Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τον περασμένο Μάιο που περπάτησε στο κόκκινο χαλί της Κρουαζέτ πλάι στη μεγάλη ντίβα του γαλλικού σινεμά Κατρίν Ντενέβ, μονοπωλώντας τα φλας των φωτογράφων στο Φεστιβάλ των Καννών.

Σπουδαστής ξυλογλυπτικής μέχρι πρότινος, ο 19χρονος Ροντ Παραντό δεν ονειρευόταν να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο, μέχρι που τον ανακάλυψε τυχαία μία παραγωγός σ’ ένα κάστινγκ του δρόμου έξω από το σχολείο του.

Μετά από μια σειρά εξαντλητικών δοκιμαστικών κατάφερε να κερδίσει το ρόλο του Μαλονί και να καταθέσει μία ερμηνεία-αποκάλυψη στη νέα δημιουργία της Εμανουέλ Μπερκό, «Με το κεφάλι ψηλά» («La Tête Ηaute»).

«Ήταν τόσες πολλές οι συγκινήσεις. Νιώθω ότι ζω σε ένα τρελό όνειρο!» παραδέχεται στο ΑΠΕ- ΜΠΕ ο νεαρός ηθοποιός, μιλώντας για την εμπειρία του από τη συμμετοχή του στην ταινία «Με το κεφάλι ψηλά», που προβλήθηκε στη χώρα μας, στο πλαίσιο του 21ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας».

Το φιλμ που άνοιξε το φετινό φεστιβάλ των Καννών καταπιάνεται με την οργισμένη και γεμάτη αδιέξοδα ενηλικίωση ενός ασυμβίβαστου εφήβου. Προερχόμενος από έναν διαλυμένο γάμο, ο μικρός Μαλονί μπαινοβγαίνει σε ιδρύματα και αναμορφωτήρια, φλερτάρει διαρκώς με τα όρια, την παραβατικότητα και τελικά την τιμωρία.

Η μόνη σταθερά σε αυτή την πορεία, εκτός από τη μητέρα του (Σάρα Φορεστιέ) που δεν σηματοδοτεί σχεδόν τίποτε το καλό στη ζωή του, είναι η σχέση του με τη δικαστή Φλοράνς (Κατρίν Ντενέβ) κι έναν αφοσιωμένο κοινωνικό λειτουργό, τον Γιαν (Μπενουά Μαζιμέλ), που βλέπει στο νεαρό αγόρι κάτι από τη δική του πορεία.

«Η ζωή δεν είναι εύκολη στο προάστιο του Σεν Ντενί που μένω μαζί με τη μητέρα μου»
αναφέρει ο νεαρός ηθοποιός. «Όπως και ο Μαλονί, υπάρχουν στιγμές που δεν έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου και χάνω τον έλεγχο. Έχω μεγαλώσει με παιδιά παραβατικά σαν κι αυτά που βλέπουμε στην ταινία. Έχω γνωρίσει τη βία, ξέρω τη ζωή τους, μπορεί εγώ να μην ακολούθησα τον ίδιο δρόμο αλλά δε σημαίνει ότι μου είναι κάτι ξένο, ή ότι έπαιζα κάτι που δεν είχα δει ποτέ μου. Για μένα ήταν σημαντικό να δείξω στον κόσμο, πως ένα νέο παιδί μπορεί να αντιμετωπίσει την αδικία, να ξεπεράσει τα αδιέξοδά του και εντέλει ν’ αλλάξει τη ζωή του» λέει ο Παραντό, ο οποίος μέχρι πρόσφατα δεν είχε καμία σχέση με την τέχνη εκτός από το να βλέπει σαν θεατής ιστορίες αγάπης στη μεγάλη οθόνη.

«Μέσα από αυτή την εμπειρία λάτρεψα τον κινηματογράφο. Το να γίνω ηθοποιός θα μου επέτρεπε να εγκαταλείψω τη ζωή στο προάστιο και να γνωρίσω ενδιαφέροντες ανθρώπους παθιασμένους με αυτό που κάνουν» αναφέρει.

Η συμμετοχή του στην ταινία προέκυψε εντελώς τυχαία: «Έκαναν κάστινγκ έξω από το δρόμο του σχολείου μου. Με πλησίασε μία κυρία και μου έδωσε να διαβάσω ένα μικρό κείμενο. Στη συνέχεια ακολούθησαν άλλα είκοσι με τριάντα δοκιμαστικά. Μέχρι την τελευταία στιγμή δεν μου έλεγαν αν θα παίξω. Όταν μου το ανακοίνωσαν φυσικά χοροπηδούσα από τη χαρά μου! Το παράδοξο είναι ότι εκείνη την ημέρα σκεφτόμουν σοβαρά να κάνω κοπάνα γιατί είχαμε μαθηματικά που δεν τα συμπαθώ ιδιαίτερα!».

Όπως εξομολογείται η πρώτη του συνάντηση με την Κατρίν Ντενέβ ήταν λίγο .. επεισοδιακή: «Όταν την είδα από κοντά έμεινα άναυδος. Είχα ενθουσιαστεί τόσο πολύ που πήγα και της συστήθηκα και της είπα πόσο χαίρομαι που θα δούλευα μαζί της. Τότε εκείνη με ρώτησε “Πόσο χρονών είσαι, Ροντ;”, κι εγώ χωρίς να σκεφτώ πολύ, είπα “Είμαι 18, εσείς;”. Μεγάλη γκάφα! Ευτυχώς, εκείνη ατάραχη χαμογέλασε και μου απάντησε “72, νεαρέ μου”. Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε η καλή μας σχέση, που οδήγησε σε μία όμορφη και αξέχαστη για μένα συνεργασία».

Το μόνο του άγχος στη διάρκεια των γυρισμάτων ήταν κατά πόσο μπορούσε να αποδώσει το ρόλο. «Αναρωτιόμουν συνέχεια αν ήμουν καλός και η Εμανουέλ (Μπερκό) δεν με καθησύχαζε καθόλου για να μην επαναπαυτώ. Όταν διαβάζαμε το σενάριο, της είχα εμπιστευθεί κάποια πράγματα για μένα και εκείνη στο γύρισμα αντλούσε από το βίωμα μου. Για παράδειγμα, αν έπρεπε σε μια σκηνή να είμαι πολύ θυμωμένος και δεν το κατάφερνα πιανόταν από κάτι που της είχα πει και αύξανε την πίεση ή έκανε κάτι που ήξερε ότι θα με εκνευρίσει προκειμένου να φτάσω στο σημείο που έπρεπε. Όλη αυτή η διαδικασία με βοήθησε πολύ βέβαια για να έχουμε το αποτέλεσμα που είχαμε» εξομολογήθηκε.

Σε ό,τι αφορά τη σημασία του κοινωνικού κράτους κι όλων των δομών που μπορούν να στηρίξουν ανθρώπους με παραβατική συμπεριφορά, σημεία στα οποία εστιάζει η ταινία, ο ίδιος πιστεύει ότι δεν αρκούν αν δεν υπάρχει θέληση από το ίδιο το άτομο.

«Στη Γαλλία υπάρχει κράτος πρόνοιας το οποίο προσφέρει πολλές εναλλακτικές σε νέους ανθρώπους, καθώς και πολλά εκπαιδευτικά προγράμματα τα οποία μπορεί να παρακολουθήσει κανείς και να βοηθηθεί. Όμως, σε μεγάλο βαθμό είναι θέμα θέλησης. Αν κάποιος δεν είναι αποφασισμένος να βγει από όλο αυτό, δεν θα βγει. Η δικαιοσύνη από μόνη της, το κράτος πρόνοιας από μόνο του, δεν πρόκειται να κατορθώσει κάτι. Και η αλήθεια είναι ότι πολλά από αυτά τα παιδιά των προαστίων δεν θέλουν να ξεφύγουν από αυτό τον τρόπο ζωής, του δρόμου, του εύκολου χρήματος, οπότε μόνο το ένα σκέλος δεν μπορεί να βοηθήσει» καταλήγει.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις