«Η Μικρασιατική Εκστρατεία δεν καταλαμβάνει σχεδόν ποτέ την κεντρική σκηνή της αφήγησης στο βιβλίο μου. Προτάσσεται αντίθετα η αποτύπωση της εμπειρίας του πολέμου, η προσωπική πρόσληψη ενός τέτοιου συγκλονιστικού βιώματος κι όχι η εξιστόρηση των πολεμικών γεγονότων που είναι η αιτία του».

Αυτά δηλώνει, μεταξύ άλλων, στη συνέντευξη που παραχώρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο 32χρονος Δημοσθένης Παπαμάρκος, γεννημένος στη Μαλεσίνα Λοκρίδας, που απέσπασε πρόσφατα το Βραβείο Διηγήματος του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το βιβλίο του «Γκιακ» (εκδόσεις Αντίποδες), ένα βιβλίο το οποίο βρήκε μεγάλη ανταπόκριση τόσο στο κοινό όσο και στους κριτικούς.

Ένα βιβλίο για τη Μικρασιατική Εκστρατεία, όπου ο πόλεμος δεν είναι ο πόλεμος για τη φυλή και το έθνος, αλλά η ανθρώπινη ύπαρξη απογυμνωμένη από οποιοδήποτε πρόσχημα σ’ έναν απεγνωσμένο αγώνα επιβίωσης. Τι σας έκανε να πάτε κόντρα σε μιαν ολόκληρη λογοτεχνική (και όχι μόνον) παράδοση, την παράδοση των χαμένων πατρίδων;


Νομίζω πως με την ερώτησή σας έχετε ήδη δώσει με έναν τρόπο την απάντηση. Το «Γκιακ» δεν είναι ένα βιβλίο για τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Ο συγκεκριμένος πόλεμος δεν καταλαμβάνει σχεδόν ποτέ την κεντρική σκηνή της αφήγησης και αυτό συνιστά συνειδητή επιλογή. Προτάσσεται αντίθετα η αποτύπωση της εμπειρίας του πολέμου, η προσωπική πρόσληψη ενός τέτοιου συγκλονιστικού βιώματος κι όχι η εξιστόρηση των πολεμικών γεγονότων που είναι η αιτία του.

Κι αυτό γιατί η βασική μου συγγραφική επιδίωξη ήταν ένας ειδικότερος στοχασμός πάνω στον τρόπο που φωτίζονται όψεις της ανθρώπινης φύσης που θεωρούμε οικείες όταν αυτή βρεθεί αντιμέτωπη με οριακές καταστάσεις, τόσο σωματικές όσο και ψυχολογικές. Με άλλα λόγια, η ψηλάφηση μιας όψης που γνωρίζουμε πως βρίσκεται εκεί, αλλά επιλέγουμε να αγνοούμε για διαφόρους λόγους. Αυτό τον στόχο δεν θα μπορούσα λοιπόν να τον εξυπηρετήσω βαδίζοντας στην παράδοση στην οποία αναφέρεστε, την οποία συν τοις άλλοις θεωρώ παρωχημένη και μόνο ιστορικά ενδιαφέρουσα.

Θα συσχετίζατε το βιβλίο σας με τον «Λαβύρινθο» του Πάνου Καρνέζη ή με το «Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη. Βαλκανικοί – ’22», που έχουν επίσης μια εικονοκλαστική ματιά για το 1922;

Ομολογώ πως τον «Λαβύρινθο» του Πάνου Καρνέζη δεν τον έχω διαβάσει, αλλά και το «Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη. Βαλκανικοί – ’22» του Θανάση Βαλτινού το διάβασα μετά την ολοκλήρωση του «Γκιακ» και λέγοντας αυτό δεν διεκδικώ την πρωτοτυπία έναντι αυτών των έργων ούτε προσπαθώ να αποφύγω την ερώτηση. Για να απαντήσω ειλικρινά λοιπόν -και μόνο ως προς το ένα μισό για το οποίο έχω άποψη-, σίγουρα θα μπορούσα να εντοπίσω μία συγγένεια του «Γκιακ» με το «Συναξάρι», αλλά αυτή αφορά περισσότερο θα έλεγα το σύμπαν αναφοράς των δύο έργων και τον κεντρικό ρόλο που παίζει σε αυτά η προφορικότητα και η ιστορία ως παράδοση προσωπικής ανάμνησης παρά τη μορφή και την επιδίωξή τους, λογοτεχνική και στοχαστική.

Τι είναι αυτό που στρέφει έναν νέο αλλά και νεαρό σε ηλικία συγγραφέα στο ιστορικό παρελθόν;

Ό,τι στρέφει και οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα σε αυτό που κάθε φορά επιλέγει να γίνει το αφηγηματικό πλαίσιο του έργου του. Η πεποίθηση δηλαδή ότι αυτή είναι η κατάλληλη σκηνή ώστε να μπορέσει να «ανεβάσει» το δράμα με όρους που θα εξυπηρετεί τις αρχές του.

Γιατί τα περισσότερα διηγήματα του «Γκιακ» αναπαράγουν το ιδίωμα που χρησιμοποιείται στα αρβανιτοχώρια της Φθιώτιδας και τι ρόλο παίζει η προφορικότητα στη λογοτεχνία σας;

Ο λόγος έχει να κάνει με το διαφορετικό νόημα που βαραίνει όχι μόνο την κάθε λέξη, αλλά ακόμα και τον τρόπο της εκφοράς της. Η επιλογή της γλώσσας δεν είναι επιλογή αισθητικής, είναι επιλογή κώδικα για την ερμηνεία του ίδιου του κόσμου. Είναι κάτι που πρωτοανακάλυψα όταν κάποια στιγμή λόγω απόστασης είχα την ευκαιρία να σκεφτώ τη σημασία των προφορικών αφηγήσεων που υπήρξαν η μήτρα του «Γκιακ», τις αρχές των οποίων και ακολούθησα κατά τη συγγραφή του.

Κάτω από το βαρύ βήμα της Ιστορίας θα διακρίνουμε στο «Γκιακ» τους κώδικες τιμής και τη βαριά ανάσα του αρσενικού. Πώς συστεγάζονται αυτά τα δύο; Υπάρχει κάποια αλληλοτροφοδοσία μεταξύ τους ή η σχέση τους είναι αντιθετική;

Στο φαντασιακό της αρρενωπότητας, όπως την αντιλαμβανόμαστε με τους παραδοσιακούς της όρους, άντρας και τιμή είναι πράγματα αλληλένδετα. Το ένα δεν υπάρχει χωρίς το άλλο, παρόλο που πολλές φορές η ίδια παράδοση υποδεικνύει πως και η γυναίκα είναι εξίσου ικανή να μετάσχει στην τιμή. Ωστόσο, στην τελευταία περίπτωση το κριτήριο συγκροτείται πάντοτε με μία αντιστοίχιση προς το ανδρικό παράδειγμα. Δεν γίνεται όμως πάντα αντιληπτό πως η παράδοση αυτή είναι εξίσου καταπιεστική και για τους άντρες που θεωρούμε ότι εκ φύσεως τη δημιουργούν.

Κι αυτό γιατί παραγνωρίζει την προσωπική βούληση, η οποία πιο συχνά ωθεί στην παρέκκλιση από τον κανόνα παρά στη συμμόρφωση σε αυτόν. Η ανταγωνιστική σχέση παράδοσης και βούλησης οδηγεί τελικά σε μία καταπίεση, πολλές φορές αφόρητη. Γι’ αυτό και στον κόσμο που ορίζει αυτή η παράδοση συγκεκριμένες αντρικές συμπεριφορές κρίνονται με πολύ μεγαλύτερη αυστηρότητα από τις αντίστοιχες γυναικείες.

Κάποια στοιχεία στο βιβλίο ανακινούν εκτός από την τεχνική της λαϊκής αφήγησης και τη φαντασία της λαϊκής παράδοσης: στοιχεία που συναντάμε και στα διηγήματά σας «ΜεταΠοίηση», όπου υποκαθιστούν την επιστημονική και την ηρωική φαντασία η οποία κυριαρχεί στα μυθιστορήματά σας «Η αδελφότητα του πυριτίου» και «Ο τέταρτος ιππότης». Υπάρχει κάποια γραμμή που τα συνδέει όλα αυτά;


Θα έλεγα πως είναι η αγάπη μου για αυτά τα αφηγηματικά είδη που δεν αναζητούν τα υλικά αναφοράς της μυθοπλασίας τους στον κόσμο μιας εμπειρίας που αναγνωρίζουμε ως κοινή, αλλά επιχειρούν να τα κατασκευάσουν εξαρχής επαναφέροντας έτσι και την ίδια τη μυθοπλασία πιο κοντά στην μυθοποιητική της καταγωγή. Ή μάλλον καλύτερα, απαλάσσοντάς την από την ανάγκη να κινείται μέσα σε ένα πλαίσιο αληθοφάνειας.

Αυτή η απενεχοποίηση του παράδοξου που είναι αποτέλεσμα της πλήρους απελευθέρωσης της φαντασίας ώστε να καταστεί ένα μέσο εναλλακτικής πρόσληψης του κόσμου, ακόμα και μέσα από μία υπερβολή στη λογοτεχνική σκηνογραφία είναι κάτι που με συνάρπαζε πάντοτε ως αναγνώστη, ως θεατή, ως ακροατή, και άλλοτε συνειδητά, άλλοτε ασυνείδητα επιστρέφω σε αυτήν μέσα από τα γραπτά μου. Πολλές φορές άλλωστε, τα σχήματα αυτά μας επιτρέπουν να βλέπουμε με μεγαλύτερη ενάργεια την ανθρώπινη κατάσταση, γιατί απεικονίζουν αμεσότερα και πληρέστερα την εικόνα του παραδόξου που την χαρακτηρίζει.

Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα; Τι σχεδιάζετε και πώς σκέφτεστε να προχωρήσετε;

Στα τέλη Φλεβάρη θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Polaris μία διασκευή του «Ερωτόκριτου» σε graphic novel για την οποία δουλεύω εδώ και καιρό σε συνεργασία με τον Γιώργο Γούση και τον Γιάννη Ράγκο. Παράλληλα, επεξεργάζομαι αυτή την περίοδο μία ιδέα για ένα μυθιστόρημα, αλλά χρειάζεται ακόμη πολλή έρευνα κι ακόμη περισσότερη σκέψη προτού τολμήσω να ρίξω την πρώτη του λέξη στο χαρτί.

Β. Χατζηβασιλείου (ΑΜΠΕ)