Το βιβλίο της ξεχωριστής Βρετανίδας μυθιστοριογράφου και δοκιμιογράφου Βιρτζίνια Γουλφ (1882- 1941 ) «Γράμμα σε έναν νέο ποιητή και άλλα κείμενα», που εκδίδεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Πατάκη και θα κυκλοφορήσει την ερχόμενη βδομάδα, παρουσιάζει το ΑΠΕ-ΜΠΕ δημοσιεύοντας αποκλειστικά το ομώνυμο κεφάλαιο.

Η γυναίκα, που πλούτισε την παγκόσμια πεζογραφία και το λογοτεχνικό στοχασμό με δεκάδες έργα, με κορυφαίο το «Η κυρία Νταλαγουέϊ», μαχητική φεμινίστρια, με προωθημένες σχέσεις για την εποχή της, χτυπημένη από τη βαριά κατάθλιψη έγραψε το τελευταίο κεφάλαιο της ανατρεπτικής ζωής της επιλέγοντας να πνιγεί στον ποταμό Ουζ, αφήνοντας μια αποχαιρετιστήρια επιστολή στον στωικό σύζυγό της που κατέληγε: «Όλα έχουν χαθεί για μένα, μα βεβαιώνω για την καλοσύνη σου και δεν μπορώ να χαλάω τη ζωή σου».

Από μια τέτοια ριζοσπαστική προσωπικότητα αναδύθηκαν κείμενα που διερευνούν θέματα γραφής, αναλύουν σκέψεις γύρω από το ύφος, σχολιάζουν κλασικά έργα, με μια προσέγγιση που διαπνέεται από εκφραστική απλότητα, γνωστική διεισδυτικότητα και τεκμηριωτική δύναμη, καθιστώντας τα μοντέρνα όχι μόνο για την εποχή της αλλά- εν πολλοίς- και ελκυστικά για την εποχή μας, παρ ότι γράφτηκαν από το 1919 έως το 1940.

Οι τίτλοι των κεφαλαίων: Νεωτερική πεζογραφία, το σύγχρονο δοκίμιο, ο πάτρωνας και ο κρόκος, ο κύριος Μπένετ και η κυρία Μπράουν, περί άγνοιας των αρχαίων ελληνικών, δοκίμιο για την κριτική, η τέχνη της μυθοπλασίας, γράμμα σε έναν νέο ποιητή, ο καλλιτέχνης και η πολιτική, ο κεκλειμένος πύργος.

Όπως σημειώνει στην εισαγωγή ο μεταφραστής Θωμάς Σκάσσης ,η Γουλφ, αναφερόμενη στο έργο πολλών πεζογράφων, ποιητών και κριτικών, όπως ο Shakespeare, ο Donne, ο Carlyle, ο Galsworthy, η Austen, ο Dickens, ο Bennett, ο Tolstoy, ο Flaubert, ο Proust, ο Forster, ο Lawrence, ο Eliot, ο Joyce, ο Hemingway και άλλων, θίγει ζητήματα έμπνευσης, θέματος, τεχνοτροπίας, ύφους, χαρακτήρων , συγκρίνει τεχνοτροπίες και αναλύει τον κοινωνικό και τον ιστορικό περίγυρο (κοινωνικές τάξεις, πολιτική, σημαντικά γεγονότα) οι οποίοι επηρεάζουν και διαμορφώνουν τη συνείδηση των ανθρώπων που γράφουν.

Ακολουθεί η προδημοσίευση του δοκιμίου της, που απαντά στο αιώνιο ερώτημα για τη δυσκολία τού να γράψει κανείς ποίηση σε μια περίοδο αναταραχών, κοινωνικών αλλαγών και τεχνολογικής προόδου. Δηλαδή… σήμερα!

Κώστας Μαρδάς (ΑΜΠΕ)

Γράμμα σε ένα νέο ποιητή

Αγαπητέ μου Τζον,

(… ). Η τέχνη της επιστολογραφίας μόλις γεννήθηκε. Και είναι τέκνο των φτηνών ταχυδρομείων. Νομίζω δε πως αυτή η παρατήρηση αληθεύει ως ένα βαθμό, γιατί όταν βέβαια η αποστολή ενός γράμματος κόστιζε μισή κορόνα, έπρεπε και η επιστολή να είναι αρκούντως σημαντική ως γραπτό• τότε διαβαζόταν μεγαλοφώνως, ήταν δεμένη με πράσινη μεταξωτή κορδέλα και μετά την πάροδο κάποιων ετών δημοσιευόταν προς τέρψιν των επόμενων γενιών. Το δικό σου γράμμα, αντίθετα, πρέπει να ριχτεί στη φωτιά. Τα έξοδα αποστολής του δεν υπερβαίνουν τη μιάμιση πένα.

‘Αρα είχες την οικονομική δυνατότητα να είσαι στο έπακρο προσωπικός, ασυγκράτητος και αδιάκριτος. Όσα μου λες για τον καημένο καλό μας Σ. και τις περιπέτειές του κατά τον διάπλου της Μάγχης είναι αυστηρώς προσωπικά• τα αισχρά χωρατά σου εις βάρος του Μ. θα κατέστρεφαν δίχως αμφιβολία τη φιλία σας αν μαθεύονταν• αμφιβάλλω επίσης αν οι επόμενες γενιές θα είναι σε θέση να αντιληφθούν -εκτός κι αν τις διακρίνει μεγαλύτερη ευστροφία απ’ ό,τι υποθέτω- τον ειρμό της σκέψης σου η οποία, ξεκινώντας από τη στέγη που στάζει («πλιτς, πλιτς, πλιτς μέσα στη σαπουνοθήκη»), περνώντας στην κυρία Γκέιπ, την παραδουλεύτρα, που την απάντησή της στον μανάβη θεωρώ απολαυστική, μετά στη δεσποινίδα Κέρτις με την παράξενη εκμυστήρευσή της στα σκαλιά του λεωφορείου, και στις Σιαμέζες γάτες («’Αμα νιαουρίζουν παρατεταμένα», λέει η θεία μου, «κλείσε τη μύτη τους με μια παλιά κάλτσα»), κατόπιν στην αξία που έχει η κριτική για τον συγγραφέα, στη συνέχεια στον Donne, στον Gerard Hopkins, στις ταφόπλακες και στα χρυσόψαρα, καταλήγει με μια ξαφνική όσο και ανησυχαστική εφόρμηση στο «Γράψε μου και πες μου πού πάει η ποίηση ή μήπως έχει πεθάνει;».

Όχι, λοιπόν, το γράμμα σου, επειδή είναι αληθινό γράμμα -από αυτά που δεν διαβάζονται μεγαλοφώνως ούτε δημοσιεύονται εν καιρώ- πρέπει να καεί. Οι επόμενες γενιές ας αρκεστούν στον Walpole και στη Madame de Sévigné. Η ένδοξη εποχή της επιστολογραφίας, η οποία, φυσικά, είναι αυτή που ζούμε τώρα, δεν θα αφήσει γράμματα πίσω της. Απαντώντας στο γράμμα σου, το μόνο στο οποίο μπορώ να αποκριθώ ή να αποπειραθώ να αποκριθώ δημόσια είναι το ερώτημα για την ποίηση και τον θάνατό της. Πριν αρχίσω όμως, οφείλω να αναγνωρίσω τα κουσούρια μου -τόσο τα φυσικά, όσο και τα επίκτητα- τα οποία, όπως θα διαπιστώσεις, στρεβλώνουν και αναιρούν την αξία όλων όσα έχω να πω για την ποίηση. Εξαιτίας της έλλειψης μιας στέρεης πανεπιστημιακής παιδείας, αδυνατώ ακόμα να διακρίνω τον ίαμβο από τον δάκτυλο και, σαν να μην έφτανε αυτό για να καταδικαστεί κανείς μια για πάντα, λόγω της ενασχόλησής μου με την πρόζα, έχει αναπτυχθεί μέσα μου, όπως στους περισσότερους πεζογράφους, μια ανόητη ζηλοφθονία και ηθικοπλαστικής φύσεως αγανάκτηση – κάποια συναισθήματα, τέλος πάντων, από τα οποία πρέπει ο κριτικός να είναι απαλλαγμένος.

«Πώς μπορεί κανείς να εκφράσει αυτό που θέλει να πει τηρώντας ταυτόχρονα τους κανόνες της ποίησης;» λέμε εμείς οι καταφρονεμένοι πεζογράφοι όταν συναντιόμαστε. Πώς μπορεί να διανοηθεί να αναφέρει τη λέξη «λεπίδα», επειδή έχει προηγουμένως γράψει τη λέξη «ελπίδα» ή να ταιριάξει τη «στύψη» με τη «θλίψη»; Η ομοιοκαταληξία δεν είναι απλώς παιδιάστικη, λέμε εμείς οι πεζογράφοι, αλλά και ανειλικρινής. Και μετά λέμε: «Κοίτα τους κανόνες τους! Πανεύκολο το να είσαι ποιητής! Κοίτα πόσο στενό είναι το μονοπάτι που έχουν να διαβούν και πόσο απαρέγκλιτο! Αυτό μπορείς να το κάνεις, το άλλο δεν μπορείς». Έχω ακούσει κάποιους πεζογράφους να λένε ότι θα προτιμούσαν να είναι παιδιά που τα έχουν πάει για περίπατο στα προάστια από το να κάθονται να γράφουν ποίηση. Το να τηρείς τους κανόνες και τους καταναγκασμούς του μέτρου πρέπει να είναι σαν να γίνεσαι μοναχός και να μπαίνεις σε κάποιο ιερατικό τάγμα. Έτσι εξηγείται το γιατί επαναλαμβάνουν το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά.

Ενώ εμείς οι πεζογράφοι (σου αναφέρω απλώς τις σαχλαμάρες που λένε οι πεζογράφοι όταν βρίσκονται μόνοι) είμαστε οι άρχοντες της γλώσσας, όχι οι δούλοι της. Κανένας δεν μπορεί να μας διδάξει ή να μας εξαναγκάσει• εμείς λέμε αυτό που εννοούμε και ολόκληρη η ζωή είναι η επικράτειά μας. Εμείς είμαστε οι δημιουργοί, οι εξερευνητές… Και συνεχίζουμε ακάθεκτοι – αρκετά ανόητα, ομολογώ. Τώρα που απαλλάχτηκα από τις δικές μου ανεπάρκειες, ας πάμε παρακάτω.

Με βάση ορισμένες φράσεις στο γράμμα σου, συμπεραίνω ότι θεωρείς πως η ποίηση ακολουθεί επικίνδυνη πορεία και ότι η δική σου θέση ως ποιητή είναι, τούτο το συγκεκριμένο φθινόπωρο του 1931, πολύ δυσκολότερη απ’ ό,τι ήταν του Shakespeare, του Dryden, του Pope ή του Tennyson. Στην πραγματικότητα μάλιστα, ότι είναι η δυσκολότερη από όλες όσες είχαν υπάρξει ποτέ. Μου δίνεις λοιπόν την ευκαιρία για να σου κάνω ένα μικρό κήρυγμα, την οποία και θα αδράξω αμέσως. Μη θεωρείς ποτέ τον εαυτό σου μοναδικό, ούτε τη θέση σου δυσχερέστερη από τη θέση των άλλων. Παραδέχομαι ότι η εποχή στην οποία ζούμε την καθιστά δύσκολη. Είναι η πρώτη φορά στην Ιστορία που υπάρχουν αναγνώστες• μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων που εργάζονται, αθλούνται, φροντίζουν τους παππούδες τους ή τυλίγουν πακέτα όρθιοι πίσω από έναν πάγκο – τώρα όλοι διαβάζουν. Και ζητούν από κάποιον να τους πει πώς να διαβάζουν και τι να διαβάζουν.

Οι δάσκαλοί τους -κριτικοί, ομιλητές, δημοσιογράφοι- οφείλουν να καταστήσουν την ανάγνωση εύκολη γι’ αυτούς, να τους διαβεβαιώσουν ότι η λογοτεχνία είναι γεμάτη βία, είναι συναρπαστική, είναι γεμάτη ήρωες και κακοποιούς, γεμάτη εχθρικές δυνάμεις σε διαρκή σύγκρουση, πεδία σπαρμένα με οστά και μοναχικούς νικητές που απομακρύνονται καβάλα στο λευκό τους άλογο τυλιγμένοι με μαύρο μανδύα, για να συναντήσουν τον θάνατο στην επόμενη στροφή του δρόμου.

Μια πιστολιά αντηχεί. «Η εποχή των ρομάντζων έληξε. Η εποχή του ρεαλισμού άρχισε» – καταλαβαίνεις τι λέω. Οι συγγραφείς, βέβαια, ξέρουν πολύ καλά ότι σε όλα τούτα δεν υπάρχει κόκκος αλήθειας• δεν υπάρχουν μάχες, φόνοι, ήττες ή νίκες. Όμως, αφού η διασκέδαση του αναγνώστη είναι ζήτημα υψίστης σημασίας, οι συγγραφείς συγκατατίθενται. Μασκαρεύονται και παίζουν τον ρόλο τους. Ο ένας οδηγεί, ο άλλος ακολουθεί. Ο ένας είναι ρομαντικός, ο άλλος ρεαλιστής. Ο ένας είναι προχωρημένος, ο άλλος παρωχημένος. Αυτό δεν βλάπτει, αρκεί να το παίρνει κανείς στα αστεία• ωστόσο, όταν το πιστεύεις, όταν αρχίσεις να παίρνεις τον εαυτό σου στα σοβαρά ως ηγέτη ή ως οπαδό, ως μοντέρνο ή συντηρητικό, τότε γίνεσαι ένα αμήχανο ζωάκι που δαγκώνει και γρατσουνάει, του οποίου το έργο δεν έχει ουδεμία αξία ή σημασία για κανέναν. Θεώρησε λοιπόν καλύτερα τον εαυτό σου ως έναν άνθρωπο περισσότερο ταπεινό και λιγότερο καταπληκτικό, αλλά, κατά την άποψή μου, πολύ πιο ενδιαφέροντα, ως ποιητή μέσα στον οποίο επιζούν όλοι οι ποιητές του παρελθόντος και από τον οποίο θα αναβλύσουν όλοι οι ποιητές των μελλοντικών εποχών.

Διαθέτεις κάτι από τον Chaucer και τον Shakespeare• ο Dryden, ο Pope, ο Tennyson -για να αναφέρω μόνο τους αξιοσέβαστους προπάτορές σου- κυλούν μες στις φλέβες σου και μερικές φορές μετακινούν την πένα σου λίγο πιο δω ή πιο κει. Με δυο λόγια, έχεις έναν απέραντα σύνθετο και αδιάσπαστο χαρακτήρα, και γι’ αυτόν τον λόγο αντιμετώπισε τον εαυτό σου με σεβασμό και σκέψου το δύο φορές πριν μεταμφιεστείς σε Guy Fawkes και επιτεθείς στις άτολμες γριούλες προβάλλοντας από τη γωνία του δρόμου και απειλώντας ότι θα τις σκοτώσεις για πενταροδεκάρες. Ωστόσο, αφού, όπως αναφέρεις, βρίσκεσαι σε δύσκολη θέση («ποτέ δεν ήταν δυσκολότερο να γράψει κανείς ποίηση απ’ ό,τι είναι σήμερα») και η ποίηση στην Αγγλία, κατά την άποψή σου, πνέει τα λοίσθια («τα πιο σημαντικά πράγματα τα κάνουν τώρα οι μυθιστοριογράφοι»), επίτρεψέ μου να αναλώσω τον χρόνο που απομένει μέχρι να φύγει το γράμμα, προσπαθώντας να φανταστώ την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι και να αποτολμήσω μια δυο εκτιμήσεις, τις οποίες, καθώς πρόκειται για γράμμα, δεν χρειάζεται να πάρει κανείς πολύ στα σοβαρά, ούτε να τις προεκτείνει υπερβολικά.

Θα προσπαθήσω να μπω στη θέση σου και να φανταστώ, με τη βοήθεια του γράμματός σου, πώς είναι να είναι κανείς ποιητής το φθινόπωρο του 1931. (Μάλιστα, ακολουθώντας τη συμβουλή που δίνω η ίδια, δεν θα σε αντιμετωπίσω ως έναν συγκεκριμένο ποιητή αλλά ως πολλούς ταυτόχρονα.) Στο πίσω μέρος του μυαλού σου λοιπόν, ο ρυθμός εξακολουθεί το αιώνιο τέμπο του – άλλωστε αυτό δεν σε καθιστά ποιητή; Μερικές φορές μοιάζει να σβήνει και σε αφήνει να κοιμάσαι, να τρως και να μιλάς όπως οι άλλοι άνθρωποι. ‘Αλλοτε πάλι φουσκώνει, δυναμώνει και προσπαθεί να παρασύρει ό,τι έχεις στο μυαλό σε έναν χορό που σε κατακλύζει. Αυτό ακριβώς συμβαίνει απόψε. Παρόλο που είσαι μόνος, έχεις βγάλει τη μία μπότα κι ετοιμάζεσαι να λύσεις τα κορδόνια της άλλης, σου είναι αδύνατο να συνεχίσεις να ξεντύνεσαι και πρέπει αμέσως να γράψεις στον ρυθμό του χορού. Αρπάζεις πένα και χαρτί, χωρίς καν να μπεις στον κόπο να κρατήσεις καλά τη μία ή να ισιώσεις το άλλο. Ενώ εσύ γράφεις, ενώ αποτυπώνεις στο χαρτί τις πρώτες στροφές του χορού, εγώ αποτραβιέμαι λίγο και χαζεύω από το παράθυρο. Από έξω περνά μια γυναίκα• ύστερα ένας άντρας• ένα αμάξι σταματάει αργά κι έπειτα… Μα δεν χρειάζεται να πω τι βλέπω έξω από το παράθυρο, ούτε υπάρχει χρόνος γι’ αυτό, γιατί οι παρατηρήσεις μου διακόπτονται αίφνης από μια κραυγή οργής ή απόγνωσης.

Το φύλλο του χαρτιού σου έχει γίνει ένα τσαλακωμένο μπαλάκι και η πένα σου έχει καρφωθεί όρθια με τη μύτη στο χαλί. Αν είχες γάτα, θα την έπιανες από την ουρά και θα τη γυρνούσες γύρω γύρω, κι αν είχες γυναίκα, θα τη σκότωνες. Αυτό τουλάχιστον συμπεραίνω από την αγριεμένη όψη σου. Είσαι νευριασμένος, θυμωμένος, εν εξάλλω καταστάσει. Αν πρέπει να μαντέψω την αιτία, θα έλεγα ότι ο ρυθμός που ανεβοκατέβαινε με τόση ένταση ώστε να σε πλημμυρίζει με ρίγη ενθουσιασμού από την κορυφή ως τα νύχια έπεσε πάνω σε κάποιο σκληρό, εχθρικό αντικείμενο και διαλύθηκε. Παρεμβλήθηκε κάτι που δεν μπορεί να μετατραπεί σε ποίηση• κάποιο ξένο σώμα, αιχμηρό, κοφτερό και αμμώδες, αρνείται να συμμετάσχει στον χορό. Οι υποψίες πέφτουν, φυσικά, στην κυρία Γκέιπ, που σου ζήτησε να γράψεις ένα ποίημα γι’ αυτήν• μετά στη δεσποινίδα Κέρτις και την εκμυστήρευσή της στο λεωφορείο• στη συνέχεια στον Σ. που σε μόλυνε με την επιθυμία του να γράψεις την ιστορία του -αλήθεια, πόσο διασκεδαστική ήταν- σε στίχους.

Για κάποιο λόγο ωστόσο δεν μπορείς να εκπληρώσεις το αίτημά τους. Ο Chaucer μπορούσε• ο Shakespeare μπορούσε• το ίδιο και ο George Crabbe, ο Byron, ίσως και ο Robert Browning. Είμαστε όμως στον Οκτώβριο του 1931 κι εδώ και πολύ καιρό η ποίηση έχει διακόψει την επαφή της με αυτό το… πώς να το ονομάσουμε; Να το πούμε απλώς, χάριν συντομίας και ασφαλώς με αρκετή ανακρίβεια, «ζωή»; (…).