Οι Cave Children δεν είναι ένα συνηθισμένο ροκ συγκρότημα. Στα τραγούδια τους συνδιαλέγονται με σεβασμό και έμπνευση με τον διεθνή κινηματογράφο, αλλά και την αρχαιοελληνική φιλοσοφία και τραγωδία, σε αγγλικό στίχο. Στη μουσική τους συναντά κανείς τους Beatles, επιρροές από progressive pop και garage rock. Οι ήχοι τους είναι πλούσιοι, αλλά όχι φορτωμένοι.

‘Ανοιξαν τη συναυλία της Lana Del Rey, οι κριτικές στις εμφανίσεις τους στο εξωτερικό είναι εγκωμιαστικές και… περιμένουν «το κοινό για να ολοκληρώσει την τέχνη», όπως λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο τραγουδιστής τους Βασίλης Βλαχάκος.

Τον συναντήσαμε λίγο πριν τη συναυλία με τον Καλιφορνέζο μάγο της σόουλ και τζαζ Nick Waterhouse, αυτό το Σάββατο στο Gagarin 205. Η ομάδα συμπληρώνεται από τους Δημήτρη Στεργίου (τύμπανα), Ορέστη Μπενέκα (πλήκτρα, φωνητικά) και Βασίλη Νιτσάκη (μπάσο).

Έχετε αποσπάσει πολύ καλές κριτικές από διεθνή μέσα, π.χ. από το ιστορικό βρετανικό περιοδικό NME και άλλα μέσα στην Αυστραλία και τις ΗΠΑ. Ένιωσες ότι στην Ελλάδα εκτιμούν αντίστοιχα τη μουσική σας;
Στην Ελλάδα υπάρχει μόνο μία ομάδα ανθρώπων που ασχολείται με τη μουσική σκηνή που αναδύεται. Σπάνια, δηλαδή, θα βρεις εφημερίδα στο περίπτερο με άρθρο για κάποια νέα κυκλοφορία δίσκου. Στο εξωτερικό ήταν δημοσιογράφοι που τους άρεσε η μουσική μας, ασχολήθηκαν και έψαξαν για περισσότερες πληροφορίες. Στην Ελλάδα υπήρξαν μουσικοί κριτικοί που σεβόμαστε όλοι μας και οι οποίοι εκτίμησαν τον δίσκο, οπότε είμαστε ικανοποιημένοι. Όμως το κοινό στο οποίο έχουμε πρόσβαση είναι διαφορετικό.

‘Αλλωστε, οι κριτικοί στον διεθνή μουσικό τύπο απευθύνονται σε ένα τεράστιο μουσικόφιλο κοινό που συνεχώς ψάχνει για καινούρια μουσική. Επίσης, αν γράψει ο συντάκτης στην κριτική του ότι η μουσική έχει progressive pop ή garage rock αναφορές, στη μουσική σκηνή του Λονδίνου θα καταλάβουν. Είναι μέρος της ποπ κουλτούρας τους αυτό το είδος. Στην Ελλάδα, οι αναφορές μας είναι άλλες. Ο Παντελής Παντελίδης είναι πιο κοντά στην ποπ κουλτούρα του μέσου Έλληνα. Δεν προλαβαίνει ο ακροατής να μυηθεί σε κάτι διαφορετικό τόσο γρήγορα, υπάρχουν άλλες υποκουλτούρες που είναι πολύ πιο κοντά του. Πιστεύω πάντως ότι αυτό έχει αρχίσει να αλλάζει.

Τι χρειάζεται για να φτάσει η μουσική στο κοινό;
Αφήνω στην άκρη την ποιότητα του υλικού, γιατί μπορεί κάποιος δίσκος να μην αρέσει σε κανέναν. Συνήθως όταν βγάζεις τον δίσκο παίζει ρόλο τι άλλο έχει κυκλοφορήσει ταυτόχρονα, αν η εταιρεία κάνει ένα άνοιγμα, το πόσο συχνά παίζεις και πόσο δραστήριος είσαι, το πού παίζεις.

Το ραδιόφωνο είναι μια πλατφόρμα δύσκολη στην Ελλάδα, γιατί δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος σταθμός για ελληνικά συγκροτήματα με αγγλόφωνο στίχο για παράδειγμα, που αξίζει να ακουστούν. Όταν στο παρελθόν έγινε μια έκρηξη με τις indie μπάντες της Αθήνας, και τα μαγαζιά στην Αβραμιώτου όπου παιζόταν αυτή η μουσική ήθελα να είμαι μέρος της. Τώρα, κι ενώ υπάρχουν περισσότερα αντίστοιχα συγκροτήματα που παίζουν πολύ ωραία, παραμένουν άγνωστα.

Δεν ξέρω αν ο λόγος είναι οικονομικός ή έχει να κάνει με τα πνευματικά δικαιώματα, πάντως υπάρχουν συγκροτήματα, αλλά η δουλειά τους δεν φτάνει στο κοινό. Δεν είναι στις λίστες του ραδιόφωνου. Επίσης, θα ήθελα γενικότερα να υπάρχουν κριτικές που θα πουν «άκουσα τον τάδε δίσκο και είναι χάλια, η παραγωγή είναι χάλια». Μία πιο τίμια σχέση με το κοινό.

Η μουσική σας εμπλέκει τον κινηματογράφο, την αρχαιοελληνική φιλοσοφία (π.χ. τον Μύθο του Σπηλαίου) και την τραγωδία σε αγγλικό στίχο. Πώς προκύπτει αυτό το μίγμα;
Όλα τα τραγούδια από κάπου ξεκινούν. Για παράδειγμα είχα δει την «Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ πριν κάποια χρόνια και έπαιζε στο μυαλό μου ένα κομμάτι που προσπαθούσα να γράψω, αλλά διαρκώς κάτι έβρισκα που δεν μου άρεσε. Όταν γύρισα από την παράσταση, έπαιξα κιθάρα και έγραψα τους στίχους κατευθείαν, η σκέψη μου ήταν καθαρή. Δεν είναι ότι έχουμε κάποια θεματική σχέση με την αρχαία Ελλάδα. Είναι ότι η έμπνευση βρίσκεται παντού. Υπάρχουν τόσα ενδιαφέροντα πράγματα που μπορείς να «κλέψεις», από τη φιλοσοφία για παράδειγμα. Ιδέες που ενώ έχουν διατυπωθεί πριν δύο χιλιάδες χρόνια σε βοηθούν να αντλήσεις έμπνευση για το σήμερα.

Κι αντίστοιχα, κάποια τραγούδια μας είναι ένας εσωτερικός διάλογος του συγκροτήματός μας με τον κινηματογράφο. Το Ovatron αναφέρεται στην Οδύσσεια του Διαστήματος. Ο στόχος ήταν αρχικά οι κινηματογραφικές αναφορές να εγκολπώσουν κάποιες ενορχηστρώσεις με πνευστά και βιολιά, εμπνευσμένες από soundtracks.

Πώς γράφετε μουσική; Λέει κάποιος από τους τέσσερις «λοιπόν έχω μια ιδέα»;
Συνήθως κάποιος φέρνει μια ιδέα ή κάτι που έχει ακούσει και του αρέσει πάρα πολύ. Από αυτό ξεκινάμε και προχωράμε. Κάθε τραγούδι έχει έναν λόγο ύπαρξης κι όταν το ακούς σαν μουσική, μπορείς να εντοπίσεις την κεντρική του ιδέα. Αν ακούσεις ένα τραγούδι στο οποίο κυριαρχούν τα τύμπανα, μπορείς να πεις ότι ο δημιουργός του είχε την ιδέα γι’ αυτά τα τύμπανα.

Στο προαιώνιο ερώτημα «κιθάρα ή μπάσο» τι απαντάς;
Αν και παίζω κιθάρα, στο δικό μας συγκρότημα σίγουρα προτιμώ το μπάσο.

Ποια είναι η άποψη σου για τη μουσική πειρατεία, το παράνομο κατέβασμα μουσικής από το διαδίκτυο;
Έχουν αλλάξει τα πράγματα. Όταν σου δίνουν δύο πορτοκάλια και σου λένε το ένα θα το πληρώσεις 15 ευρώ και το άλλο θα το πάρεις δωρεάν, ακόμα κι εγώ θα έπαιρνα το δωρεάν, αν ήξερα ότι δεν θα υπάρξουν κυρώσεις. Παγκοσμίως, υπάρχουν καλλιτέχνες οι οποίοι έχουν ανέβει πάνω σε αυτό το κύμα, του διαδικτύου. Για παράδειγμα οι Radiohead, οι οποίοι αντί να πουλήσουν τον δίσκο τους με το συνηθισμένο τρόπο, ζήτησαν δωρεές κι έτσι έβγαλαν τα χρήματα τους.

Ένας από τους αγαπημένους μου κωμικούς, ο Louis CK διέθεσε ένα DVD από την ιστοσελίδα του και ζήτησε 5 δολάρια. Παρακάλεσε το κοινό να μην το κλέψει και έβγαλε μέσα σε δέκα μέρες 1 εκατομμύριο δολάρια. Έπιασε την αλλαγή της νοοτροπίας. Το αντιλαμβάνομαι σαν καταναλωτής. Οποιονδήποτε δίσκο μπορώ να τον ακούσω κατ’ αρχήν δωρεάν στο Youtube και αν αποφασίσω ότι θέλω να στηρίξω τον καλλιτέχνη ή να αγοράσω το βινύλιο για τη συλλογή μου, τότε θα δώσω τα χρήματα.

Οπότε θεωρείς ότι στην πραγματικότητα αυτό το πλαίσιο επιβραβεύει εκείνο που ο καταναλωτής πραγματικά θέλει να στηρίξει.
Επειδή έχω τη δυνατότητα να ακούσω δείγμα από όλα, θα δώσω χρήματα σε αυτό που αξίζει. Η τεχνοκρατική κοινωνία στην οποία ζούμε και βάζει τιμές πάνω στις υπηρεσίες και τα προϊόντα με αντικειμενικά κριτήρια, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην τέχνη. Το υποκειμενικό κριτήριο είναι πολύ έντονο, έχει να κάνει και με το αγοραστικό κοινό, αλλά και με τον τρόπο που προωθείς το υλικό σου. Έτσι κι αλλιώς, είναι δύσκολο να τιμολογήσεις ένα έργο τέχνης.

Γιατί όλοι οι δίσκοι να κοστίζουν το ίδιο αντί κάποιοι να είναι ακριβότεροι ή φτηνότεροι; Ακόμα κι αν ηχογραφήσεις τον ήχο μιας υδρορροής, ο δίσκος θα έχει την ίδια τιμή με τον Χατζιδάκι. Η πειρατεία αλλάζει αυτούς τους όρους του παιχνιδιού.

Τι κράτησες από την εμφάνισή σας στη συναυλία της Lana Del Rey;
Αν και είμαι θαυμαστής της, πιστεύω ότι αυτό που έχει δημιουργήσει είναι μια περσόνα. Ένας καλλιτέχνης έχει την πολυτέλεια ή την ανάγκη να φτιάξει την περσόνα του, όπως ακριβώς θέλει. Υπάρχουν καλλιτέχνες που δημιουργούν μία ή πολλές εικόνες του εαυτού τους και την υποδύονται σε όλη τους τη ζωή. Θεωρώ ότι είναι απόλυτα θεμιτό και το απολαμβάνω. Ένα εξαιρετικό παράδειγμα είναι ο David Bowie. Ζούσε σαν άλλος άνθρωπος κάθε φορά. Mέσα σε αυτό το σύμπαν που έχει δομήσει ο καλλιτέχνης με τη μουσική του, χρειάζομαι κι άλλες πληροφορίες, να συμπληρώσω περισσότερα κομμάτια του παζλ.

Ωστόσο, η διαρκής επανεφεύρεση της εικόνας του καλλιτέχνη δεν είναι και ναρκισσιστική;
Είναι απαραίτητος ο ναρκισσισμός, διαφορετικά ο καλλιτέχνης δε θα υποβάλει τον εαυτό του σε αυτή τη δοκιμασία, την έκθεση του στο κοινό. Ακόμα κι αν δεν το παραδέχεται δημόσια, από μέσα του σκέφτεται ότι είναι ένα μηδενικό σε σχέση με την τέχνη, γιατί δεν έχει κάνει τίποτα ακόμα, και ταυτόχρονα ομολογεί: «θα το κάνω κι εγώ». Έχει κάπου στο βάθος μια ιδέα για τον εαυτό του για να δαπανήσει τόσο χρόνο, χρήμα και ενέργεια. Αλλιώς είναι πολύ δύσκολο. Ο ναρκισσισμός, δίνει την αναγκαία αυτοπεποίθηση που χρειάζεσαι για να εκτεθείς στον κόσμο.

Ανεβαίνετε στην σκηνή σε μια συναυλία, παίζετε την πρώτη νότα, εσύ ξεκινάς τους στίχους. Ας πούμε στο Rockwave που εμφανιστήκατε. Ποια είναι η σχέση με το κοινό;
Η εμπειρία να παίζεις σε τέτοιο κοινό είναι τρομερή, να βγεις μπροστά σε δύο- τρεις χιλιάδες άτομα και να ακούν μόνο εσένα. Μπορεί να αισθάνεσαι εντελώς μόνος, ενώ σε παρακολουθούν τόσοι άνθρωποι. Είναι μια μοναδική αίσθηση και πιστεύω ότι ξεκινάει πολύ νωρίς, πηγάζει από πολύ βαθιά. Ο Κακοφωνίξ που ήταν ο βάρδος στο γαλατικό χωριό και φώναζε, δεν το έκανε μόνος του στο δάσος. Χρειαζόταν το κοινό. Όταν κάποιος ασχολείται με την τέχνη, σε οποιαδήποτε μορφή της, το κοινό είναι μια παράμετρος που δίνει υπόσταση στο έργο του, ακόμα κι αν ο ίδιος δεν το συνειδητοποιεί. Το κοινό ολοκληρώνει την τέχνη.

Ποιες είναι οι φιλοδοξίες σας για το μέλλον;
Έχουμε ήδη ζήσει ξεχωριστές εμπειρίες με το συγκρότημα και θέλουμε περισσότερες. Το καλοκαίρι π.χ. πήγαμε περιοδεία στα Βαλκάνια για δέκα μέρες και παίξαμε στην ΠΓΔΜ, τη Σερβία και τη Βουλγαρία. Στο μέλλον, θέλουμε να λειτουργεί αυτό το συγκρότημα σαν πλατφόρμα για όλους μας. Δηλαδή, αν κάποιος από εμάς θέλει να γράψει τη μουσική του, να επιστρέφει στο κοινό σημείο συνάντησης μας, τους Cave Children. Επειδή ζούμε στην κρίση και δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει ή πού θα βρίσκεται ο καθένας μας σε δύο ή σε δέκα χρόνια, πρέπει να αξιοποιήσουμε την πλατφόρμα μας για να δημιουργήσουμε όσο περισσότερο μπορούμε. Και δουλεύουμε ήδη τον επόμενο δίσκο μας.

Πώς νιώθετε που θα παίξετε με τον Nick Waterhouse;
Τέλεια! Τον είχα δει όταν είχε ξαναέρθει στην Ελλάδα πριν μερικά χρόνια και είμαι σίγουρος ότι θα υπάρχει πάρα πολύ καλό κλίμα, γιατί οι άνθρωποι θα έρθουν για να χορέψουν με τις μουσικές του και να διασκεδάσουν. Οπότε, είμαι σίγουρος ότι η ατμόσφαιρα της συναυλίας θα είναι εξαιρετική. Θα είναι μια πολύ ωραία εμπειρία και ανυπομονώ για το Σάββατο.

Σοφία Μανδηλαρά (ΑΜΠΕ)

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις