Πώς μιλάει κάποιος για το παρελθόν της οικογένειάς του όταν αυτό έχει διασταυρωθεί με τραυματικές στιγμές της πρόσφατης ιστορίας; Και ποια είναι τα κίνητρα ενός γιου που θέλει να μιλήσει για το παρελθόν του γεννήτορα του;

Γιατί αυτό κάνει ο σκηνοθέτης Τίμων Κουλμάσης, στην ταινία του «Πορτραίτο του πατέρα σε καιρό πολέμου», το νέο του ντοκιμαντέρ που έκανε πρεμιέρα χθες στο Ινστιτούτο Γκαίτε.

Βασίζεται στις ερωτικές επιστολές του πατέρα του, Πέτρου Κουλμάση – Έλληνα γεννημένου στη Δρέσδη και εργαζόμενου στην Αθήνα την περίοδο της κατοχής – προς τη ζωγράφο/ γλύπτρια Νέλλη Ανδρικοπούλου, φοιτήτρια τότε της ΑΣΚΤ. Πρόκειται για επιστολές με περισσότερες από χίλιες σελίδες, γραμμένες σχεδόν καθημερινά μεταξύ 1938 και 1944. Κι ας έμεναν ο ένας στην οδό Δημοκρίτου κι η άλλη στη Σκουφά.

«Οι επιστολές δεν διηγούνται μόνο την ερωτική τους ιστορία αλλά λειτουργούν σαν ημερολόγιο της καθημερινής ζωής και του τρόπου που επιβιώνουν και αντιστέκονται δύο νέοι στη βαρβαρότητα του πολέμου και της κατοχής με ποίηση, φιλοσοφία, τέχνες ή στα βουνά όπως κάνουν άλλοι φίλοι τους» λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Έλληνας της διασποράς Τίμων Κουλμάσης, που ζει κι εργάζεται στο Παρίσι.

Η ταινία αποκτά κι άλλο ενδιαφέρον καθώς σκιαγραφεί, επίσης, τη μορφή του Γερμανού καθηγητή Ρούντολφ Φάρνερ, του οποίου βοηθός ήταν τα χρόνια της κατοχής ο νεαρός φιλόσοφος Πέτρος Κουλμάσης στο Γερμανικό Επιστημονικό Ινστιτούτο της Αθήνας.

«Λειτουργούσε με γερμανική χρηματοδότηση και πρόγραμμα με σεμινάρια φιλοσοφίας και ιστορίας, αναγνώσεων και συναυλιών επιτρέποντας παράλληλα και την διακριτική προστασία αντιστασιακών φοιτητών, ανάμεσα τους ο φιλόσοφος Καστοριάδης ή ο πολιτικός Βύρων Θεοδωρόπουλος, που αργότερα έγιναν διάσημοι.

Σύμφωνα με τις ομόφωνες μαρτυρίες Ελλήνων και Γερμανών που το παρακολούθησαν από μέσα ή από μακριά, κανένας Ες- Ες, κανένα μέλος του κόμματος δεν πάτησε ποτέ το πόδι του. Ο καθηγητής Φάρνερ και ιδρυτής εκείνου του παράδοξου Ινστιτούτου ήταν ένας από τους ελάχιστους συντρόφους των αδερφών Στάουφενμπεργκ στη δολοφονική απόπειρα εναντίον του Χίτλερ, στις 20 Ιούλη του 1944, που επιβίωσε μετά την καταστολή που ακολούθησε» λέει ο Τίμων Κουλμάσης.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο σκηνοθέτης των βραβευμένων ταινιών «Ulrike Marie Meinhof» (1994 ), της «Σινασού» ( 1997), του «Λόγου και Αντίστασης» (2010 ) – μια ταινία για την ελληνική εκπομπή της Deutsche Welle τα χρόνια της δικατορίας (1967-1974) – εμπνέεται από προσωπικά βιώματα για να ανοίξει τον φακό του σε θέματα που αγγίζουν τη συλλογική μνήμη της Ελλάδας και της Ευρώπης.

Πώς κάμφθηκαν οι αναστολές να γυρίσετε μια ταινία με την προσωπική ιστορία του πατέρα σας;
Με τρόπο αστείο: Με ένα τηλεφώνημα της Νέλλης που μου είπε: «Tίμων, έχω μια διαρροή νερού στο σπίτι, πρέπει να έρθεις στην Αθήνα αμέσως». Όταν έφτασα, μου έδειξε το κουτί με τις επιστολές που τις είχε διαφυλάξει πίσω από ένα νουλάπι της κουζίνας εξήντα χρόνια και διασώσει από την πλημμύρα, λέγοντας μου: «είναι δικά σου».

Πώς αντιμετώπισαν οι Γερμανοί εκεί και οι Έλληνες εδώ στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τον Πέτρο Κουλμάση;
Ο πατέρας μου ήρθε στην Ελλάδα 25 χρόνων και επέστρεψε στο Αμβούργο 30 ετών προς το τέλος του πολέμου, οπότε τον συνέλαβε η Γκεστάπο χωρίς να ξέρουν τι να τον κάνουν. Από τη μια δεν τον αντιμετώπιζαν σαν Γερμανό, από την άλλη δούλευε στο Ινστιτούτο με τον Φάρνερ τα χρόνια της κατοχής, δεν γνώριζαν αν ήταν κατάσκοπος… Για τους Έλληνες ήταν πιο πολύ Γερμανός, ενώ το διαβατήριό του ήταν ελληνικό, δεν ήταν και στρατευμένος. Βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Η ταινία δείχνει ότι στον πόλεμο δεν υπήρχαν μόνο ήρωες, αλλά απλοί άνθρωποι που προσπαθούσαν να επιβιώσουν. Ο πατέρας μου πέθανε το 2003, πριν γυρίσω την ταινία. Την ιστορία την αφηγείται η Νέλλη Ανδρικοπούλου. Οι δυο τους χάθηκαν μετά τον πόλεμο, οι επικοινωνίες διακόπηκαν, η Νέλλη έφυγε με το Ματαρόα στο Παρίσι και κάποια στιγμή ξαναβρέθηκαν, όμως 15 χρόνια αργότερα. Από τότε έμειναν φίλοι ως το τέλος της ζωής τους.

Αντιμετωπίσατε δυσκολίες στα γυρίσματα;
Όταν πήγα να βρω ίχνη της ιστορίας στη Δρέσδη, για να μπορέσω να κάνω τις συνδέσεις που ήθελα με την ταινία μου, δεν βρήκα τίποτε. Τα παλιά κτίρια δεν υπάρχουν. Τίποτε. Έχουν όλα καταστραφεί»

Ξαναβλέποντας το παρελθόν διατηρείτε βεβαιότητες για όσα συνέβησαν;

Καταρχήν δεν πιστεύω ότι υπάρχει μία ιστορική αλήθεια. Προτείνω μία προσέγγιση και τίποτε άλλο. Στο «Πορτρέτο του πατέρα σε καιρό πολέμου» η ιστορία είναι ταυτόχρονη για τρία άτομα που όμως δεν ζούσαν την ίδια ιστορία. Και οι μαρτυρίες, αφού η μνήμη είναι προσωπική και επιλέγει, ασφαλώς χρειάζεται κι ένα συνοπτικό όραμα του σκηνοθέτη. Δεν μπορούμε να έχουμε βεβαιότητες, αλλά βάζουμε ερωτήματα.

Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στο Αμβούργο. Θεωρείτε ότι οι Γερμανοί είναι ένας λαός που έχει κάνει την αυτοκριτική του για τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο;

Ναι, η γενιά μετά τον πόλεμο, ακολούθως η γενιά του ΄68 και μέχρι τη δεκαετία του ΄80, αναγνωρίζουν την ευθύνη που έχει η Γερμανία στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Στις μετέπειτα γενιές η περίοδος αυτή φαίνεται πολύ μακρινή. Έχει βιολογικά τελειώσει. Για όλους εμάς ήταν βασικό στοιχείο το «Ποτέ πια». Τώρα οι νέοι Γερμανοί μιλάνε για τη δεκαετία του ΄60 και ΄70, για τους πατέρες τους. Ούτε η ακροδεξιά στη Γερμανία έχει ιστορική αναφορά στον ναζισμό, περισσότερο εντύπωση μου κάνει ότι η Χρυσή Αυγή αναφέρεται σε εκείνο το παρελθόν.

Ζείτε στο Παρίσι πάνω από τριάντα χρόνια. Πόσο έχει αλλάξει η ζωή, μετά το χτύπημα στο Μπατακλάν;
Η τρομοκρατία ξεκίνησε με το Σαρλί Εμπντό, χτύπησε τους δημοσιογράφους, οι άνθρωποι αγανάκτησαν αλλά δεν υπήρχε φόβος στην καθημερινή ζωή. Μετά το Μπατακλάν, άλλαξαν τα πράγματα. Ο καθένας μας θα μπορούσε να είναι το θύμα. Οπότε για ένα διάστημα ήταν πολύ βαρύ το κλίμα. Προσπαθούμε…

Τη σχέση σας με την Ελλάδα την διατηρείτε πάντα; Είστε, επίσης, μέλος στο ΔΣ του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου…

Δέχτηκα τη θέση στο κέντρο Κινηματογράφου επειδή έχω κάποια εμπειρία από το Γαλλικό Κέντρο Κινηματογράφου, ώστε να βοηθήσω προς αυτή την κατεύθυνση. Πάντα προσπαθούμε να φτιάξουμε μια γέφυρα με τους δύο κόσμους. Και θέλω πάντα να διατηρώ τη σχέση μου με την Ελλάδα. Όσο για την κρίση, αυτή δεν είναι μόνο ελληνική, είναι ευρωπαϊκή, είναι παγκόσμια. Αυτό που συνέβη στην Ελλάδα ήταν βίαιο, τα έκαναν πολύ απότομα, έχει υποφέρει πολύ ο κόσμος, γιατί είναι πιο αδύναμη χώρα, από τη Γαλλία για παράδειγμα. Αλλά μας πονάει γιατί έχουμε κι εμείς οικογένεια, συγγενείς στην Ελλάδα.

Νατάσσα Δομνάκη (AMΠΕ)

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις