«Το πανεπιστήμιο έχει κυριαρχηθεί σε παγκόσμιο επίπεδο από δύο σαφώς περιοριστικούς παράγοντες: την τεχνολογία και την οικονομία. Πρόκειται για μια συνθήκη, η οποία θα μπορέσει να μεταβληθεί μόνο αν αναπτυχθεί ένα πνεύμα κριτικής αντίστασης απέναντί της».

Έτσι άρχισε τη διάλεξή του στην κατάμεστη αίθουσα του κεντρικού κτιρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών ο ακαδημαϊκός δάσκαλος και θεωρητικός της λογοτεχνίας Τέρι Ίγκλετον, ένας κριτικός που έχει μεταφραστεί και διαβαστεί πολύ στην Ελλάδα.

Ενόψει της αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, ο Ίγκλετον, που έχει διδάξει επί δεκαετίες στην Οξφόρδη και στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ και έχει δημοσιεύσει πάνω από πενήντα βιβλία, έθεσε κατά τη διάρκεια της διάλεξής του ένα καίριο ερώτημα: «Έχουν πεθάνει σήμερα οι ανθρωπιστικές επιστήμες;»

Η κρίση και οι ανθρωπιστικές επιστήμες πηγαίνουν μαζί, παρατήρησε ο ομιλητής: «Αρχικά οι βιομηχανικές κοινωνίες δημιούργησαν αξίες που ήταν σύμφωνες με το πνεύμα των ανθρωπιστικών επιστημών. Είναι τα χρόνια όπου οι επιστήμες βρίσκονται ακόμη μακριά από τις αγριότητες του καπιταλισμού, διατηρώντας την κριτική τους αυτονομία.

Στις ημέρες μας όλα αυτά έχουν αλλάξει. Το πανεπιστήμιο είναι υποταγμένο στις πιέσεις της οικονομίας. Πρόκειται για μια κατάσταση που επιβαρύνει τόσο το πανεπιστήμιο όσο και τις τέχνες, οι οποίες εμποδίζονται να λειτουργήσουν ελεύθερα μέσα σε έναν ολοκληρωτικά εμπορευματοποιημένο κόσμο.

Ο κόσμος ήταν χρησιμοθηρικός και στην πρώτη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά τότε οι τέχνες διατηρούσαν την ελευθερία τους όχι εξαιτίας του οποιουδήποτε πολιτικού προσανατολισμού τους, αλλά χάρη στην αινιγματική φύση της ύπαρξής τους. Σήμερα αναδύεται για τις τέχνες ένας καινούργιος ρόλος: ο ρόλος της απόρριψης της εύκολης παραδοχής και της σύμβασης, ο ρόλος της απαλλαγής από την εργαλειοποίηση της γλώσσας και της κατάκτησης μιας ριζοσπαστικής κριτικής ικανότητας».

Και οι ανθρωπιστικές επιστήμες; «Μέσα στην κρίση» τόνισε ο Ίγκλετον «οι ανθρωπιστικές επιστήμες έμειναν χωρίς χρηματοδότηση και μοιραίως περιθωριοποιήθηκαν. Ζούμε σε μιαν εποχή όπου πρέπει να πάψουμε να προσφέρουμε νομιμοποιητικό καταφύγιο στην ιδεολογία της τεχνολογίας. Η προφητεία του Μαρξ για μιαν ελεύθερη ανθρωπότητα η οποία θα ευνοήσει την επανεκκίνηση της Ιστορίας δεν είναι ούτε εσχατολογική ούτε ανεπίκαιρη.

Οι ανθρωπιστικές επιστήμες θεμελίωσαν τις πολιτισμικές αξίες και την ηθική τους κοινότητα σε μια κουλτούρα η οποία ήταν ακόμη διαχωρισμένη από την πολιτική. Τώρα οι επιστήμες έχουν γίνει κομμάτι της πολιτικής, έχουν μετατραπεί σε πεδίο σφοδρών πολιτικών συγκρούσεων. Έτσι το ζήτημα πια για τις επιστήμες δεν είναι η διαφορά και η απόστασή τους από την πολιτική σφαίρα, αλλά η δυνατότητά τους να μεταμορφώσουν την πραγματικότητα και ταυτοχρόνως να μεταμορφωθούν οι ίδιες».

Κατά πόσο είναι εφικτό να συμβούν όλα αυτά; «Δεν υπάρχει καμιά εγγύηση για το επαναστατημένο μέλλον», πρόλαβε την πιθανή ένσταση ο Ίγκλετον: «Αρκεί, όμως, η πιθανότητα της ανάστασης, η ελπίδα για μιαν εδραία μεταστροφή».

Τον Ίγκλετον προλόγισε ο πρώην υπουργός Παιδείας, Πολιτισμού και Θρησκευμάτων Αριστείδης Μπαλτάς, ο οποίος είπε πως εκείνο που χαρακτηρίζει το έργο του είναι η σύνδεση της λογοτεχνικής θεωρίας με την κριτική κοινωνική θεωρία του Μαρξ. Αναφερόμενος στη θητεία του στο υπουργείο Παιδείας, ο Αρ, Μπαλτάς υπογράμμισε πως η απελθούσα κυβέρνηση φρόντισε για την υποστήριξη όχι μόνο των θετικών, αλλά και των ανθρωπιστικών επιστημών, διαβεβαιώνοντας πως θα συνεχίσει προς την ίδια κατεύθυνση σε περίπτωση επανεκλογής της. Τον Βρετανό ακαδημαϊκό δάσκαλο προλόγισαν επίσης ο καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Μιχάλης Σπουρδαλάκης και η επίκουρη καθηγήτρια Νεώτερης Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας και Θεωρίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου Αγγελική Σπυροπούλου.

Β. Χατζηβασιλείου (ΑΜΠΕ)

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις