Στον γυμνό από σκηνικά, σκηνή, και κυρίως από «ασφάλεια» πλατείας – χώρο του Υπερώου, οι ηθοποιοί (ένας μπάτλερ, μια υπηρέτρια κι ένας μάγειρας) οδηγούν έναν-έναν τους θεατές στις πενήντα (αυστηρά) θέσεις. Οι συνοδοί τοποθετούνται μακριά, απέναντι, σε άλλη σειρά, με άλλη – αντιμέτωπη θέαση.

Δίπλα τους – απέναντι- πίσω, κάθονται ήδη κάποιοι θεατές. Σηκώνονται. Μουσική έγερσης. Διστάζουν. Κάθονται πάλι. Η ταξιθεσία συνεχίζεται. Οι «ενημερωμένοι» ξέρουν ήδη. Κάποιοι άλλοι «βολεύονται» αμήχανα στις καρέκλες τους. Στο βάθος της αίθουσας ένα μεγάλο τραπέζι με κρυστάλλινα ποτήρια, πιάτα ήδη γεμάτα, μια μυρωδιά ζεστού φαγητού έτοιμου να σερβιριστεί και σε μια εσοχή του τοίχου χρυσά γράμματα σχηματίζουν το «Happy 60th Birthday».

H «Οικογενειακή γιορτή» – το Δανέζικο «Festen»- είναι έτοιμη να αρχίσει. Ο πατέρας της οικογένειας γιορτάζει. Στη γιορτή, ο πρωτότοκος γιός αποκαλύπτει ενώπιον όλων ένα συνταρακτικό μυστικό. Εκτός απ την εξουσιομανία, την απόλυτη έλλειψη επικοινωνίας, την υποκρισία, τη φαινομενική ευτυχία, την οικονομική ευμάρεια, την πιστή τήρηση των σαθρών αρχών, υπάρχει και ενδοοικογενειακή (-)ουαλική βία και σιωπή.

Η «αγία» οικογένεια, ο βασικός πόλος καλλιέργειας της έννοιας «εξουσία», στην οποία είναι στηριγμένη η δομή του συστήματος, καταρρέει. Αρχαιοελληνική τραγωδία ή απλή καταγραφή της σκανδιναβικής -βορειοευρωπαϊκής νοσηρότητας, η ίδια «γιορτή» θα μπορούσε να έχει στηθεί στην Κίνα ή την Ουάσιγκτον, στη Στοκχόλμη ή σ’ ένα χωριό της σύγχρονης Ελλάδας.

Σενάριο γνωστό από την ομότιτλη βραβευμένη ταινία του Τόμας Βίντερμπεργκ (εκείνου που με τον Λάρς Φον Τρίερ ονόμασαν ως «δόγμα 95» την προσπάθεια τους να απογυμνώσουν τον κινηματογράφο απο τις «λαμπερές συμβάσεις» που δημιουργούν ψευδαίσθηση της πραγματικότητας), η ιστορία του «Festen» διασκευάστηκε για το θέατρο κι έκτοτε παίζεται στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη, στην Αθήνα..

«Πρόθεση μας ήταν να κάνουμε το δικό μας “ΔΟΓΜΑ”. Από το 95 πέρασαν πάνω απο είκοσι χρόνια. Σε μια εποχή που το θέατρο σε πολλές περιπτώσεις είναι μια ”λαμπερή εξωστρεφής κατάσταση” το ανέβασμα του “Festen” μου δημιούργησε την ανάγκη να δημιουργήσω με τους συνεργάτες μου το δικό μας “Δόγμα”. Εδώ η πραγματικότητα είναι πιο ισχυρή. Να κοιτάξουμε ξανά αυτό που είναι ο πυρήνας του θεάτρου: ο άνθρωπος» λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο σκηνοθέτης και ηθοποιός στην παράσταση με τον εμβληματικό ρόλο του μάγειρα-παιδικού φίλου του Κρίστιαν, ο Γιάννης Παρασκευόπουλος των θεσσαλονικιώτικων «Νέων μορφών» (η θεατρική ομάδα επταετούς διάρκειας ζωής που γεννήθηκε στα 1997 με το δικό της «δόγμα» , επιχορηγήθηκε αδρά στα χρόνια της ευμάρειας, βραβεύτηκε , πρότεινε σειρα παραστάσεων και…διαλύθηκε στα 2004 ).

Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος είχε ήδη περάσει από το Κρατικό Θέατρο από το 1991 και μέχρι σήμερα έχει σκηνοθετήσει 14 παραστάσεις. Στο μεταξύ, βρέθηκε στη Ρουμανία, σκηνοθέτησε μεγάλες παραγωγές αισθανόμενος εκεί «μια συγγένεια, μια έλξη. Είναι μια διαλυμένη χώρα που παλεύει να πατήσει στα πόδια της, οι άνθρωποι έχουν ένα βαθύ βλέμμα στα πράγματα – ενδεχομένως έχει να κάνει η συνολική κουλτούρα τους ως χώρα- , είναι παραγωγικοί ιδιαίτερα στο θέατρο, με βοήθησε ιδιαίτερα η λογική τους.Εκεί ξέρετε, το θέατρο είναι ένα επάγγελμα. Σηκώνεται το πρωί ο ηθοποιός, ο σκηνοθέτης και πάει στη δουλειά του, το θέατρο. Εμείς εδώ είμαστε και λίγο “καλλιτέχνες”. Περιφερόμαστε με χαμένο βλέμμα».

Αυτό το διάστημα στην κεντρική σκηνή του εθνικού θεάτρου της Κραϊόβα ανεβαίνει «Ο γλάρος» του Α.Τσέχωφ , σε δική του σκηνοθεσία.

Στο ΚΘΒΕ επέστρεψε από ανάγκη να κάνει ένα βήμα παραπέρα
. «Είχα περάσει στην ατολμία τα τελευταία χρόνια. Φοβόμουν ότι στο ΚΘΒΕ θα έπρεπε να ενταχθώ. Είναι άλλο να κάνεις κατά παραγγελία κι άλλο να σου λένε έλα και κάνε ό,τι θές.Αυτό μου το είπαν μόνο ο Διαγόρας Χρονόπουλος (το 1991) και τώρα ο Γιάννης Αναστασάκης. Οι δυσκολίες που είχαμε να αντιμετωπίσουμε είναι το προσόν της παράστασης. Οφείλει ένα κρατικό θέατρο να “δεί” στις σκηνές του και το καθαρά ερευνητικό, το σύγχρονο θέατρο που συνήθως απουσιάζει».

Το «Festen» παρουσιάζεται στο «Υπερώο» (με καθημερινά sold-out) από τις 18 του περασμένου Νοεμβρίου. Το ρόλο του πατέρα (Χέλγκε) ερμηνεύει -στον ίσως καλύτερο ρόλο της πολυετούς παρουσίας του στο ΚΘΒΕ- ο Βασίλης Σπυρόπουλος ενώ το ρόλο -έμβλημα της ανατροπής – αυτόν του πρωτότοκου γιου της οικογένειας (Κρίστιαν) ο Χρίστος Στυλιανού.

Τον χαρακτήρα λεπτών ισορροπιών σιωπής – ταύτισης με την οδυνηρή σύμβαση της οικογένειας- ανέλαβε η Γιολάντα Μπαλαούρα (η μητέρα Έλσι που κλείνει την παράσταση με την εμβληματική ατάκα «εγώ θα μείνω». Δίπλα τους -μέλη όλοι της οδυνηρής οικογενειακής σύμβασης οι ηθοποιοί: Κωνσταντίνος Χατζησάββας και Σταυρούλα Αμπατζόγλου (ο γιός Μίκαελ – η νύφη Μέτε) , Ιωάννα Παγιατάκη (η κόρη Ελένε), Νεφέλη Ανθοπούλου (Πούλ – η καταθλιπτική θεία), Αλέξανδρος Τσακίρης (ο παππούς ) , η Κλειώ Δανάη Οθωναίου (στο ρόλο της υπηρέτριας Πία- με το πιο “κατάλληλο” γυμνό μιας “ακατάλληλης” παράστασης), ο Βασίλης Παπαγεωργίου (στο ρολο του “ξένου” -εραστή της Ελένε, Μπάτοκαϊ), Κωνσταντίνος Λιάρος (Λαρς-ο μέτρ), Νίκος Καπέλιος (Χέλμουντ-ο συμποσιάρχης), Στεφανία Ζώρα (το μικρό κοριτσάκι) και Γιάννης Παρασκευόπουλος -στο ρολο του Κιμ- μάγειρα-παιδικού φίλου του Κρίστιαν. «Ήθελα πολύ έναν ρόλο. Αλλιώς θα ζήλευα. Ο Κιμ είναι ο παιδικός φίλος που ξέρει την απόλυτη αλήθεια. Είναι η κιβωτός της αλήθειας του». Η κουβέντα με τον Γιάννη Παρασκευόπουλο έγινε μετά το τέλος της 39ης παράστασης του «Festen». Οι θεατές έχουν μόλις αποχωρήσει.”

«Στο “Festen” εκτός από το πρωτεύον και κινητήριο θέμα της (-)ουαλικής κακοποίησης, υπάρχει κάτι πιο βαθύ που το κάνει ακόμα πιο σημαντικό. Είναι ο φόβος μας να δούμε ο ένας τον άλλον. Η αδυναμία μας να κοιτάξουμε βαθιά μέσα στον άλλον και να δούμε ποιος είναι. Η συνήθεια μας να κρυβόμαστε πίσω από βιαστικά και επιδερμικά βλέμματα. Η ασφάλεια που νιώθουμε παίζοντας αυτό το υπέροχο παιδικό παιχνίδι, αυτό που έχει στοιχειώσει την ενήλικη ζωή μας. Το υπέροχο κρυφτό! Ξεχνάμε, όμως, ότι το κρυφτό τελειώνει με φτύσιμο»
αναφέρεται στο …αντί σκηνοθετικού σημειώματος..

– Τι αποκομίσατε εσείς, τι πιστεύετε ότι αποκομίζουν οι θεατές από μια παράσταση σαν αυτή;

«Την ταύτιση του κοινού. Κυρίως των ανδρών. Το σύνηθες κοινό του θεάτρου -και του ΚΘΒΕ είναι γυναίκες άνω των 40 ετών. Εδώ , οι άνδρες είναι περισσότεροι. Στην αρχή οι σύζυγοι συνοδοί θεατές -αν και δυσκολεύονται περισσότερο, έβγαιναν πιο… διαλυμένοι από τις κυρίες. Έχουμε ηλικίες από 17 έως 80 ετών. Φεύγουν και κάτι τους εχει συμβεί. Θέλουμε να ηρεμήσουμε τις άμυνες. Ξέρουν ότι είναι κι αυτοί πρωταγωνιστές κι εμείς οι θεατές του. Όλοι ξέρουν πια. Από στόμα σε στόμα πήγε αυτή η παράσταση.

Παλιότερα, στις “Νέες μορφές” έρχονταν τα παιδιά και στη συνέχεια έφερναν και τους γονείς τους. Τώρα εδώ, έρχονται γονείς και στη συνέχεια φέρνουν τα παιδιά τους. Με συγκινεί ιδιαίτερα αυτό. Μου είπε ένας έφηβος πως τελικά δεν είναι βαρετό πράγμα το θέατρο. Ένα δράμα σε τρισδιάστατη στερεοσκοπική εικόνα σαν ταινία σε 3D είναι. Υπάρχει -ξέρετε πάντα υπήρχε, ένα ανήσυχο κοινό στη Θεσσαλονίκη που αν δεν του δώσεις τροφή θα “ησυχάσει”. Θα πάει στον καναπέ του ή απλώς θα φύγει».

Β. Χαρισοπούλου (ΑΜΠΕ)

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις