Το μουσικό ταξίδι της Ελληνίδας σοπράνο, Μυρτώς Παπαθανασίου, συνεχίζεται αυτή την περίοδο στη φημισμένη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης, ερμηνεύοντας το ρόλο της Μουζέτα στην όπερα «La Boheme» του Πουτσίνι, στην κλασική παραγωγή του Φράνκο Τζεφιρέλι.

Η Μυρτώ Παπαθανασίου μίλησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για την εμφάνισή της στη Μητροπολιτική Όπερα και την μέχρι τώρα λαμπερή διεθνή διαδρομή της στις μεγαλύτερες λυρικές σκηνές του κόσμου, για τη συνεργασία της με τον Φρ. Τζεφιρέλι, καθώς και για την όπερα στην Ελλάδα.

«Η “La Boheme” έχει μεγάλη απήχηση και έχει μια φοβερή έλξη λόγω της σκηνοθεσίας του Τζεφιρέλι και της σκηνικής παρουσίασης, δίνοντας μια μεγαλύτερη διάσταση στο έργο» ανέφερε η Ελληνίδα σοπράνο, σημειώνοντας ότι «να εμφανίζεσαι στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης είναι μια μεγάλη πρόκληση» και αναφέρθηκε στις ιδιαιτερότητες του ρόλου: «Υποδύομαι το ρόλο μιας γυναίκας με ευαισθησίες, αλλά και με καπρίτσια. Έχει χιούμορ, θυμό, βγάζει όλη τη ζήλια, είναι απαιτητική, αλλά στο τέλος γίνεται δοτική. Είναι ένας χαρακτήρας με πολλές πλευρές».

Η σκηνοθεσία της παράστασης τονίζει και διακρίνει ταυτόχρονα αυτές τις διαστάσεις. Στη δεύτερη πράξη η Μουζέτα εισέρχεται στη σκηνή με ένα επίσημο κόκκινο φόρεμα με μία άμαξα που σέρνει ένα άλογο για να κυριαρχήσει στη σκηνή με τα σαγηνευτικά της καμώματα και καπρίτσια, κερδίζοντας και πάλι μέσω της ζήλειας το φίλο της, ενώ «φορτώνει» το λογαριασμό στον γηραιό συνοδό της.

Αντίθετα, στο απλό φόρεμα της τέταρτης πράξης μια ευαίσθητη κοπέλα θυσιάζει τα τελευταία υπάρχοντά της προσπαθώντας να απαλύνει τον πόνο της φίλη της. Η δεύτερη πράξη δίνει την ευκαιρία στην Ελληνίδα ερμηνεύτρια να λάμψει με την σκηνική παρουσία και το δυναμισμό της, ενώ στην τέταρτη αποδίδει με λυρισμό, ευαισθησία και τρυφερότητα την προσευχή και τους θρήνους που συνοδεύουν το τραγικό τέλος της φίλης της.

Αναφερόμενη στη συνεργασία της με τον γνωστό Ιταλό σκηνοθέτη του έργου είπε, μεταξύ άλλων, ότι «πρόκειται για μια κλασική παραγωγή του Τζεφιρέλι όπως εκείνος ξέρει να αποδίδει. Έχω συνεργαστεί αρκετές φορές μαζί του στην όπερα της Ρώμης, κάνοντας “Τραβιάτα”, “Φάλσταφ”, “Παλιάτσους”, “Τόσκα”. Γνωριζόμαστε προσωπικά και έχουμε μια σχέση μεγάλης αγάπης και αλληλοεκτίμησης. Ήταν μια μεγάλη εμπειρία όταν για πρώτη φορά με είχαν επιλέξει το 2007 να κάνω “Τραβιάτα” με σκηνοθέτη τον Τζεφιρέλι. Ουσιαστικά έπεφτα και εγώ στα βαθιά νερά, με μία πρόκληση και μια διάσταση που δεν μπορούσα τότε να φανταστώ. Αλλά, καμία φορά, αυτό σου δίνει την ελευθερία και το θάρρος να μπεις σε μια κατάσταση».

Στην ερώτηση αν η όπερα ήταν για την ίδια «ένα παιδικό όνειρο, μια συγκυρία ή ένας συγκροτημένος στόχος», επεσήμανε ότι «ήταν όλα μαζί. Είναι ένας τομέας που για να πετύχεις χρειάζεται συνδυασμός πάρα πολλών πραγμάτων. Και οι γονείς μου από πολύ μικρή ηλικία που ήμουν κατάλαβαν την κλίση μου στο τραγούδι, στο ρυθμό στη μελωδία και με έβαλαν σε παιδική χορωδία. Από μικρή άκουγα κλασσική μουσική και όπερα, από θρησκευτικά έργα των Μπαχ και Περγκολέζι μέχρι όπερες του Μότσαρτ, είχα σε κάθε περίπτωση τα ερεθίσματα. Οι γονείς μου γνωρίστηκαν μέσα στη μικτή χορωδία της Λάρισας και ερωτεύτηκαν μέσα απ’ αυτό τον χώρο. Μπορεί να επέλεξαν άλλα επαγγέλματα και οι δυο, αλλά έχουν μόνιμο πάθος για τη μουσική».

Σε διάφορα ερωτήματά μας για την παρουσία της όπερας στην Ελλάδα και κατά πόσο «κερδίζει ή χάνει κοινό;», διατύπωσε την άποψη ότι «η αναβάθμιση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής θα βοηθήσει σημαντικά και άξιζε να γίνει ένα τέτοιο βήμα. Ο χώρος, το κτίριο, η ακουστική, όλα αυτά συντείνουν στο συνολικό ανέβασμα της Λυρικής και πιστεύω πως θα συμβάλουν ακόμη περισσότερο ώστε η όπερα να κερδίσει μεγαλύτερο κοινό στην Ελλάδα, ειδικά νέους ανθρώπους».

Μιλώντας για την παιδεία και την προσπάθεια να υπάρξει ενδιαφέρον από παιδιά και νέους, δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «υπάρχουν πρωτοβουλίες με τη συμμετοχή σχολείων σε παραστάσεις όπερας και αυτό είναι ένα ενθαρρυντικό βήμα, αλλά γενικότερα η μουσική δεν διδάσκεται σωστά στα σχολεία. Μερικές φορές δημιουργεί αδιαφορία, παρά ενδιαφέρον στα παιδιά. Νομίζω ότι περισσότερο πρέπει να δίνεται το ερέθισμα να ακούνε, παρά η διδασκαλία να επικεντρώνεται στη θεωρία της μουσικής, ώστε να αγαπήσουν και την όπερα που μπορεί να μην την ακούνε στο σπίτι ή κάπου αλλού. Η μουσική είναι άκουσμα, είναι χρώματα, είναι αυτό που σε ταξιδεύει. Αυτή η πλευρά πρέπει να δοθεί στα παιδιά από το εκπαιδευτικό σύστημα».

Για το τι δίνει η όπερα σε άτομα που δεν τους είναι οικεία, η καταξιωμένη υψίφωνος σημείωσε επίσης ότι «η όπερα είναι ένας συνδυασμός πολλών τεχνών. Μέσω μιας παράστασης, αναδεικνύονται πολλές άλλες μορφές τέχνης. Υπάρχει ένα πολυθέαμα με διαχρονικά θέματα που αφορούν και αγγίζουν τον άνθρωπο. Δεν είναι είδος μουσικής μόνο για την “αριστοκρατία”. Και αν υπάρχει, σε κάποιο βαθμό, αυτό το στερεότυπο πρέπει να καταργηθεί. Η όπερα άλλωστε ξεκίνησε ως λαϊκό είδος. Αυτό να μην το ξεχνάμε. Μπορεί να υπήρχαν οι όπερες που παρακολουθούσαν μόνο οι αριστοκράτες και οι άλλες που ήταν μόνο για τον φτωχό λαό, αλλά η μαγεία της αντανακλούσε σε όλους. Και το ίδιο συμβαίνει και σήμερα όταν βλέπω κοινό που παρακολουθεί όπερα για πρώτη φορά. Φεύγει μαγεμένο από την αίθουσα».

Για τους ρόλους που «ταίριαξε και αγάπησε» πιο πολύ και σ’ αυτούς που θα ήθελε να ερμηνεύσει, τόνισε ότι «η “Τραβιάτα” είναι ένας ρόλος που με έχει αναδείξει και αγαπώ πάρα πολύ, με απίστευτές ψυχολογικές διακυμάνσεις, ασκώντας πάνω μου μια πολύ δυνατή έλξη. Είναι ένας ρόλος που έχω ερμηνεύσει σε πάρα πολλά θέατρα, στη Βιέννη, στο Μόντρεαλ, στη Ρώμη δυο φορές και σε άλλες πόλεις, ενώ στην Αθήνα πρόκειται να ερμηνεύσω “Τραβιάτα” τον ερχόμενο Μάιο. Ανάμεσα στους ρόλους που θα ήθελα να ερμηνεύσω και αποτελούν προσωπική πρόκληση είναι ο ρόλος της ‘Αννας Μπολένα του Ντονιτσέττι». Πρόσθεσε δε ότι «όλα έρχονται με τον χρόνο και πως νιώθεις φωνητικά την κάθε χρονική περίοδο, γιατί δεν τραγουδάς τα πάντα και την οποιαδήποτε στιγμή. Η φωνή του καθενός είναι διαφορετική. Και το σημαντικό είναι να μπορείς να λες και όχι, ώστε να μην αναλαμβάνεις ρόλους που μπορεί να σε καίνε».

Για τις «αξεπέραστες φωνές» της όπερας, έκανε λόγο για δυο ονόματα, μια Ελληνίδα και ένα Ιταλό, την Μαρία Κάλλας και τον Λουτσιάνο Παβαρότι.

Η πολυβραβευμένη Ελληνίδα σοπράνο, μετά τη Μητροπολιτική Όπερα, έχει προγραμματισμένες εμφανίσεις σε πόλεις της Αμερικής και της Ευρώπης. Κατά την παρουσία της στη Νέα Υόρκη, έδωσε και μια «ειδική παράσταση» σε θεατρικό χώρο του Μανχάταν, όπου ερμήνευσε και συνθέσεις Ελλήνων δημιουργών. Σε αυτή τη συναυλία η Μυρτώ Παπαθανασίου είχε την ευκαιρία να συναντηθεί επί σκηνής με την αδερφή της Εύη, η οποία είναι τσελίστρια στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών.

Όταν ο ιστορικός και επί καλλιτεχνικών θεμάτων αρθογράφος, Φώτης Καλιαμπάκος, την ρώτησε για τη σχέση της με την ελληνική μουσική, με αφορμή την ιδιαίτερη ερμηνεία της τραγουδιών των Μάνου Χατζιδάκι και Μίκη Θεοδωράκη (συμπεριελήφθησαν στη συναυλία, δίπλα σε αυτά των Massenet, Rachmaninov, Ravel κα.), αλλά και την έμφαση που έδωσε ο δημιουργός του προγράμματος, πιανίστας και καθηγητής μουσικολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Κώστας Χαρδάς, στην παρουσίαση έργων Ελλήνων συνθετών που ενίοτε χρησιμοποιούν στο έργο τους στοιχεία της ελληνικής παράδοσης, όπως άλλωστε και οι προαναφερόμενοι, η Μυρτώ Παπαθανασίου τόνισε ότι «υπάρχουν αξιόλογοι κλασικοί Έλληνες συνθέτες και πρέπει να αρχίσουμε με πιο συστηματικό τρόπο να τους προβάλουμε, εντός και εκτός Ελλάδας». Επίσης, στάθηκε στην ποιότητα των συνθετών του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού, επισημαίνοντας ότι από τα παιδικά της χρόνια ακούει και αγαπά όλα τα είδη της ελληνικής μουσικής, συμπεριλαμβανομένου και του λαϊκού τραγουδιού.

Σε αυτό το πνεύμα προβολής των θησαυρών της ελληνικής κλασικής μουσικής, ο Κώστας Χαρδάς ηγήθηκε της δημιουργίας ενός CD με έργα του Γιάννη Παπαϊωάννου (1910-1989) με τη συμμετοχή της Μυρτώς Παπαθανασίου στα τραγούδια του συνθέτη.

Η συγκεκριμένη δουλειά κυκλοφορεί ήδη σε ΗΠΑ και Ελλάδα, με τον τίτλο «Έλληνες κλασικοί, Γιάννης Παπαϊωάννου: Συλλογή ερωτικών ρυθμών και χρωμάτων». Ο δίσκος απέσπασε ήδη την τιμητική διάκριση της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών και το βραβείο θα απονεμηθεί στους συντελεστές στις 8 Δεκεμβρίου, στην Αθήνα.

Η Ελληνίδα υψίφωνος γεννήθηκε στη Λάρισα, όπου έκανε τα πρώτα μουσικά βήματά της. Σπούδασε στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης και ως υπότροφος του Μεγάρου Μουσικής ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Μιλάνο με τον Ρομπέρτο Κοβιέλλο. Τιμήθηκε με το βραβείο «Μαρία Κάλλας» το 2012 από την Όπερα του Ντάλας και στη συνέχεια με άλλα βραβεία και διακρίσεις. Το ρεπερτόριό της εκτείνεται από το μπαρόκ μέχρι σύγχρονους συνθέτες, ερμηνεύοντας σημαντικούς ρόλους ρεπερτορίου και έχοντας ηχογραφήσει αρκετά CD και DVD.

Από την Όπερα Μονέ των Βρυξελλών κυκλοφόρησε πρόσφατα στη μοντέρνα σκηνοθεσία του Stefan Herheim, το «παραμυθένιο» αριστούργημα του ύστερου ρομαντισμού, η «Ρουζάλκα» του Ντβόρζακ με τη Μυρτώ Παπαθανασίου στον ομώνυμο πρωταγωνιστικό ρόλο. Στην επίσης πρόσφατη έκδοση του Ντον Τζιοβάνι του Μότσαρτ (UNITEL), με τον από χρόνια καταξιωμένο στον ομώνυμο πρωταγωνιστικό ρόλο Ildebrando D’ Archangelo και υπό τη διεύθυνση του Riccardo Frizza, που διηύθυνε και τις παραστάσεις της «Boheme» στη Μετροπόλιταν, η Ελληνίδα σοπράνο ανέλαβε την Ντόνα ‘Αννα, ρόλο τον οποίο ερμήνευσε το προηγούμενο καλοκαίρι στο Ηρώδειο και με τον οποίο είχε κάνει το ντεμπούτο της στην Κρατική Όπερα της Βιέννης το 2011.

Μετά τη Νέα Υόρκη, η παρουσία της στις ΗΠΑ θα συνεχιστεί στη δυτική ακτή, στην όπερα του San Diego και πάλι στον Ντον Τζιοβάνι, αναλαμβάνοντας όμως αυτή τη φορά το ρόλο της Ντόνα Ελβίρα.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις