Για τη γενιά των στρατιωτών της Σοβιετικής Ένωσης που πολέμησαν και έπεσαν ηρωικά στο μέτωπο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, για τα στρατόπεδα Γκουλάγκ της μεταπολεμικής εποχής, για την πολιτική λήθη που επικράτησε στη Ρωσία μετά την πτώση του σοβιετικού καθεστώτος, αλλά και για το τι σημαίνει να ζει κανείς ανάμεσα σε δύο γλώσσες και σε δύο ταυτότητες βασισμένος στην αγάπη, μιλάει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο μυθιστοριογράφος Αντρέι Μακίν, που βρέθηκε αυτές τις ημέρες στην Αθήνα, δίνοντας διάλεξη στο Μέγαρο Μουσικής στις 6 Απριλίου.

Γεννημένος το 1957, στην πόλη Kρασνογιάρσκ της Σιβηρίας, ο Μακίν άρχισε να μαθαίνει γαλλικά, χάρη στη γιαγιά του, από την ηλικία των τριών χρόνων. To 1987 ταξίδεψε στη Γαλλία, στο πλαίσιο ενός προγράμματος ανταλλαγής δασκάλων, και ζήτησε πολιτικό άσυλο. Είχαν προηγηθεί τα φοιτητικά του χρόνια, πρώτα στο Καλίνινγκραντ και μετά στη Μόσχα, όπου συμμετείχε σε ομάδες καλλιτεχνικής αμφισβήτησης και πολιτικής καταγγελίας.

Ο Μακίν έγινε γνωστός στο διεθνές λογοτεχνικό προσκήνιο το 1995 με το μυθιστόρημά του «Reves de mes etes russes», το οποίο πούλησε πάνω από δυο εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Την ίδια χρονιά, ένα άλλο του μυθιστόρημα, το «Le testament francais», απέσπασε το βραβείο Goncourt και το βραβείο Medicis, τα δυο σημαντικότερα λογοτεχνικά βραβεία στη Γαλλία.

Κουβεντιάζοντας με τον Μακίν για τη δουλειά του, ξεκινάμε από το μυθιστόρημα «Η κόρη του ήρωα» (μετάφραση Μαρία Χωρεάνθη, εκδόσεις Φυτράκη, 2002), όπου ένας ήρωας της μάχης του Στάλινγκραντ χάνει, μετά το τέλος του πολέμου, τα πάντα και παρασύρεται στην άβυσσο, χωρίς ουδείς πλέον να τον θυμάται και να τον τιμά.

Τι μας λέει κάτι τέτοιο για τη γενιά του πρωταγωνιστή, αλλά και για τη μεταπολεμική Σοβιετική Ένωση; «Το να ξεχνά κανείς είναι κάτι σχεδόν φυσικό. Θα μπορούσαμε να το πούμε και διαφορετικά: ότι πρόκειται για την αχαριστία της επόμενης γενιάς, έναντι εκείνων που ξόδεψαν το αίμα τους για την πατρίδα. Φιλοσοφικά, πρόκειται για μια διαλεκτική κίνηση: από τη θέση στην αντίθεση και από εκεί στη σύνθεση. Διότι αν στο ψυχαναλυτικό επίπεδο η νέα γενιά σκοτώνει τους πατεράδες της (τους σκοτώνει γιατί θέλει να τους απωθήσει), στο ιστορικό πεδίο οι νεώτεροι προχωρούν στην πράξη της διαγραφής γιατί θέλουν να προχωρήσουν και σε μια καινούργια αξιολόγηση».

Στην «Ελεγεία για την Ανατολική Ευρώπη» (μετάφραση Μ. Χωρεάνθη, εκδόσεις Φυτράκη, 2002) η Σοβιετική Ένωση καταρρέει υπό το βάρος των πεπραγμένων της, αλλά ο συγγραφέας δεν θέλει να στερήσει από τους ανθρώπους την ελπίδα.

Σε τι, όμως, ακριβώς στηρίζεται η ελπίδα; «Το βιβλίο αναφέρεται σε μιαν εποχή μετάβασης. Ξέρετε, η επικαιρότητα, ακόμα και αν πρόκειται για ιστορικά και πολιτικά γεγονότα, είναι κάτι ρευστό: φεύγει και χάνεται, δείχνοντας πως τα πράγματα δεν είναι όσο σημαντικά νομίζουμε ότι είναι την ώρα που συμβαίνουν. Το βασικό θέμα, το θέμα της ελπίδας, είναι το τι απομένει μετά την κατάρρευση: εδώ πέφτει το μεγαλύτερο βάρος κι ίσως εκείνο το οποίο απέμεινε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης να είναι όλη η ουσία».

