«Η ζωή υποχωρεί (σε πείσμα εκείνου του γαϊδάρου)»

της Κάλλιας Παπαδάκη*

Σημείωμα

Η Άντελιν Βιρτζίνια Γουλφ (1882-1941) και ο Τζον Μέιναρντ Κέινς (1883-1946) υπήρξαν φίλοι, συγκάτοικοι και μέλη του κύκλου του Μπλούμσμπερι. Η Βιρτζίνια Γουλφ επισκέφτηκε την Ελλάδα δυο φορές, το καλοκαίρι του 1906 και αργότερα τον Μάιο του 1932. Ο Μέιναρντ Κέινς, με κάθε επιφύλαξη, δεν ταξίδεψε ποτέ στην Ελλάδα. Το παρόν ημερολόγιο πρόκειται για προϊόν μυθοπλασίας «α λα μανιέρ ντε Βιρτζίνια Γουλφ 1».

Ημερολόγιο

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

(απόγευμα)

Το ξενοδοχείο Ματζέστικ στη Σταδίου δεν υπάρχει πια. Στέκεται όρθιο μονάχα το περίβλημά του και τα φαντάσματα που το κατοικούν. Ανάμεσά τους κι εγώ. Κλείσαμε ξενοδοχείο με τον Μέιναρντ στην Απόλλωνος, σε ένα στενό που δεν το βλέπει ο ήλιος. Φτάσαμε χτες το βράδυ στην Αθήνα, με την τελευταία πτήση από το Λονδίνο. «Κυνηγάμε μια χίμαιρα, έναν εαυτό που εμείς επινοήσαμε», σημείωσα στο περιθώριο του βιβλίου μου και ήρθε η πανσέληνος και μας βρήκε πάνω από το Αιγαίο· ολόφωτο εκείνο έμοιαζε με προορισμό, μας καλούσε να βυθιστούμε μέσα του, στο έρεβος.

Ο Μέιναρντ σιχαίνεται τις ολιγόωρες πτήσεις, υποστηρίζει ότι δεν είναι παραγωγικές· για μια συμπαγή θεωρία σε επίπεδο ιδεών χρειάζεται κανείς τουλάχιστον πέντε ώρες, λέει και ξεφυσά, κι ύστερα επιμένει ότι η λογοτεχνία τώρα τελευταία του προκαλεί ασυγκράτητη πλήξη. Είναι σημάδι κι αυτό των καιρών, οι άνδρες μετά από κάποια ηλικία, το ρίχνουν στην ιστορία και στο δοκίμιο, αποζητούν στέρεες βάσεις, γεγονότα και βεβαιότητες, και η λογοτεχνία μόνο αμφιβολίες και ερωτήματα θέτει στους κακόμοιρους. Στα γεράματα, με το ένα πόδι ή και τα δυο πόδια ήδη στον τάφο, κανείς δεν θέλει να αμφιβάλει για τίποτα, αλίμονο!

Από χθες μου γκρινιάζει, τι δουλειά έχουμε στην Αθήνα! Εδώ ο κόσμος καίγεται κι εδώ που τα λέμε έχει ένα κάποιο δίκιο. Ο δικός μας μικρόκοσμος, η τετριμμένη «νεκρική» καθημερινότητά μας, το Λονδίνο μας, ζει στιγμές πρωτόγνωρες. Το δημοψήφισμα έχει κοντύνει τον ύπνο μας, οι συζητήσεις στα ερείπια του κύκλου του Μπλούμσμπερι δίνουν και παίρνουν, είμαστε ακόμη κι εμείς οι νεκροί, εγκλωβισμένοι στη φρενίτιδα του επείγοντος, «εδώ και τώρα», «εσείς κι εμείς», βέβαια, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι όλα θα πάρουν και πάλι το δρόμο τους, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, κι η όποια κανονικότητα θα απορροφήσει μεμιάς χαμένους και κερδισμένους, γιατί οι αλλαγές που είναι να γίνουν, έχουν ήδη συντελεστεί. Τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει στην Αγγλία, καμιά καταστροφή δεν πρόκειται να διασαλεύσει το «διηνεκές». Το μόνο που θα απομείνει, θα είναι ένα ξεθυμασμένο θυμικό σαν σκοροφαγωμένο πανί, τρύπιες σημαίες ανθρώπων που θα ήθελαν να ζήσουν, έστω, ένα καλοκαίρι στο Νότο.

Γι’ αυτό ήρθαμε στην Ελλάδα. Γιατί εδώ, τίποτα δεν είναι οριστικό. Και σίγουρα όχι αμετάκλητο. Οι Έλληνες θα παζάρευαν ακόμη και το θάνατό τους για να ζήσουν.

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

(αχάραγα)

Είναι ένα κουνούπι που με περιτριγυρίζει όλη τη νύχτα, σαν ιδέα από προσεχές μυθιστόρημα που δεν πρόκειται να γράψω. Ενοχλητικό, τριβελίζει το νου, κάνω να το πιάσω κι όλο μου δραπετεύει. Το πήρα απόφαση, κάποια πράγματα οφείλουν να μένουν στη μέση. Άνοιξα τα στόρια και για μια στιγμή είχα την εντύπωση ότι ήμουν και πάλι είκοσι τεσσάρων και το κυριότερο τίποτα δεν θα μπορούσε να πάει στραβά. Τι περίεργη ώρα, αυτή η πρωινή, λίγο πριν φέξει. Σαν να επίκειται το μακροβούτι μιας ανάσας, ο βόμβος της μέλισσας, το κλάμα ενός μωρού, ο ρόγχος μιας προηγούμενης ζωής, πώς αναλώνεται η νεότητα μέσα σε μια στιγμή, ήρθε, πάει πέρασε, ένας στρόβιλος από τρίμματα και θραύσματα η σκόνη. Πήρα στο κατόπι την Βιρτζίνια των πενήντα ετών, βέβαια, υπήρξε κι αυτή, με βαρίδια στις τσέπες, ιδέες κι αγάπες που την έσυραν στο βυθό, ίσως θα ‘ταν καλύτερα να ‘χα πνιγεί σε μια θάλασσα, γαλήνια κι απέραντη στο κάλεσμά της, καλώς ή κακώς, στο αίμα μου κυλάει ένα ποτάμι, θλίψη και βρύα, ο βρετανικός ομφάλιος λώρος με τις πρασινωπές περικοκλάδες του, τον καθωσπρεπισμό και τη βαριά μελαγχολία που ευδοκιμεί, κυρίως στις ταπετσαρίες των εσωτερικών χώρων, στα σπίτια της νιότης και της σιγανής βροχής.

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2016

(απόγευμα)

Άφησα τον Μέιναρντ στην Ακρόπολη και κατηφόρισα τα δρομάκια της Πλάκας. Είναι συντετριμμένος, απαρηγόρητος, τα ‘χει βάλει με τον Κάμερον και τις Βρυξέλλες. «Τόσοι κόποι, τόσοι αγώνες», σκύβει το κεφάλι και μονολογεί κάθε τόσο. Το τρομερό είναι ότι γνώριζε την έκβαση του δημοψηφίσματος, το έχουν αυτό το κακό οι νεκροί· γνωρίζουν τα πάντα πριν ακόμη εκείνα συμβούν. Τελικά, αν δεν σ’ εγκαταλείπει κάτι ακόμη και στο θάνατο, είναι η ελπίδα, η ψευδαίσθηση και η αυταπάτη, ότι τα πράγματα μπορούν να ανατραπούν, να γίνουν αλλιώς. Τι τον νοιάζει όμως, μακροπρόθεσμα δεν θα γίνει το δικό του; Ή μήπως ξέρει κάτι που εγώ δεν μπορώ να αντιληφθώ.

(αργά το βράδυ)

Ήρθε πριν από λίγη ώρα. Σκουντουφλάει στο διάδρομο. Τον ακούω που αναθεματίζει την ηλεκτρονική του κάρτα. Μάλλον απομαγνητίστηκε. Στο διπλανό δωμάτιο, ένα ζευγάρι Γάλλων διαφωνεί για το μέλλον της Ευρώπης. Είχα καιρό να δω όνειρο τόσο ζωντανό, τόσο τρομαχτικό, δυο αγόρια λιθοβολούσαν ένα μαύρο σκύλο. Ξύπνησα μούσκεμα στον ιδρώτα. Δεν είχα που να ακουμπήσω το βλέμμα μου. Παντού πηχτό σκοτάδι. Ευτυχώς, ακόμη και τις πιο βαθιές νύχτες τις ακολουθεί πάντα το χάραμα. Σε λίγες ώρες θα ξημερώσει.

Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Φτάσαμε με το πρωινό καράβι στα Κύθηρα. Μόνο τώρα συνειδητοποιώ πόσο βρόμικη και γκρίζα είναι η Αθήνα. Ακόμη και τον Αττικό ουρανό τον θυμάμαι περισσότερο γαλανό. Ανηφορίσαμε στη χαράδρα των Μητάτων κι από ‘κει διασχίσαμε τα Βιαράδικα. Μας έπιασε η μπόρα στο δρόμο, λίγο πριν φτάσουμε στα Φράτσια. Καλοκαιρινή, ξαφνική, ξέπλυνε την κακή μας διάθεση, μας γέμισε ξανά με αισιοδοξία. Ακόμη κι η βροχή είναι ανάλαφρη στην Ελλάδα, σε προσκαλεί να παίξεις με το χώμα, να φτιάξεις ομοιώματα, Θεούς, αμφορείς κι αγάλματα, όλα στα μέτρα σου, στο φθαρτό ανθρώπινο.

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

(μεσημέρι στο Λυκοδήμο)

Η Ελλάδα είναι μια χώρα τόσο παλιά που είναι σαν να περιφέρεσαι σε σεληνιακά τοπία. Η ζωή υποχωρεί (σε πείσμα εκείνου του γαϊδάρου). Οι ζωντανοί, αυτοί οι εξαντλημένοι, αιώνια οδοιπόροι Έλληνες, δεν μπορούν πια να δαμάσουνε την Ελλάδα.

1. Βιρτζίνια Γουλφ (μτφ Μαρία Τσάτσου) Ελλάδα και Μάης μαζί!,(σελ. 25) Εκδόσεις Υψιλον,1996

* Η Κάλλια Παπαδάκη είναι συγγραφέας

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ: Επιμέλεια Νατάσσα Δομνάκη

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις