Ο διεθνώς αναγνωρισμένος Έλληνας γλύπτης, Κώστας Βαρώτσος, με αφορμή τη διαμάχη του με τον δήμο του Τορίνο, που κατά τον ιταλικό Τύπο, έχει ξεσπάσει πρόσφατα σχετικά με τη συντήρηση ενός δημόσιου έργου του στην Πιάτσα Μπενέφικα στο Τορίνο, μιλά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και τον Γιώργη-Βύρωνα Δάβο για την τύχη των έργων τέχνης στην πόλη.

Δημιουργός εμβληματικών έργων, τόσο στην Αθήνα – με τον διάσημο πλέον «Δρομέα» του – την καλλιτεχνική ανάπλαση πλατείας στον Ρέντη κι άλλες δημόσιες παρεμβάσεις στην Ελλάδα, όσο και σε μεγάλες πόλεις του εξωτερικού, ο Κώστας Βαρώτσος είναι ένας από τους πλέον αρμόδιους στο φλέγον θέμα της πορείας και των προβλημάτων που μοιραία αντιμετωπίζει μία δημιουργία που προορίζεται για δημόσια θέα κι αισθητική απόλαυση.

Κύριε Βαρώτσο, με αφορμή τη νομική αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει με ένα έργο σας στην Πιάτσα Μπενέφικα στο Τορίνο, θα θέλαμε να επεκταθούμε λιγάκι στο γενικότερο ζήτημα της θέσης του έργου τέχνης μέσα στην πόλη. Καταρχήν τι είναι, τι έχει συμβεί στην Πιάτσα Μπενέφικα. Έχει υπάρξει κάτι παράλληλο και στην Ελλάδα που έχετε αντιμετωπίσει;

«Ένας φίλος μου κριτικός τέχνης, ο Ακίλι Μπονιτολίβα, έλεγε ότι το έργο τέχνης, όταν τοποθετείται στον δημόσιο χώρο μοιάζει πάντα σα να ζητάει συγγνώμη. Είναι τόσο ευάλωτο και στις κλιματικές συνθήκες αλλά και σε αυτή τη βιαιότητα που έχουν οι σύγχρονες πόλεις, άρα χρειάζεται συντήρηση, χρειάζεται προσοχή, όπως όλα τα πράγματα που είναι στο δημόσιο χώρο. Και τα πεζοδρόμια χρειάζονται συντήρηση και τα κτίρια χρειάζονται συντήρηση και τα έργα τέχνης θέλουν συντήρηση. Πρέπει να τα προσέχουμε πρέπει να τα φωτίζουμε, να τα αναδεικνύουμε κλπ.

Δυστυχώς δεν συμβαίνει μόνο σε μένα, έχει συμβεί σε διάφορους καλλιτέχνες και μάλιστα είχαμε κάνει και ένα συνέδριο στη Βενετία με τον ‘Αντονι Κάρο, το Ρίτσαρντ Σέρα και διάφορους άλλους σημαντικούς γλύπτες, συζητώντας ακριβώς αυτό το πρόβλημα της προστασίας των γλυπτών στον δημόσιο χώρο. Ξέρετε πολύ καλά τον αγώνα μου και τη δουλειά που έχω ρίξει για να προστατευτεί ο Δρομέας και να μπορεί να είναι σε μια άψογη κατάσταση τώρα, όλα αυτά τα χρόνια. Δυστυχώς όταν κάνεις ένα έργο πρέπει να τρέχεις από πίσω να το φροντίζεις. Είναι σαν τα παιδιά σου, που σε παίρνουν τηλέφωνο, «το παιδί αρρώστησε, τρέξε, έγινε εκείνο, έγινε το άλλο».

Υπάρχουν και πράγματα πάρα πολύ βίαια που μου έχουν συμβεί, όπως έχουν συμβεί και σε άλλους καλλιτέχνες. Έχει τύχει στην Κέρκυρα να βάλουμε ένα έργο και να αλλάξει ο δήμαρχος, να το πάρει και να το πετάξει στα σκουπίδια πχ. Ή έχει συμβεί έργο που βάλαμε στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης και επειδή ήρθε ο αρχιτέκτονας το πήρε και το πέταξε στα σκουπίδια γιατί δεν είχε καταλάβει μάλλον ότι ήταν έργο τέχνης ή ήθελε να αλλάξει τη διακόσμηση.

Βεβαίως όλα αυτά τα θέματα, είναι θέματα τα οποία θα πρέπει να γίνουν συνείδηση στους πολίτες. Έχουμε φαινόμενα βανδαλισμών πάρα πολλά και ειδικά τώρα τελευταία ακόμα και στην Ελλάδα, γλυπτά και κλασσικά γλυπτά. Με το έργο στο Τορίνο δημιουργήθηκε ένα πρόβλημα όσον αφορά τη συντήρησή του, δεν έχουμε μπει σε μια διαδικασία νομικής διαμάχης με τον δήμο που δεν το φρόντισε το έργο όπως έπρεπε και έχει πιάσει σε ορισμένα σημεία σκουριά και βεβαίως για να διορθωθεί αυτή η σκουριά χρειάζεται μια διαδικασία, η οποία είναι δαπανηρή. Μου πρότειναν όμως να συνεργαστώ για την αναμόρφωση όλης της πλατείας εκεί και όλης της περιοχής κιόλας και είμαι σε μια συνεργασία, αρκετά θετική. Μερικές φορές οι δημοσιογράφοι υπερβάλλουν γράφοντας τον τίτλο ότι “ο Βαρώτσος επιτίθεται”».

«Επιτίθεται», «πάνω από το πτώμα μου», διάφορα τέτοια υπερβολικά.

«Κάτι υπερβολές τις οποίες δεν είπα ποτέ. Είπα βέβαια ότι εγώ υποστηρίζω τα έργα μου, είπα ότι είμαι παρών να υποστηρίξω το έργο μου και δυστυχώς ο κάθε καλλιτέχνης θα πρέπει και οφείλει να προστατεύει το έργο του. Και να προστατεύει το έργο του όχι στο όνομα του έργου του δικού του στο όνομα και όλων των άλλων έργων που έχουν τοποθετηθεί. Διότι υποστηρίζοντας το έργο σου, υποστηρίζεις και το έργο των άλλων συναδέλφων δηλαδή θα πρέπει η πολιτεία, γενικότερα η Τοπική Αυτοδιοίκηση, να έχει την ετοιμότητα και την αναγκαία φροντίδα που θα πρέπει να έχει ο δημόσιος χώρος γενικότερα, έτσι;».

Μολοταύτα, βλέπουμε ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση- αναφερόμενοι στην Ελλάδα πάντοτε- αν όχι επιλήσμων είναι πολλές φορές ακόμα και εχθρική, ας το πούμε κάπως έτσι, απέναντι στον ίδιο τον δημόσιο χώρο που η ίδια θέλει να αναδείξει.

«Ναι βεβαίως, βεβαίως διότι ειδικά αυτή την περίοδο σε μια περίοδο κρίσης οικονομικής -τώρα κακά τα ψέματα- είναι πολύ πιο χρήσιμο να ασχοληθείς με μια υδραυλική εγκατάσταση αποτρέποντας την πλημμύρα μιας περιοχής παρά να συντηρήσεις ένα γλυπτό. Αν δεν έχεις λεφτά προέχουν δηλαδή κάποια πράγματα που είναι πιο επείγοντα, εγώ το καταλαβαίνω».

Η ποιότητα ζωής, ζώντας σε ένα ωραίο περιβάλλον, είναι και αυτό σημαντικό.

«Βεβαίως και το πρόβλημα ποιο είναι; Ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση φροντίζοντας τα γλυπτά ή φροντίζοντας την τέχνη μέσα στο χώρο, ουσιαστικά δείχνει με τη συμπεριφορά της απέναντι στον κόσμο τη σημαντικότητα αυτών των αγαλμάτων που έχουμε σε όλη την Αθήνα και σε όλες τις πόλεις και σε αρκετές πόλεις και στην Αθήνα και στο εξωτερικό. Στο εξωτερικό υπάρχει ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα πχ. υπήρχε ένα περιστατικό στο Τέξας όπου ένα έργο του Κάλντερ, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου το βάψανε με τα χρώματα της ομάδας ράγκμπι της περιοχής.

Θέλω να πω ότι συμβαίνουν και δυστυχώς, η σύγχρονη τέχνη έχει χάσει αυτή την άμεση επικοινωνία με το πλατύ κοινό και όποτε βγαίνει στο δημόσιο χώρο, δημιουργεί καχυποψία, δημιουργεί ερωτηματικά, δημιουργεί μεγάλες διαμάχες. Το ίδιο είχε γίνει και με το έργο μου στην Αίγινα. Όταν δώρισα ένα έργο μου στην Αίγινα, γιατί έχω το ατελιέ μου εκεί, είχε χωριστεί όλο το νησί στα δύο και υπήρξε μια μεγάλη διαμάχη. Βέβαια, αυτές οι διαμάχες είναι και θετικές θα έλεγα σε ένα βαθμό. Όμως, από τη στιγμή που μια κοινωνία αποφασίζει,- η κοινωνία του Τορίνο αποφάσισε να βάλει ένα γλυπτό-, οφείλει να το προστατεύει, οφείλει να το φροντίζει, οφείλει να το καθαρίζει που και που καταλάβατε;»

Οφείλει ουσιαστικά η κοινωνία να γίνει και αυτή λίγο πιο καλλιτεχνική από το να γίνεται απλώς ένας φορέας άλλων δραστηριοτήτων.

«Μα βεβαίως. Η κοινωνία είναι αυτή που παράγει αυτά τα έργα. Δηλαδή αυτά τα έργα από πού βγήκανε; Από τους καλλιτέχνες; Οι καλλιτέχνες τι εκφράζουν; Εκφράζουν τον πολιτισμό. Τον παρόντα πολιτισμό, την παρούσα ιστορική στιγμή. Οπότε αυτά, είναι έργα τα οποία έχουν βγει μέσα από τη διαστρωμάτωση την πολιτισμική των κοινωνιών.

Μεγάλα έργα, όπως ο πύργος του ‘Αιφελ ή η πυραμίδα στο Λούβρο ήταν αντικείμενα μεγάλης διαμάχης, όμως αντιπροσωπεύουν ιστορικά κάποιες ιστορικές στιγμές, δημιουργώντας σημεία αναφοράς πολιτισμικά, τα οποία είναι απαραίτητα στην κοινωνία. Ειδικά σήμερα που έχουν καταρρεύσει αξιακά οι κοινωνίες της Ευρώπης, τα σημεία αναφοράς, τα πολιτισμικά και βεβαίως τα ηθικά σημεία αναφοράς έχουν τεράστια σημασία, πολύ μεγαλύτερη από άλλες εποχές.

Σήμερα αρχίζουν να θολώνουν κάποιες ποιότητες και κάποια σημεία αναφοράς ιδεολογικά και πολιτισμικά τα οποία όρισαν την Ευρώπη. Θα πρέπει να τα επαναπροσδιορίσουμε κατ’ αρχήν και μετά να τα βάλουμε ως κινητήριες δυνάμεις αυτά τα πολιτισμικά στοιχεία. Δεν μπορεί μια κοινωνία να πάει μπροστά αν δεν έχει ένα ηθικό και πολιτισμικό συγκεκριμένο για να μπορέσει να πατήσει για να εξελιχθεί».

Γιώργης-Βύρων Δάβος (AΠΕ – ΜΠΕ)