Από τον εμφύλιο μέχρι τον εξεγερμένο Δεκέμβρη του 2008 θα μας ταξιδέψει ο γνωστός σκηνοθέτης Διονύσης Γρηγοράτος με τη νέα του ταινία FILS DE GRÈCE, που αναμένεται σύντομα στις αίθουσες.

Δανειζόμενος τον τίτλο του από την ιστορική ομιλία που έδωσε ο Paul Eluard στο Γράμμο, ο σκηνοθέτης παρακολουθεί τη μαζική μετακίνηση 60.000 παιδιών μακριά από τις εστίες τους, στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου.

Περίπου 30.000 θα μεταφερθούν από το «Δημοκρατικό στρατό», εκτός της Πατρίδας, σε Ιδρύματα Πολιτικών Προσφύγων σε χώρες της χωρισμένης Ευρώπης του Ψυχρού Πολέμου και άλλα τόσα, από τον Κυβερνητικό στρατό, σε «Παιδοπόλεις» που ίδρυσε η Βασίλισσα Φρειδερίκη.

Ο Γρηγοράτος πραγματοποιεί ένα μοναδικό πείραμα συνδέοντας σπάνιο και ακυκλοφόρητο υλικό αρχείου με δικά του γυρίσματα στις περιοχές που γράφτηκε μια από τις πιο σκληρές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

«Προσπάθησα με κάθε τρόπο να δείξω την αντικειμενική αλήθεια γιατί την ιστορία αυτών των παιδιών την είχε πνίξει η προπαγάνδα» δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο σκηνοθέτης Διονύσης Γρηγοράτος, που μόλις ολοκλήρωσε την ταινία του που αναμένεται να βγει στις αίθουσες μέσα στο 2015.

Ο τίτλος της «Fils de Grece» (Γιοί της Ελλάδας), είναι δάνειο από την έκκληση συναδέλφωσης που είχε απευθύνει με τηλεβόα στον εθνικό στρατό, ο Γάλλος υπερρεαλιστής ποιητής Πολ Ελυάρ, από μια κορυφή του Γράμμου, στη διάρκεια της επίσκεψης του τον Ιούνιο του 1949 στην Ελλάδα, σε ένδειξη αλληλεγγύης στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ).

Ο Διονύσης Γρηγοράτος, σκηνοθέτης της «Παράστασης για έναν ρόλο»(1978), «Φάκελος Πολκ στον αέρα» (1988), «Κανείς δεν χάνει σ΄ όλα»(2000) και μιας σειράς από ντοκιμαντέρ δραματοποιημένων και μη στη δεκαετία του 1990 και 2000, επιστρέφει με μια ταινία μυθοπλασίας.

Πιστός στον πολιτικό κινηματογράφο, πραγματεύεται ένα αποσιωπημένο γεγονός που δημιουργήθηκε μια εποχή που σάρωνε ζωές και συνειδήσεις, στα τέλη της δεκαετίας του 40, κατά την διάρκεια του Εμφυλίου. Μιλά για το «παιδομάζωμα» όπως καθιερώθηκε επίσημα από το παλάτι και τον αστικό κόσμο της εποχής ή το «παιδοφύλαγμα», όπως το ονόμασε το ΚΚΕ.

Το εγχείρημα του Διονύση Γρηγοράτου διήρκησε έξι χρόνια, έκανε γυρίσματα στη Αθήνα, στον Γράμμο και στην Τασκένδη. «Κι αν η εικόνα της ταινίας δίνει την εντύπωση μεγάλης παραγωγής εντούτοις είναι ανεξάρτητη παραγωγή», σπεύδει να συμπληρώσει ο σκηνοθέτης.

Στην δραματουργία εκτός από τους επινοημένους χαρακτήρες που τους υποδύονται ηθοποιοί, ο σκηνοθέτης εμπλέκει και πρόσωπα που έχουν βιώσει τα γεγονότα. ‘Ετσι στην ταινία εμφανίζεται η Ολυμπία Γελοδάρη (χορογράφος στα Μπολσόι, επικεφαλής χορογράφος στην Όπερα της Οδησσού και αργότερα όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, στην Εθνική Λυρική Σκηνή), ο Γιώργος Πάζιος (παιδοπολίτης και ονομαστός εναερίτης της ΔΕΗ) παιδιά από τον Γράμμο και το Βίτσι και νέοι από την Τασκένδη.

Η δράση της ταινίας απλώνεται από το 1948 εντός και εκτός Ελλάδας, για να καταλήξει εξήντα χρόνια μετά στην Αθήνα του 2008, όπου μία νεαρή πολιτική πρόσφυγας τρίτης γενιάς, επαγγελματίας επεξεργάστρια αρχειακού υλικού και σχεδιάστρια κόμικς (την υποδύεται η ηθοποιός Τζένη Σταυροπούλου), αναζητά μέσα από τυχαία γεγονότα να ανακαλύψει το παρελθόν της γιαγιάς της (Βίκυ Σταύρακα), που ήταν πολιτική πρόσφυγας στην πρώην Σοβιετική Ένωση και πλέον βρίσκεται σε κώμα ή, όπως αναφέρεται στη σύνοψη της ταινίας σε «συνειδητή» κατάσταση να κοιμάται και να αρνείται να μιλήσει».

«Σιγά – σιγά μέσα από το σασπένς της έρευνας και το θρίλερ της απόκτησης κρυμμένων στοιχείων, φωτίζεται το οδοιπορικό» εξηγεί ο σκηνοθέτης. Πρόθεσή του ήταν «ένα road movie με στοιχεία σύγχρονης τραγωδίας για την απώλεια της παιδικής ζωής, τον αδελφοκτόνο πόλεμο των γονιών και τα ψυχολογικά τραύματα που τους σημάδεψαν ως παιδιά και που τα κουβαλούν ως ενήλικες σήμερα, ζώντας ανάμεσά μας την οικονομική και κοινωνική κρίση που τους στερεί και την «Τρίτη ηλικία».




Το «παιδομάζωμα» όρος που παραπέμπει στους Γενίτσαρους ή αλλιώς το «παιδοφύλαγμα» εξακολουθεί κατά την γνώμη σας να είναι θέμα ταμπού για την ελληνική κοινωνία, ακόμα και με την απόσταση των 60 και παραπάνω χρόνων;

«Νομίζω εξακολουθεί, για πολλούς λόγους. Κατ΄ αρχήν επειδή το διο το γεγονός είναι πολύ σοβαρό. Επρόκειτο για μια μαζική μετακίνηση μέσα σε λίγους μήνες, 60 χιλιάδων παιδιών από τις εστίες τους που βρίσκονταν σε συγκεκριμένο τόπο.Δεν ήταν απ ΄όλη την Ελλάδα, δεν έγινε στην Πελοπόννησο αλλά στην Βόρεια Ελλάδα, Κοζάνη, Φλώρινα, λίγα παιδιά από τα Γιάννενα και ίσως κάποια από Θράκη-. Ένα μέρος των παιδιών μετακινήθηκε από τον ΔΣΕ και πήγε στα ιδρύματα στις τότε σοσιαλιστικές χώρες κι ένα άλλο μέρος, σχεδόν ισόποσο, στις παιδουπόλεις της βασίλισσας Φρειδερίκης. Ξαφνικά οργανώθηκαν περίπου 52 παιδουπόλεις σ όλη την Ελλάδα. Δεν πήγαν στα ορφανοτροφεία».

Εσείς πού εστιάζετε την ταινία, στις παιδουπόλεις ή στα παιδιά που έφυγαν με τους αντάρτες στις ανατολικές χώρες και στην κεντρική Ευρώπη;

«Παρακολουθώ και τα δύο και τα αντιπαραθέτω ώστε η πραγματικότητα του ενός οδοιπορικού να αντιπαρατίθεται με την πραγματικότητα του άλλου οδοιπορικού και ο θεατής να μπορεί να βγάλει κάποια συμπεράσματα. Βέβαια το οδοιπορικό των παιδιών που βγήκαν έξω ήταν πολύ πιο επιβαρυμένο. Πέρασαν πέντε έως δέκα χρόνια σε ιδρύματα, μέχρι ο Ερυθρός Σταυρός και η ΕΒΟΠ, να μπορέσουν να διασταυρώσουν στοιχεία και να ταυτοποιήσουν γονιό με παιδί. Στο μεταξύ τα περισσότερα φοιτούσαν σε σχολεία, δεν ήθελαν να απομακρυνθούν . Τα παιδιά των παιδουπόλεων πέρασαν κι αυτά έναν Ρουβικώνα, απομακρύνθηκαν από τις εστίες τους , πέρασαν από ένα στάδιο πολιτικής αναμόρφωσης στις παιδουπόλεις. Επρόκειτο για παιδιά ανταρτών στην πλειοψηφία τους».

Πώς χτίζετε την ταινία;

«Η ταινία έχει δύο χρόνους, το κομμάτι το έγχρωμο καλύπτει τον παρόντα χρόνο και το ασπρόμαυρο, το παρελθόν. Τα δύο αλληλοσυμπλέκονται».

Γιατί χρησιμοποιείτε αρχειακό υλικό;

«Η ανάπλαση της πραγματικότητας όσο και μεγάλη παραγωγή να έχεις , έστω και με τα ελληνικά δεδομένα που έτσι κι αλλιώς δεν είχα, δεν μπορεί να αποδώσει την αυθεντικότητα των τόπων, των χώρων, των ανθρώπων. Και επειδή είμαι μανιώδης συλλέκτης αρχειακού υλικού, -διαθέτω και δικό μου-, βρήκα κομμάτια τα οποία μου έδιναν εικόνα των συνόλων . Επιπλέον χρησιμοποίησα και υλικό από το ντοκουμέντο «Η αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδας» (σ.σ. γυρίστηκε το 1948 στο Γράμμο και στο Βίτσι, από το Κινηματογραφικό Συνεργείο του ΔΣΕ ,το οποίο αποτελούνταν από τους Μάνο Ζαχαρία, Γιώργο Σεβαστίκογλου και τον οπερατέρ, Απόστολο Μουσούρη.) Όμως για πρώτη φορά το αρχειακό υλικό που προέρχεται από διάφορες πηγές ,δεν είναι απλά παραθετικό αλλά χρησιμοποιείται ως δραματοποιημένο υλικό, όπου εμφιλοχωρούν οι σύγχρονες κινηματογραφικές λήψεις που έπρεπε να κάνω για τα παιδιά στις διάφορες ηλικίες τους .Αλλά η τελική εικόνα του ντοκουμέντου και της προέκτασης του με τη σύγχρονη λήψη, είναι εικόνα ενιαίου συνόλου. »

Στο τρέιλερ της ταινίας σας, βλέπουμε το σπάνιο κινηματογραφικό ντοκουμέντο από την επίσκεψη του Πολ Ελιάρ στον Γράμμο, συνοδευόμενο από τον υπουργό της Κυβέρνησης του βουνού, χειρουργό Πέτρο Κόκκαλη και άλλους.

Ναι γιατί τα παιδιά έφυγαν μαζικά αλλά κατά διαστήματα, οπότε στην ταινία μου σε κάποια μετακίνησή τους «πέφτουν» πάνω στον Ελιάρ».

Υπάρχουν οικογένειες που έχουν υποστεί η εμπλακεί σε αυτή την υπόθεση κι άλλοι που δεν έχουν τέτοια βιώματα ή ανάλογα ακούσματα. Σε ποιο κοινό απευθύνεστε;

«Ο άξονας μου είναι σημερινός. Ο χαρακτήρας της εγγονής, που κάνει την έρευνα και οι επαφές της, όπως ο νεαρός γιατρός που την φλερτάρει, είναι νέοι άνθρωποι και επιτρέπουν στον θεατή να παρακολουθήσει την ταινία».

Τελικά τι σας έδωσε το έναυσμα να κάνετε μια ταινία για ένα θέμα τόσο δύσκολο, πολύπλοκο και πονεμένο;

Ήταν μια φράση που ακούστηκε στις μέρες μας από ένα απ΄ αυτά τα παιδιά, φυσικά ενήλικας πια, που έλεγε: «Ποιός μου δίνει εμένα τα παιδικά μου χρόνια; Ποιός; Κανείς! Μόνο η Ιστορία…»