Ως προς την ελπίδα, ο Μακίν επικαλείται κι ένα άλλο μυθιστόρημά του, το «Η μουσική μιας ζωής» (μετάφραση Χριστίνα Σπυριδάκη, εκδόσεις Φυτράκη, 2004), συμπληρώνοντας: «Υπάρχει και η δύναμη της τέχνης και του πνεύματος. Ο Βαλερύ έλεγε ότι τέχνη σημαίνει την ικανότητα του να δώσει κανείς στο θνητό και το πεπερασμένο μόνιμη διάρκεια».

Με τα μυθιστορήματα «Η γυναίκα που περίμενε» (μετάφραση Μαρία Κράλλη, Ηλέκτρα, 2004), βραβευμένο με το Prix Littéraire Fondation Prince Pierre de Monaco, και «Η ζωή ενός άγνωστου άντρα» (μετάφραση Αγγελική Σιγούρου, εκδόσεις Καστανιώτη, 2014), ο Μακίν επανέρχεται στο ιστορικό παρελθόν της Σοβιετικής Ένωσης, μιλώντας ξανά για τους αδικοχαμένους ήρωες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (στο πρώτο), αλλά και για τα Γκουλάγκ και τις διώξεις της μεταπολεμικής περιόδου (στο δεύτερο).

Πώς συνδέονται όλα αυτά με τη σημερινή πραγματικότητα; «Όπως το είπα και προηγουμένως, για να ζήσουν οι καινούργιες γενιές, οφείλουν να διαγράψουν. Και μετά τη διαγραφή έρχεται κατ’ ανάγκην το ρεζουμέ. Αυτό ακριβώς γίνεται με τη σημερινή Ρωσία. Οι Ρώσοι πρώτα διέγραψαν το παρελθόν τους κι ύστερα ξεκίνησαν να το ξανασκέφτονται. Ως προς τα Γκουλάγκ, ας λάβουμε υπόψη το εξής: αν η Σοβιετική Ένωση είχε πληθυσμό 200 εκ., τα δέκα εξ αυτών πήγαν στα Γκουλάγκ – οι υπόλοιποι έμειναν σπίτι τους. Το πολιτικά σημαντικότερο από αυτή την άποψη είναι ασφαλώς τα στρατόπεδα αφού εκεί διαπιστώνουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί και επιβάλλει την εξουσία του το καθεστώς. Εμένα, όμως, ως συγγραφέα με ενδιαφέρουν τα 190 εκ. που δεν κλείστηκαν στα στρατόπεδα: εκεί είναι η καθημερινότητα και το πραγματικό ή ό,τι εν πάση περιπτώσει ονομάζουμε φυσιολογικό. Σε αυτό το φυσιολογικό, ωστόσο, θα συναντήσουμε και μια μεγάλη γκάμα χαρακτήρων: ήρωες, αλλά και κλέφτες ή προδότες. Εκείνο που προσπαθώ, λοιπόν, να κατανοήσω με τα βιβλία μου είναι το πώς έζησε η χώρα όχι μέσα αλλά δίπλα στα Γκουλάγκ».

Δημοσιεύοντας τα πρώτα του έργα στη Γαλλία, ο Μακίν άφησε να εννοηθεί πως τα γραπτά του ήταν μεταφρασμένα από τα ρωσικά. Το παιχνίδι αυτό θα τελειώσει με το μυθιστόρημα «Au temps du fleuve amour» του 1994, οπότε και ο συγγραφέας θα υιοθετήσει επισήμως τη γαλλική γλώσσα και θα πάρει τη γαλλική υπηκοότητα, χωρίς, εντούτοις, να λησμονήσει ποτέ τη Ρωσία.

Τι σημαίνει αυτή η διπλή (ρωσική και γαλλική) ταυτότητα; «Αναρωτιέμαι αν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να έχει μία και μοναδική ταυτότητα. Πώς είναι δυνατόν να αποδεχθούμε μια καθαρή, ρωσική ή γαλλική, ταυτότητα; Αυτό είναι ουτοπικό, όταν δεν εμπεριέχει και εξαιρετικά σοβαρούς κινδύνους. Για μένα το ζήτημα δεν είναι η σύγκρουση, αλλά η σύμπλευση και η συνύπαρξη των διαφορετικών ταυτοτήτων. Και συνύπαρξη διαφορετικών ταυτοτήτων σημαίνει να αποφύγουμε την ιδεολογία (την οποιαδήποτε ιδεολογία) και να εμπιστευτούμε την αγάπη».

Η συζήτηση του ΑΠΕ-ΜΠΕ με τον Αντρέι Μακίν πραγματοποιήθηκε χάρη στη μεταφραστική συμβολή της Ναταλίας Καρασταμάτη.

Β. Χατζηβασιλείου (ΑΜΠΕ)

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις