Ένα βλέμμα του Τζακ Νίκολσον και η θρυλική ατάκα «Heeeere’s Johnny» -που παγώνει το αίμα του θεατή – ήταν αρκετά για να καταχωρηθεί η «Λάμψη» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ στο πάνθεον των πιο τρομακτικών ταινιών που έγιναν ποτέ.

Μπορεί ο Στίβεν Κινγκ να έχει τις διαφωνίες του, αλλά η «Λάμψη» θα παραμένει πάντοτε μια από τις πιο πετυχημένες μεταφορές best-seller του συγγραφέα στο σινεμά, ένα εξαίσιο δείγμα ψυχολογικού τρόμου, που έμελλε να μείνει κλασικό, περισσότερο και από το μανιασμένο πρόσωπο του πρωταγωνιστή της στη διάσημη σκηνή με το τσεκούρι.

Στη δεύτερή του εξόρμηση στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, το Flix παρουσιάζει για μία και μοναδική προβολή, στις 16 Ιανουαρίου, τη θρυλική ταινία του Κιούμπρικ σε ψηφιακά επεξεργασμένη κόπια, με 24 επιπλέον λεπτά κομμένων σκηνών, που μέχρι πρόσφατα είχαν προβληθεί μόνο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Μετά την προβολή, για να εκτονωθεί ο τρόμος, θ’ ακολουθήσει πάρτι, ανοιχτό σε όλους, στο «Athens Avenue Hotel» (Λεωφ. Συγγρού 182), το οποίο θα έχει ποτό, dj set από τον Felizol, ακόμα και… Room 237.

Εκεί, θα προβληθούν πέντε μικρού μήκους ταινίες, εμπνευσμένες από τη «Λάμψη», που γύρισαν ειδικά για την περίσταση, πέντε νέοι ανερχόμενοι Έλληνες σκηνοθέτες.

Ο Νίκος Πάστρας που αναλαμβάνει και τον ρόλο του επιμελητή σ’ αυτήν την ειδική παραγωγή- εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ τι θα δούμε στο Athens Avenue Hotel και μαζί με τους Ρηνιώ Δραγασάκη, Ζακλίν Λέντζου, Βασίλη Κεκάτο και Κωνσταντίνο Αντωνόπουλο, ανακαλούν την πρώτη τους εντύπωση από τη «Λάμψη» και εξηγούν πως αντλούν έμπνευση για τις μικρού μήκους ταινίες τους από διηγήματα του Ρέιμοντ Κάρβερ και κόμικς του Ντάνιελ Κλόους ως και ταινίες καρτούν του Ντίσνεϊ, όπως το «Bambi».

Νίκος Πάστρας: «Είδα τη Λάμψη, αρκετά μικρός, γύρω στα 11-12, στην τηλεόραση. Και τρόμαξα φρικτά. Τρόμαξα κυρίως με τα πράγματα που δεν έβγαζαν νόημα για μένα τότε, όπως τα δίδυμα και η σκηνή με τον τύπο ντυμένο αρκούδα, που δεν βγάζει νόημα ακόμα και σήμερα. Όταν την ξαναείδα κάποια χρόνια αργότερα, ένιωσα πολλά περισσότερα, όμως ο τρόμος ήταν το ίδιο δυνατός, όπως και κάθε φορά που τη βλέπω, δικαιώνοντας τον χαρακτηρισμό της ως, αν όχι η πιο τρομακτική ταινία που έγινε ποτέ, μια από τις πιο τρομακτικές.

Με το flix.gr αναθέσαμε σε τέσσερις από τους πιο αγαπημένους μας νέους σκηνοθέτες να γυρίσουν ένα μικρό φιλμ βασισμένο ή καλύτερα εμπνευσμένο, από τη Λάμψη. Εγώ με τη σειρά μου, ανέλαβα να κάνω μια “άσκηση” πάνω στον φόβο και την αντανάκλασή του, με υλικά από την ίδια την ταινία. Παίρνοντας πλάνα αντίδρασης της Σέλεϊ Ντιβάλ στη φρίκη που αντικρίζει από διάφορα σημεία του φιλμ και βάζοντάς τα να παίξουν σε extreme slow motion, ξεδιπλώθηκε μπροστά μου ένα μωσαϊκό εκφράσεων του προσώπου, του στόματος, των ματιών αυτής της σπουδαίας ηθοποιού και ένιωσα πως η παρατήρηση της αντανάκλασης αυτής έχει μια δύναμη από μόνη της. Κάπως σα να μπαίνεις στη θέση ενός επιστήμονα που έχει βρει τρόπο να μελετήσει το αίσθημα του τρόμου με μικροσκόπιο.

Δύσκολη υπόθεση να “αναμετρηθείς” με μια από τις εμβληματικότερες ταινίες τρόμου όλων των εποχών, αλλά ακριβώς γι’ αυτό και πολύ προκλητική. Η Λάμψη είναι ιδανική ταινία για να “παίξεις” μαζί της και αυτό ακριβώς κάνουμε, με σεβασμό αλλά και χωρίς. Με αγάπη, αλλά και με φόβο. Σίγουρα με άγρια χαρά. Τα υπόλοιπα…στο Δωμάτιο 237 του Avenue, αυτή την παγωμένη Δευτέρα της 16ης Ιανουαρίου. Προσοχή στους διαδρόμους…».

Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος:
«Ο Κιούμπρικ είναι ο σκηνοθέτης που ξύπνησε μέσα μου την επιθυμία να κάνω ταινίες. Ήμουν γύρω στα δώδεκα όταν είδα το «Κουρδιστό Πορτοκάλι». Yπήρχε σε βιντεοκασέτα στο σπίτι μου, γιατί ο πατέρας μου αγαπούσε την επιστημονική φαντασία. Ένοιωσα για πρώτη φορά την ύπαρξη ενός συγκεκριμένου νου πίσω από το σύνολο των εικόνων που έβγαιναν από την ξεθωριασμένη τηλεόραση που είχαμε. Κάποιος ενορχήστρωνε κομμάτι-κομμάτι έναν δικό του κόσμο. Ήθελα να κάνω το ίδιο. Άρχισα να περνάω χρόνο στα video-clubs.

Είδα τη “Λάμψη” μόνος, ένα μεσημέρι, λίγο καιρό μετά. Η εικόνα της μουχλιασμένης γριάς στη μπανιέρα με στοίχειωνε για μέρες. Όμως περισσότερο από τα τινάγματα τρόμου, θυμάμαι τον υποβλητικό, επίμονο φόβο που εισήγαγε η ταινία με τη μουσική των τίτλων αρχής και ενέτεινε αργά και επίπονα μέχρι το τελευταίο πλάνο του, παγωμένα αλλήθωρου, Τζακ Νίκολσον. Κι αν τα δίδυμα κοριτσάκια, το αίμα που κυλάει από το ασανσέρ ή ο ήχος του ποδηλάτου στον γυμνό διάδρομο, είναι οι γνώριμες εικόνες που ακόμα με συγκλονίζουν, βλέποντας πάλι την ταινία νοιώθω να γοητεύομαι περισσότερο από τις σκηνές του ζεύγους των πρωταγωνιστών. Αποδίδουν με τραγικότητα και πικρό χιούμορ την παραφροσύνη ενός αντρόγυνου, έτοιμου να κατασπαράξει ο ένας τον άλλον επειδή δεν μπορεί πια να συνυπάρξει.

Δανειζόμενος από αυτή τη σχέση, το στοιχειωμένο ξενοδοχείο της “Λάμψης” αλλά επίσης τη λογοτεχνία του Raymond Carver, τα κόμικς του Daniel Clowes και την πολύτιμη βοήθεια φίλων, επιχείρησα να φτιάξω μία μικρή ταινία για φαντάσματα που είναι σχεδόν άνθρωποι και ανθρώπους που είναι σχεδόν φαντάσματα».

Ρηνιώ Δραγασάκη: «Υπάρχουν πολλές τρομαχτικές σκηνές που μπορεί να αναφέρει κανείς από τη Λάμψη, αλλά εμένα προσωπικά αυτή που με έχει στοιχειώσει είναι μια: Η σκηνή που η Wendy ανακαλύπτει ότι ο άντρας της -όσο καιρό βρίσκονται στο Overlook Hotel- το βιβλίο που υποτίθεται ότι γράφει δεν είναι άλλο από τη φράση «All work and no play makes Jack a dull boy» γραμμένη με ποικίλους τρόπους και στοιχήσεις.

Η άψογα κινηματογραφημένη σκηνή από τον Κιούμπρικ κάνει τον τρόμο του θεατή -κάθε φορά που η Wendy γυρίζει και μια νέα σελίδα από το “βιβλίο” του Jack Torrance- να μεγαλώνει. Aυτή η μικρή, αθώα φρασούλα «All work and no play makes Jack a dull boy» καταλήγει να είναι χειρότερη από οποιονδήποτε μανιακό δολοφόνο που πλησιάζει με ένα πριόνι, τσεκούρι κοκ. Αυτό είναι για μένα ο απόλυτος τρόμος.

Η επιβλητική μουσική της Wendy Carlos και του Krzysztof Penderecki, οι απίστευτες ερμηνείες, το υπόγειο χιούμορ και η τεχνική αρτιότητα του Κιούμπρικ με κάνουν κάθε φορά που βλέπω τη Λάμψη να την απολαμβάνω όλο και περισσότερο. Όταν μου ζήτησαν να κάνω ένα μικρό βίντεο με αφορμή την προβολή της Λάμψης στη Στέγη, χάρηκα πολύ, λίγο αργότερα βέβαια με έλουσε κρύος ιδρώτας μπροστά στο μεγαλείο της. Τελικά αποφάσισα να επικεντρωθώ στην αντοχή της ταινίας στον χρόνο, αλλά και στην αγαπημένη μου σκηνή που ανέφερα παραπάνω. Το αποτέλεσμα είναι ένας προσωπικός φόρος τιμής στον αγαπημένο μου σκηνοθέτη!».

Βασίλης Κεκάτος: «Όταν είδα για πρώτη φορά τη Λάμψη, ήμουν δεκατριών ετών. Επιστρέφοντας από το σχολείο, ένα μεσημέρι, έκλεισα τα παντζούρια του δωματίου μου και την έβαλα να παίζει. Καθ’ όλη τη διάρκεια που την παρακολουθούσα, είχα την αίσθηση πως έβλεπα κάτι το οποίο δεν έπρεπε να βλέπω και όμως δεν μπορούσα να αποστρέψω το βλέμμα μου.

Ποτέ, έως τότε και μέχρι σήμερα, ο τρόμος δεν μου άσκησε τέτοια μαγνητική γοητεία. Μια σειρά από απόκοσμους ήχους και ανεξήγητες εικόνες, οι οποίες παρέλαυναν μπροστά στα μάτια μου κι ύστερα χόρευαν ασταμάτητα στο μυαλό μου για μέρες, τυλιγμένες σε μια αιθάλη σύγχυσης, η οποία ακόμα δεν έχει διαλυθεί μέσα μου. Και είναι αυτή η σύγχυση πραγματικότητας και ονείρου που συνεχίζει να με γοητεύει ως τώρα και που αποτέλεσε και την πηγή της έμπνευσής μου για να φτιάξω μια μικρή ταινία, ως ελάχιστο φόρο τιμής στο Κιουμπρικό έπος.

Ούτε το χιόνι ούτε το αίμα, αλλά εκείνο το δυσερμήνευτο πηγαινέλα στο χρόνο και η αναπάντεχη επιστροφή των νεκρών στον κόσμο των ζωντανών. Αυτά αποτέλεσαν τα υλικά τα οποία χρησιμοποίησα για να φτιάξω το «Bourbon on the Rocks», μια μαύρη κωμωδία για την αιώνια επιστροφή του κύριου Τόρανς στο Ξενοδοχείο «Η Θέα» και τον διακαή του πόθο να ξεφορτωθεί τα οικογενειακά βάρη, ώστε να μπορέσει να αφιερωθεί στη συγγραφή του βιβλίου του».

Ζακλίν Λέντζου: «Ο Κιούμπρικ είναι αδιαμφισβήτητα φαινόμενο. Έτσι και η “Λάμψη”, σαν ένα από τα “παιδιά” του, είναι ένα ακόμη φαινόμενο. Από πολλές απόψεις. Πού να πρωτοσταθείς; Στην άψογη, γλαφυρή αποτύπωση του τρόμου στα μάτια της Duvall; Στο τέλειο “χτίσιμο” της παράνοιας του Jack; Στη μάχη για κυριολεκτική επιβίωση που δίνει το αγοράκι; Για να δημιουργήσω κάτι, με αφετηρία αυτό το αριστούργημα, φοβούμενη να το αγγίξω συνειδητοποιώντας τη βαρύτητά του, αποφάσισα να δουλέψω διαισθητικά.

Συνειρμικά, ξαναβλέποντάς το, μου έμειναν δύο στοιχεία, το χιόνι και το αίμα. Παράλληλα, η ιστορία του παιδιού που τρέχει για να σωθεί μόνο του στο κρύο, μου έφερε στο μυαλό μία άλλη αγαπημένη ταινία -μη γελάσετε- το «Bambi». Έτσι, η ταινία μου θα είναι μια προσέγγιση αρκετά πιο αφαιρετική, ωστόσο, ελπίζω, με συναισθηματική εγγύτητα. Τρόμος».

Νάντια Μπακοπούλου (ΑΜΠΕ)

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις