Ο μεγάλος Ιρλανδός συγγραφέας Γουίλιαμ Τρέβορ, πέθανε το περασμένο Σάββατο στα 88 του χρόνια.

Έχει γράψει πάνω από 15 μυθιστορήματα και πολύ περισσότερες συλλογές διηγημάτων, είχε μπει στη βραχεία λίστα του βραβείου Man Boooker τέσσερις φορές, είχε κερδίσει το Whitebread τρεις, είχε τιμηθεί από την Ιρλανδία το 2015 με τον τίτλο του Saoi of Aosdana, όπως πριν από αυτόν ο Σάμιουελ Μπέκετ και ο Σέιμους Χίνι.

Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί αρκετά έργα του, πιο πρόσφατα το «Καλοκαιρινό ειδύλλιο» (Μεταίχμιο), η συναρπαστική και τόσο αντιπροσωπευτική του ιρλανδέζικου κόσμου του συλλογή διηγημάτων «Οι εργένηδες των λόφων» (Ελληνικά Γράμματα), αλλά και το αγαπημένο των κριτικών μυθιστόρημα «Η ιστορία της Λούσι Γκολτ» (Ελληνικά Γράμματα), που έχασε το 2002 το Μπούκερ από τη «Ζωή του Πι» του Γιαν Μαρτέλ.

Η πρώτη που αντέδρασε με τουίτ στην είδηση του θανάτου του ήταν η Τζόις Κάρολ Οουτς. Εκθείασε τη «λυρική, απέριττη πρόζα» ενός από τους μεγαλύτερους διηγηματογράφους της εποχής μας. Ο ίδιος ο Τρέβορ είχε συγκρίνει τη γραφή μικρών ιστοριών με τον ιμπρεσιονισμό.

«Αν το μυθιστόρημα μοιάζει με την πολύπλοκη ζωγραφική της Αναγέννησης, το διήγημα είναι ένας ιμπρεσιονιστικός πίνακας, η τέχνη της φευγαλέας ματιάς, η έκρηξη της αλήθειας. Η δύναμή του έγκειται εξίσου σ’ αυτά που αφήνει απέξω όσο και σ’ αυτά που περιέχει. Το μυθιστόρημα μιμείται τη ζωή, ενώ το διήγημα είναι πετσί και κόκαλο, δεν μπορεί να περιπλανιέται, είναι η τέχνη του ουσιώδους», είχε πει το 1989.

Και δεν έκρυβε ότι δεν εκτιμούσε τόσο τα μυθιστορήματά του. «Τα γράφω όταν δεν μπορώ να τα κάνω διηγήματα», είχε πει. Άλλες φορές τα χαρακτήριζε «πολλά διηγήματα μαζί, ενωμένα».

Γεννήθηκε το 1928 σε μια προτεσταντική ιρλανδική οικογένεια στο Μιτσελστάουν της επαρχίας Κορκ, όπου κυριαρχούσαν οι καθολικοί. Ο πατέρας του εργαζόταν στην Τράπεζα της Ιρλανδίας και έπαιρνε συνεχώς μεταθέσεις, έτσι που ο μικρός Τρέβορ μεγάλωσε «σαν Τσιγγάνος της μεσαίας τάξης», όπως έχει γράψει.

Η θρησκεία και η αστική καταγωγή του βοήθησαν την τέχνη του. «Ήμουν τυχερός γιατί από τη γέννησή μου βρέθηκα στο περιθώριο των πραγμάτων», είχε πει, παρατηρητής τόσο των Βρετανών όσο και των ίδιων των συμπατριωτών του.

Σπούδασε ιστορία στο Trinity College του Δουβλίνου, αλλά τον ενδιέφερε περισσότερο η γλυπτική, ήταν αδιάφορος φοιτητής.

Παντρεύτηκε και μετακόμισε στην Αγγλία, όπου ζούσε παραδίδοντας μαθήματα τέχνης και φτιάχνοντας γλυπτά. Δεν άρχισε να γράφει παρά στα 32 του χρόνια, όταν έπιασε δουλειά σε διαφημιστική εταιρεία του Λονδίνου.

Τα πρώτα του έργα είχαν σκηνικό το μεταπολεμικό Λονδίνο. Αργότερα έστρεψε τη ματιά του στην πατρίδα του. Στις εντάσεις ανάμεσα στον καθολικό πληθυσμό και τoυς Αγγλοϊρλανδούς γαιοκτήμονες, στη ζωή στις μικρές επαρχιακές πόλεις και τα απομονωμένα αγροκτήματα, στον εμπορικό κόσμο του Δουβλίνου, τη μεσαία τάξη των προτεσταντών και τα απομεινάρια της αριστοκρατίας.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις