Στον ελληνισμό του Πόντου και στην οδύσσειά του είναι αφιερωμένο το βιβλίο Eravamo a Trebisonda (Ήμασταν στην Τραπεζούντα), του Ιταλού Εμίντιο Ντ΄ ‘Αντζελο, το οποίο παρουσιάσθηκε στην ιταλική πρωτεύουσα.

Ξεκινώντας από την ιστορία μιας οικογένειας που αναγκάζεται να εγκαταλείψει τον Πόντο, παρουσιάζεται η Ιστορία ενός ολόκληρου λαού, με γεγονότα που είναι άγνωστα, μέχρι τώρα, στο σύνολο, σχεδόν, των ιταλών αναγνωστών.

Πρόκειται για μια πολυφωνική αφήγηση, ενώ, ο συγγραφέας, στην εισαγωγή του βιβλίου αναφέρει ότι «βάσει συγκεκριμένων στοιχείων, τουλάχιστον τριακόσιες πενήντα χιλιάδες έλληνες έχασαν την ζωή τους ή απελάθηκαν από την περιοχή του Πόντου, στο διάστημα από το 1917 μέχρι το 1922».

«Την αίσθηση ταύτισης με τον Πόντο μου την μετέδωσε ο πατέρας μου. Από εκείνον κληρονόμησα το πνεύμα νομιμότητας και την εντιμότητα προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αν και έχω πλήρη επίγνωση του ότι για τους Έλληνες του Πόντου πρόκειται για μια στάση ανάγκης και όχι αφοσίωσης άνευ όρων», διηγείται μια από τις «φωνές» του βιβλίου, μιας ηλικιωμένης χήρας η οποία δεν θέλησε να ακολουθήσει τα παιδιά της στην Κωνσταντινούπολη.

«Οι φόβοι της οικογένειάς μου αυξάνονταν λόγω των όσων διηγούνταν οι έλληνες και αρμένιοι πρόσφυγες που έβρισκαν προστασία στην Τραπεζούντα, προερχόμενοι τόσο από άλλες περιοχές του Πόντου, όσο και από μακρινότερα μέρη όπως την Καππαδοκία. Προσπαθούσαν να βρουν καταφύγιο ανά μικρές ομάδες, στα υπόστεγα και σε εγκαταλειμμένους χώρους», προσθέτει μια από τις τόσες μαρτυρίες.

Ζωντανή και άμεση είναι και η αναφορά στην περιοχή της Πάφρας, στην οποία οι έλληνες είχαν δημιουργήσει ένας είδος αυτόνομης διοίκησης για την υπεράσπιση των εμπορικών δραστηριοτήτων και των σπιτιών τους. Μέχρις ότου η κεντρική τουρκική κυβέρνηση απέστειλε απόσπασμα στρατιωτών, την νύχτα, από τα βάθη της Ανατολίας. Συνέλαβαν μέρος των επιφανών ελλήνων, ενώ αρκετοί άλλοι-όσοι πρόλαβαν- κατάφεραν να διαφύγουν στα βουνά. Ακολούθησαν βιασμοί, δολοφονίες και βανδαλισμοί σε βάρος των ελλήνων, από «ειδικές δυνάμεις», με την κάλυψη των τούρκων στρατιωτών.

Δεν λείπει από το Eravamo a Trebisonda και η μετέπειτα περίοδος, με την εγκατάσταση πολλών ελληνοποντίων σε ρωσικές περιοχές, όπως το Νοβοροσίσκ: «οι ξένοι, συνήθως, ασχολούνταν με το εμπόριο, μη έχοντας πολλές άλλες δυνατότητες εργασίας. Οι έλληνες είχαν συγκεντρωθεί σε δυο δρόμους, με δυο ταβέρνες και κάποια καταστήματα ενδυμάτων, πλεκτών και ψιλικατζίδικα, ενώ οι λίγοι μουσουλμάνοι -οι οποίοι ένιωθαν απομονωμένοι- είχαν μικρά μαγαζιά με ανατολίτικη πραμάτεια. Η ισχυρότερη παρουσία ήταν εκείνη των εβραίων, με καταστήματα στα οποία πωλούσαν υφάσματα, χρυσό και μπαχαρικά», διηγείται ο νεαρός Λευτέρης, μέσω του συγγραφέα.

Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια λογοτεχνική και συγχρόνως ιστορική αφήγηση, στην οποία η συλλογική και η ατομική μνήμη συναντώνται και αλληλοσυμπληρώνονται, με στόχο να παρουσιασθεί με ενάργεια ο ξεριζωμός αλλά και η δύναμη ψυχής ενός σημαντικού μέρους του Ελληνισμού.

Θ.Ανδρεάδης

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις