσκαλος ο Τζουμέρκας. Κάτι μάλλον σπάνιο στο σύγχρονο ελληνικό σινεμά του αφόρητου σκηνοθετικού στιλιζαρίσματος και της παγίδευσης των ηθοποιών σε αφύσικους ρόλους. Μακριά από αυτό το trendy ρεύμα, «Η έκρηξη» αναπνέει και φωνάζει με τη βοήθεια φυσικών πνευμόνων.

Τα θαύματα ***
(Le meraviglie)

Δραματική – Διάρκεια 110’ – Ιταλία, Ελβετία, Γερμανία

Σκηνοθεσία: Αλίτσε Ρορβάχερ
Παίζουν: Άλμπα Ρορβάχερ, Μαρία Αλεξάντρα Λούνγκου, Σαμ Λούγουικ, Μόνικα Μπελούτσι

Η φυγή στην ύπαιθρο δεν αποτελεί την ιδανική λύση στα προβλήματά των κατοίκων των μεγαλουπόλεων, αντίθετα με ό,τι πολλοί πιστεύουν. Η επιστροφή στη φύση έχει τους δικούς της μπελάδες και κάποιοι σπάνε τα μούτρα τους και απογοητεύονται.

Χαρακτηριστική περίπτωση ένα ζευγάρι διανοούμενων –εκείνος Γερμανός, εκείνη Ιταλίδα- που έχουν στήσει ένα μελισσοκομείο κάπου στην Τοσκάνη. Στη σκληρή δουλειά συμμετέχουν και οι τρεις τους κόρες με επικεφαλής την έφηβη Τζελσομίνα. Δίπλα στα βάζα με το μέλι στοιβάζονται οι απλήρωτοι λογαριασμοί και η γκρίνια μεγαλώνει.

Αναπάντεχη σανίδα σωτηρίας ένα ριάλιτι σόου, που προσφέρει χρηματικά βραβεία στους νικητές ενός διαγωνισμού αγροτικών προϊόντων. Το σόου τιτλοφορείται «Τα θαύματα», όμως θαύματα συμβαίνουν μόνο στα παραμύθια.

Εμφανώς ειρωνικός ο τίτλος αυτής της γλυκόπικρης ταινίας της 33χρονης Ιταλογερμανίδας Αλίτσε Ρορβάχερ, που απέσπασε το Μέγα Βραβείο Κριτικής Επιτροπής στο φεστιβάλ Καννών 2004. Αν και θεωρούμε μάλλον υπερβολική τη βράβευση ενός έργου με σχετικά φλύαρη αφήγηση, αδικαιολόγητα αργούς ρυθμούς και κάποιες επαναλήψεις, δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε τις αρετές του.

Εύστοχη προσέγγιση ενός φαινομένου κοινού σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση (η μετατροπή σε αγρότες των κατοίκων των αστικών κέντρων), ρεαλιστική αμεσότητα χάρη στο ντοκιμαντερίστικο στιλ, φυσικές ερμηνείες από άγνωστους ηθοποιούς με άφθαρτα πρόσωπα. Και μία ονειρική σκηνή γνήσιας φελινικής προέλευσης στη σεκάνς της τηλεοπτικής αναμέτρησης, στην αρχαία νεκρόπολη των Ετρούσκων.

Ολόδροσες και αφοπλιστικά απλές οι παρουσίες των τεσσάρων παιδιών (τα τρία κορίτσια και ο υπό επανένταξη μικρός Γερμανός). Συγκινητική Τζελσομίνα που αφυπνίζεται ερωτικά μπροστά στα μάτια μας, η νεαρή Μαρία Αλεξάντρα Λούνγκου. «Μαγικές» οι στιγμές της με τις μέλισσες.

Σαμπά ** ½
(Samba)

Δραματική κομεντί – Διάρκεια 120’ – Γαλλία

Σκηνοθεσία: Ερίκ Τολεντανό, Ολιβιέ Νακάς
Παίζουν: Ομάρ Σι, Σαρλότ Γκενσμπούργκ, Ταχάρ Ραχίμ, Ίζια Ιζλάν

Οι κωμικοτραγικές περιπέτειες ενός Σενεγαλέζου λαθρομετανάστη στο σύγχρονο Παρίσι. Ο Σαμπά (όπως η βραζιλιάνικη σάμπα με γαλλική προφορά) εργάζεται σε ακριβό ρεστοράν επί μία δεκαετία, χωρίς να έχει αποκτήσει την πολυπόθητη άδεια παραμονής. Τον «τσιμπάει» το Τμήμα Αλλοδαπών και ο προσωρινός εγκλεισμός του σε κέντρο μεταναστών γίνεται αιτία για να γνωρίσει την Αλίς, μέλος οργάνωσης που βοηθά τους παράνομους μετανάστες.

Έρωτας με την πρώτη ματιά για τη γοητευτική Παριζιάνα, πρώην μεγαλοστέλεχος επιχείρησης που πάσχει από υπερκόπωση και κατάθλιψη. Ο Σαμπά είναι επιφυλακτικός – τον ενδιαφέρει πρωτίστως να παραμείνει στη Γαλλία. Στην προσέγγισή του με την Αλίς συμβάλλει άθελά του ένας γυναικάς φιλαράκος του.

Γνωστό το μοτίβο της ταινίας, ανανεώνεται από τη νέα εκτέλεση. Έρωτας μετ’ εμποδίων σε χαλαρούς, σχεδόν χορευτικούς ρυθμούς, με τον μαύρο χορευτή να εμψυχώνει τη λευκή παρτενέρ του. Η ταινία – αισθηματική κομεντί καταστάσεων δύσκολων ή χαριτωμένων, αλλά πάντα πολύ ανθρώπινων – αντιπαραθέτει την αισιοδοξία και το χιούμορ κόντρα στο αφιλόξενο περιβάλλον και σατιρίζει τη γαλλική υποκρισία. Από τη μία η χώρα διώχνει τους ξένους, από την άλλη κάνει τα στραβά μάτια στους εργοδότες που τους κρατάνε με πλαστά χαρτιά γιατί είναι το φτηνότερο εργατικό δυναμικό.

Στο κέντρο της πίστας, ο Ομάρ Σι και η Σαρλότ Γκενσμπούργκ. Ο τέλειος συνδυασμός των άκρως αντιθέτων. Εκείνος, ένας αγαθός γίγαντας με παιδική αθωότητα, αυθόρμητος και φοβισμένος, γεμάτος ερωτικές ορμές που αγωνίζεται να ελέγξει. Εκείνη, φίνα, ευάλωτη, αμήχανη, κουρασμένη. Σαρλότ Γκενσμπούργκ: το πιο ευαίσθητο γυναικείο πρόσωπο του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Σκέτη απόλαυση με το φωτεινό του χαμόγελο και την τσαχπινιά του, ο Ταχάρ Ράχιμ («Ο προφήτης», «Το παρελθόν»), για πρώτη φορά σε κωμικό ρόλο.

Aφεντικά για σκότωμα ** ½
(Horrible bosses 2)

Κωμωδία – Διάρκεια 108’ – ΗΠΑ

Σκηνοθεσία: Σον Άντερς
Παίζουν: Τζέισον Μπέιτμαν, Τσάρλι Ντέι, Τζέισον Σουντέικις, Κρις Πάιν, Τζένιφερ Άνιστον, Τζέιμι Φοξ, Κρίστοφ Βαλτς, Κέβιν Σπέισι

Οι τρεις αρχιγκαφατζήδες του «Αφεντικά για σκότωμα» επιστρέφουν για να τα θαλασσώσουν ξανά. Οι συμπαθέστατοι κατά τ’ άλλα Νικ, Ντέιλ και Κερτ, αφού απηύδησαν ως υπάλληλοι, ανοίγουν δική τους επιχείρηση, παίρνοντας δάνειο.

Όταν ο κύριος επενδυτής τους αποσύρεται και κινδυνεύουν να χάσουν τα πάντα, αποφασίζουν να απαγάγουν τον ενήλικο γιο του. Στο κόλπο μπαίνει αναπάντεχα και το υποψήφιο θύμα της απαγωγής, το οποίο μισεί θανάσιμα τον πατέρα του. Ουσιαστικά εκβιάζει τους απαγωγείς του και επιφυλάσσει για τον εαυτό του το μεγαλύτερο μέρος των λύτρων, προκαλώντας σύγχυση στην τριάδα.

Ευτυχώς γι’ αυτούς, υπάρχουν πίσω τους ένα ευρηματικό σενάριο που τους ξελασπώνει με έξυπνες ανατροπές και ένας σκηνοθέτης που γνωρίζει καλά το κωμικό τάιμινγκ, στοιχείο απαραίτητο για τον συντονισμό του ασυγχρόνιστου τρίο.

Βαρύ πυροβολικό της ταινίας οι τρεις πρωταγωνιστές, αστείοι αλλά ποτέ γελοίοι, καθώς παίζουν σοβαρά και όχι σαν σε φαρσοκωμωδία. Η απεγνωσμένη προσπάθειά των ηρώων να σκεφθούν λογικά ενώ ζουν εξωφρενικές καταστάσεις, με αποτέλεσμα να κάνουν απανωτά λάθη, είναι η κυριότερη πηγή γέλιου. Γέλιου που βγαίνει αβίαστα, χωρίς «γαργάλημα». Έκτακτο μπόνους η Τζένιφερ Άνιστον, υπέροχα κωμική ως «τελειωμένη» νυμφομανής σε φάση (-)ουαλικής απεξάρτησης. Πλάκες χοντρές και άσεμνες, αλλά κομψά σερβιρισμένες.

Οι Πιγκουίνοι της Μαδαγασκάρης ** ½
(Penguins of Magadascar)

(και σε 3D)
Animation – Διάρκεια 92’ – ΗΠΑ

Σκηνοθεσία: Έρικ Νταρνέλ
Με τις φωνές των: Θανάση Κουρλαμπά, Αργύρη Παυλίδη, Συμεών Τσακίρη, Γιάννη Στεφόπουλου, Πέτρου Δαμούλη, Δημήτρη Μαριζά, Στεφανίας Φιλιάδη

Τέσσερα «φρακοφορεμένα» πουλιά έρχονται για να διασκεδάσουν μικρούς και μεγάλους, σε ένα animation της εταιρείας Dreamworks (συνιδρυτής της ο Στίβεν Σπίλμπεργκ) που τολμά περισσότερο από ό,τι η παραδοσιακή Ντίσνεϊ στον τομέα της παιδικής ταινίας.

Ο Σκίπερ, ο Κοβάλσκι, ο Ρίκο και ο Στρατιώτης, αντίθετες μεταξύ τους προσωπικότητες που όμως αλληλοσυμπληρώνονται αποτελεσματικά, έρχονται αντιμέτωποι με τον Οκτάβιο Μυαλάτη, επίδοξο καταστροφέα της ανθρωπότητας. Ως νέοι πτερωτοί Τζέιμς Μποντ, οι τέσσερις ακολουθούν το σούπερ-κακό χταπόδι από τη Βενετία στη Νέα Υόρκη και από την αραβική έρημο στη Σαγκάη, συνεργαζόμενοι με τον πράκτορα Απόρρητο και την ομάδα του.

Η δοκιμασμένη και από άλλους συνταγή περιέχει τα γνωστά συστατικά: ιλιγγιώδη δράση με φόντο επιβλητικά σκηνικά, χιούμορ κατάλληλο και για τους ενήλικους συνοδούς, πανέμορφα σχέδια και χρώματα. Εκείνα που κάνουν τη διαφορά στους «Πιγκουίνους της Μαδαγασκάρης» είναι η σχεδόν σουρεαλιστική τρέλα της ιστορίας και το αμείωτο κέφι των χαρακτήρων. Απελευθερωμένη από πολιτικά ορθούς περιορισμούς τύπου Ντίσνεϊ, η φαντασία των δημιουργών ακολουθεί απογειωτική τροχιά.