«Τον αγαπά ο θεός, πεθνήσκει νέος
Μην ξυπνάς, είμαι ο Θάνατος ο ωραίος».

Με τα λόγια του Λορέντζου Μαβίλη, ο Παντελής Ζωιόπουλος αρχίζει το βιβλίο του «Μεγαλοφυείς κι αδικοχαμένοι», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αρμός.

Με σπουδές Γεωπονίας και διδακτορικό από την Σκωτία, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, έχοντας δημοσιεύσει πάνω από 220 ερευνητικές εργασίες τα τελευταία χρόνια, αφιερώθηκε στην «καλλιέργεια» της λογοτεχνίας και τώρα αναπτύσσει με δοκιμιακό- λογοτεχνικό τρόπο την αδυναμία των Θεών να παίρνουν κοντά τους, μικρής ηλικίας, αλλά μεγάλους στις τέχνες, στα γράμματα, στις επιστήμες, στη διοίκηση και σε άλλους τομείς του δημοσίου βίου.

Είναι οι ξεχωριστοί της ελληνικής και παγκόσμιας ιστορίας που, αν και πέθαναν νέοι, άφησαν ξεχωριστό σημάδι στον τόπο τους και στον κόσμο. Πρόκειται μεταξύ άλλων, για τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη (αυτοκτόνησε στα 31 του χρόνια), την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη (πέθανε στα 28), την αγγλίδα πεζογράφο Έμιλυ Μπρόντε (30 ετών), τον επαναστάτη Αθανάσιο Διάκο (33 ετών), τον αμερικανό δημοσιογράφο Τζων Ρηντ (32 ετών), τον αφροαμερικανό τραγουδοποιό Τζίμυ Χέντριξ (27 ετών), τον αμερικανό ηθοποιό Τζέημς Ντην (24 ετών), τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Νέρωνα (30 ετών), την αργεντινή πολιτικό Εύα Περόν (33 ετών). Και τον νεότερο πρόωρα χαμένο Κύπριο αγωνιστή Ευαγόρα Παλληκαρίδη (19 ετών).

«Μιλώ για ανθρώπους που ενσαρκώνουν μεγάλη αποφασιστικότητα, σοφία, θάρρος, δύναμη και ευαισθησία, που είναι ανένδοτοι για τις αξίες τους», τονίζει ο συγγραφέας στον πρόλογο. Και συνεχίζει: «Θέλησα να φωτίσω τις πρώτες φάσεις της ζωής χαρισματικών νέων ανθρώπων και να δείξω πως διαμορφώνεται η πορεία ενός γεννημένου ταλέντου και πως σμιλεύεται αυτό, πολλές φορές κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες ανέχειας. Επιχείρησα να δείξω ότι ο χρόνος δεν μετράει το ίδιο στους μεγάλους όπως για μας τους άλλους, τους καθημερινούς, τους άσημους. Και μόνο μια στιγμή των πρώτων, μια σύλληψη, ή μια απόφαση, μπορεί να έχει μέσα της τα στοιχεία της μεγαλοσύνης και της αιωνιότητας. Γι’ αυτό οι μεγάλοι είναι υπεράνω τόπου και χρόνου».

Το βιβλίο των 524 σελίδων αφηγείται την πορεία αυτών των εκλεκτών του θανάτου, αναλύει το έργο τους και καταγράφει την τραγική πρόωρη απώλεια τους.

Για την ξεχωριστή περίπτωση του Κύπριου επαναστάτη Παλληκαρίδη, ο συγγραφέας σημειώνει ότι πολλοί νέοι στην ίδια ηλικία φονεύτηκαν κατά τη διάρκεια του αγώνα για την Ένωση, από τους ‘Αγγλους αποικιοκράτες, υπογραμμίζοντας ότι πέθαναν στην αγχόνη ή έπεσαν μαχόμενοι. Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης κρεμάστηκε στις 14 Μαρτίου 1957 και ο τάφος του είναι ένα από τα «φυλακισμένα μνήματα», κατά πως ονομάστηκαν οι τάφοι των αγωνιστών της ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών), που ανοίγονταν στο προαύλιο των φυλακών προκειμένου να μην παραδοθούν οι σοροί στους συγγενείς και να αποτελέσουν μνημεία τιμής. Όντας μαθητής της 5ης τάξης Γυμνασίου Πάφου, έγινε από τα πρώτα μέλη της οργάνωσης, έλαβε μέρος σε διαδηλώσεις κατά των ‘Αγγλων, συνελήφθη αλλά μια μέρα πριν δικαστεί βγήκε αντάρτης στα βουνά. Έφτιαχνε βόμβες και δίδασκε τη χρήση των όπλων στους συναγωνιστές του. Στις 18 Δεκεμβρίου του 1956, η ομάδα του έπεσε σε ενέδρα ‘Αγγλων στρατιωτών και καταδικάστηκε σε θάνατο διά απαγχονισμού. Με το ψευδώνυμο «Βαγορής», πρόλαβε να γράψει 300 ποιήματα. Η πρώτη στροφή από τον πιο γνωστή που μελοποιημένο τραγουδήθηκε από την κυπριακή νεολαία , λέει: «Θα πάρω μιαν ανηφοριά/Θα πάρω μονοπάτια/να βρω τα σκαλοπάτια/που παν’ στη λευτεριά».

Ένας τόμος για εκείνους που είχαν την ατυχία να πεθάνουν νωρίς και την τύχη να ζήσουν, μέσω της μνήμης, για πάντα, χάρη στο έργο τους ή την θυσία τους. Για όλους αυτούς που το τέλος τους ήταν η αρχή της αιωνιότητάς τους. Αλήθεια, οι θεοί τούς αγαπούσαν ή τούς ζήλευαν;

Κώστας Μαρδάς (ΑΜΠΕ)