«Με αναζωογονεί το θέατρο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ να ζήσω και χωρίς αυτό» ομολογεί η Μάρω Κοντού.

Η κυρία της σκηνής και της μεγάλης οθόνης, αν και μετρά πάνω από 50 χρόνια από τότε που πρωτοεμφανίστηκε σε αρχαία τραγωδία του Βασιλικού Θεάτρου, δεν κοιτάζει με νοσταλγία το παρελθόν. Είναι έτοιμη για κάθε νέα πρόκληση που ανοίγεται μπροστά της.

Αυτόν τον καιρό βρίσκεται σε συνεχείς πρόβες για το πολυβραβευμένο -με 5 Tony- μιούζικαλ «Nine» των Arthur Kopit και Maury Yeston, μία μεταγραφή του θρυλικού «8½» του Φεντερίκο Φελίνι, που ανεβαίνει από τις 6 Νοεμβρίου σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα στη σκηνή του Πάνθεον.

«Είμαι πολύ χαρούμενη που συμμετέχω σε μία τόσο απαιτητική παραγωγή πλάι σε τόσους πολλούς ταλαντούχους συναδέλφους. Είναι ένας συνδυασμός θαυμάσιος και νομίζω ότι θα είναι το γεγονός του χειμώνα» δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Μάρω Κοντού.

Στην παράσταση κρατά τον ρόλο της μητέρας του διάσημου σκηνοθέτη Γκουίντο Κοντίνι (τον ερμηνεύει ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος), ο οποίος ενώ βρίσκεται αντιμέτωπος με μία επαγγελματική και υπαρξιακή κρίση, αναζητά την έμπνευση στα πρόσωπα των γυναικών της ζωής του: Τη σύζυγο, την ερωμένη, την ατζέντισσα, τη μητέρα του.

Στην κινηματογραφική μεταφορά του έργου διά χειρός του Ρομπ Μάρσαλ (2009), τη λατρεμένη «mamma» του σκηνοθέτη είχε ερμηνεύσει η Σοφία Λόρεν. «Είναι ένας ρόλος πολύ γλυκός, τρυφερός, συναισθηματικός πολύ… μαμαδίσιος. Μάλιστα, στη δική μας διασκευή νομίζω ότι έχει πιο ενδιαφέρον. Είναι πιο αναλυτικός, ξεδιπλώνεται περισσότερο ο χαρακτήρας της μητέρας και η σχέση της με τον γιο. Αν και η ίδια έχει φύγει από τη ζωή, καταφθάνει τις πιο δύσκολες στιγμές και του δίνει τις λύσεις, τις συμβουλές και την αγάπη της. Ο Κοντίνι, όποτε την έχει ανάγκη, τη φέρνει στη φαντασία του και έχει έναν μόνιμο διάλογο μαζί της σε όλη τη διάρκεια του έργου. Αυτό δεν συμβαίνει και στην πραγματική ζωή; Ο ρόλος της μάνας στη ζωή ενός άνδρα είναι καταπέλτης, είναι το κλειδί της προσωπικότητάς του και της μετέπειτα ζωής του» αναφέρει η Μάρω Κοντού.

Αν και η ίδια δεν απέκτησε δικά της παιδιά, δεν αισθάνεται αποστασιοποιημένη από τον ρόλο. «Κι ας μην είμαι μητέρα, τα φίλτρα υπάρχουν» λέει.

Με την εμπειρία της σε μεγάλα θεατρικά θεάματα μίας άλλης εποχής θεωρεί ότι και οι σημερινές μεγάλες παραγωγές δεν βασίζονται μόνο στο θέαμα και τη φαντασμαγορία, αλλά διαθέτουν και ψυχή, η οποία απορρέει από την ένωση δυνάμεων.

«Χωρίς ψυχή δεν θα εισπράξει ο θεατής τίποτα. Είναι πολλοί πρωταγωνιστές που είναι ενωμένοι σε αυτή την παράσταση και αυτό είναι ένα επιπλέον ενδιαφέρον. Όλα, βέβαια, εξαρτώνται από τη ματιά του σκηνοθέτη, ο οποίος, εν προκειμένω, επιμένει στην ανάλυση των ρόλων και στο βάθος των χαρακτήρων», εξηγεί.

Κάνοντας μία αναδρομή στην, πλούσια στιγμών, επαγγελματική διαδρομή της νιώθει χορτασμένη και τυχερή. «Δεν έχω παράπονο, ούτε από τους άλλους, ούτε από τον εαυτό μου» λέει η ίδια και θυμάται τις συνεργασίες της με τον Λ. Κωνσταντάρα, τον Κ. Βουτσά, τον Ντ. Ηλιόπουλο, τη Ρ. Βλαχοπούλου.

«Έχω δουλέψει σχεδόν με τους πάντες. Και σε όλες μου τις συνεργασίες έχω περάσει ωραία. Δεν είχα ποτέ κόντρα με κανέναν. Το ότι ήμουνα μία νέα ηθοποιός και είχα την τιμή, τη χαρά και το ξάφνιασμα, να με επιλέξει ο Δημήτρης Χορν για συμπρωταγωνίστρια του επί τέσσεριςσυνεχείς θεατρικές σεζόν, αυτό είναι χαραγμένο στο μυαλό μου ως το ωραιότερο πράγμα που συνέβη στην καριέρα μου. Ήταν μία πολύτιμη εμπειρία, γνώρισα έναν σπουδαίο άνθρωπο, έναν υπέροχο ηθοποιό, έναν καταπληκτικό χαρακτήρα που θα μείνει ανεξίτηλος στη ζωή μου», σημειώνει.

Όπως υποστηρίζει, δεν ένιωσε ποτέ εγκλωβισμένη σε ερμηνευτικά μοτίβα που να της επέβαλλε ο ελληνικός κινηματογράφος. «Είμαι ευχαριστημένη από τις ταινίες που έχω κάνει. Τις ξαναβλέπω, τυχαία κάποιες φορές, στην τηλεόραση και νομίζω ότι παραμένουν αξιοπρεπείς. Διαθέτουν ωραία κείμενα, ωραίους συγγραφείς, Σακελλάριο, Πρετεντέρη, Ψαθά, Τσιφόρο.. Ήταν μία εποχή με σκηνοθέτες στον κινηματογράφο, σαν τον Τζαβέλλα, τον Σακελλάριο και τόσους άλλους που μπορεί να ξεχνώ, όμως, νομίζω οι ταινίες μου σήμερα βλέπονται πολύ ευχαρίστως», υπογραμμίζει.

Σε αυτήν τη φάση της καριέρας της δεν την ελκύουν συγκεκριμένοι ρόλοι. Κάνει τις επιλογές της βάσει του συνόλου της παράστασης. «Καθόμουν δύο χρόνια, γιατί ενώ είχα προτάσεις, καμία δεν μου κίνησε το ενδιαφέρον. Ασφαλώς, δεν μπορώ πια να κάνω τον ρόλο μίας σαραντάρας. Θα κάνω τους ρόλους της μητέρας, της γιαγιάς, της μεγάλης κυρίας, αρκεί το έργο, ο σκηνοθέτης και ο ρόλος να μου κάνουν κλικ» τονίζει.

Με την καθαρή ματιά που της έχει εξασφαλίσει ο χρόνος που μεσολάβησε από την εμπειρία της στην πολιτική ζωή της χώρας (επτά χρόνια στον δήμο της Αθήνας κι άλλα δυόμισι στη Βουλή), πιστεύει ότι δεν θα μπορούσε να ασχοληθεί επί μακρόν. «Διαπίστωσα πολύ γρήγορα ότι δεν κάνω για πολιτική, δεν μιλάω αυτήν τη γλώσσα. Φανταζόμουν ότι ο πολιτικός είναι αυτός που τρέχει από το πρωί έως το βράδυ για τα προβλήματα των άλλων και σύντομα συνειδητοποίησα ότι αυτό δεν ισχύει στην πραγματικότητα». Για την ίδια, βασική προτεραιότητα για τη χώρα είναι «να αλλάξουμε λίγο νοοτροπία εμείς οι Έλληνες, οι οποίοι είμαστε λίγο καλοπερασάκηδες, λίγο τα θέλαμε όλα και τα σπίτια και τα αυτοκίνητα και τη μεγάλη ζωή και αυτό μάς γύρισε μπούμερανγκ».

«Νομίζω ότι πρέπει να επικεντρωθούμε στο καλό της χώρας και όχι στο καλό του εαυτού μας. Και αυτό ξεκινάει από το μικρό σκουπιδάκι που θα πετάξουμε στον δρόμο, μέχρι το πώς συμπεριφερόμαστε στο πορτοφόλι μας. Είναι ανάγκη να γίνουμε πιο συνετοί, πιο σοβαροί, πιο εργατικοί, πιο υπεύθυνοι και πιο ειλικρινείς, και με τον εαυτό μας και με τους άλλους», προσθέτει.

Αγέρωχη και αγέραστη, η Μάρω Κοντού έχει κάθε λόγο να κοιτάζει μπροστά. Για εκείνη κάθε ηλικία κρύβει το κέρδος της. «Η ωρίμανση δεν είναι επώδυνη διαδικασία, νομίζω έρχεται φυσιολογικά. Σε μένα έχει έρθει. Και η ηλικία που διανύω εγώ τώρα είναι γεμάτη ισορροπία, εμπειρίες και αυτογνωσία. Μία πάρα πολύ όμορφη, ώριμη στιγμή» υποστηρίζει.

Πότε στη βεράντα να φροντίζει τα λουλούδια της, πότε ανάμεσα στους πίνακες και τα ποιήματά της, πότε στην κουζίνα της να μαγειρεύει, αυτή η γήινη σταρ του ελληνικού σινεμά μοιάζει να μπορεί να ζήσει και χωρίς την τέχνη της. «Δεν είμαι ο χαρακτήρας που γυρίζω στο παρελθόν. Ζω το παρόν και ελπίζω στο αύριο. Είναι όλα μέσα στον εγκέφαλο, στον σκληρό δίσκο, πολύ ευχάριστα τοποθετημένα, δεν τα νοσταλγώ όμως. Περιμένω πάντα το καινούριο, είμαι έτοιμη για το καινούριο που θα έρθει» αναφέρει.

Πηγή: ΑΠΕ- ΜΠΕ