Ως «σπουδή στην αξιοπρέπεια», ως «θαυμαστό μάθημα ζωής» αντιμετώπισε η σκηνοθέτης Εύη Καραμπάτσου την ταινία της για τη ζωή και τη φυγή (“Vive la fuite”) του Αλέξη Ακριθάκη.

«Θέλησα να μιλήσω γι αυτόν τον άνθρωπο, που έχει πολλά να δώσει, όχι μόνο στους ανθρώπους της Τέχνης, αλλά και στους ανθρώπους γενικώς, καθώς Τέχνη είναι ο τρόπος να ζούμε -ίσως και να φεύγουμε» λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, λίγες μόνο ώρες πριν από την επίσημη πρώτη προβολή της ταινίας της, στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο του 19ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ.

«Ζήτω η φυγή» ή …”Vive la fuite” είναι ο τίτλος της ταινίας διάρκειας 75΄ και το αγαπημένο μότο – σύνθημα ζωής του Αλέξη Ακριθάκη των χρωμάτων, των ποιημάτων, του αλκοόλ, των ναρκωτικών Για τις αμαρτίες μου δεν μετάνιωσα ποτέ, εξάλλου, αν δεν πέσεις στον βόθρο σου μέσα κι αν δεν ξαναβγείς δεν είσαι καλλιτέχνης» λέει στην τελευταία του συνέντευξη -απόσπασμα της οποίας εμπεριέχεται στα τελευταία λεπτά της ταινίας- ο Ακριθάκης).

«Ήταν ένα παιδί άτακτο, που όμως επιστρέφει στους μεγάλους καλλιτέχνες της προηγούμενης γενιάς τα έργα τους εις διπλούν» συμπληρώνει ο ιστορικός της Τέχνης Ντένης Ζαχαρόπουλος.

Εξάλλου, «οι τεχνίτες είναι πολλοί. Πολλοί μπορούν πολλά. Αυτό όμως που χαρακτηρίζει τον ιδιοφυή καλλιτέχνη, είναι το επιπλέον. Αυτό που είχε ο Ακριθάκης. Κατέχει άριστα τη δουλειά του. Έχει επινοήσει τον δικό του χρωματισμό. Κατέχει τα πάντα. Όμως αυτό δεν μετράει. Εκείνο που τον διακρίνει, είναι η ιδιαίτερη ματιά που ρίχνει στον κατεστραμμένο κόσμο, μέσα στον οποίο τοποθετεί τα χρώματά του. Την ελπίδα, τη χαρά του για το ταξίδι» συμπληρώνει ένας απ τους σημαντικότερους Γερμανούς τεχνοκριτικούς, ο Πέτερ Ράουε, του μουσείου μοντέρνας τέχνης του Βερολίνου…

«Χειμώνας στο Βερολίνο»: Χιόνισε πολύ αυτή τη χρονιά/κι εγώ ο νότιος θυμάμαι/διάφορα ποιήματα ζεστά/ίσως τον νότο, ίσως τον ήλιο/τι δουλειά έχει η ποίηση με το χιόνι; (από τις σημειώσεις του Αλέξη Ακριθάκη, καθώς… «Ο Αλέξης είχε πάντα πάνω του ένα σημειωματάριο. Εκεί μέσα ζωγράφιζε, έγραφε, έκανε κολάζ, κάποτε τα έσβηνε όλα, τα έσκιζε, προσπάθησα ό,τι μπορούσα να σώσω» θυμάται -ΖΕΙ σχεδόν ξανά μαζί του- είκοσι και πλέον χρόνια μετά τη …φυγή του, η Φώφη, η σύντροφος και μητέρα της κόρης τους.

Η Φώφη του εστιατόριου “Fofi’s” της Fasanenstraße 70 στο δυτικό (τότε) Βερολίνο, με τη γαλλική τέντα, τα σχέδια του Αλέξη στους τοίχους, με το στρόγγυλο μεγάλο τραπέζι στην τζαμαρία και τους Μπομπ Γουίλσον, Πέτερ Στάιν, Βιμ Βέντερς, Ρεβέκα Χολμ, Φράνσις Μπέικον, Χέλμουτ Κολ, Χανς Ντρίντριχ Γκένσερ, των ηθοποιών της «Σαουμπίνε» για καθημερινούς πελάτες…).

Η ταινία ξεκινά με πλάνα από το Μοναστηράκι, με μια νέα γυναίκα (η Εύη Καραμπάτσου, με σπουδές σκηνοθεσίας στην Αθήνα, ταξίδια στην Αφρική και την Κούβα, έξι ταινίες ντοκιμαντέρ, σειρές βίντεο και σειρά βραβείων ήδη στο «βιογραφικό» της) να ξεφυλλίζει παλιά λευκώματα, να σταματά σε σελίδες με χρώματα, σχέδια σύνθετα αλλά σχεδόν «απλοϊκά», σαν παιδικά…

«Όταν γεννήθηκαν τα παιδιά μου -είναι 8 και 10 χρονών σήμερα- αναζητούσα τους τρόπους, τα μέσα για να «κοιτάξω» τον κόσμο με τα μάτια τους. Όταν πρωτοείδα τα σχέδια του σκέφτηκα πως… «μάλλον, κάπως έτσι βλέπουν τα παιδιά τον κόσμο… Κι ερωτεύτηκα το έργο του. Ύστερα γνώρισα τη Φώφη, την κόρη του, τη Χλόη, τη γενναιοδωρία της ψυχής τους, ταξιδέψαμε μαζί στο Βερολίνο της νιότης του, στη Σύρο, στο Παρίσι, στη ζωγραφική του, έγινε η ταινία αυτή κάτι σαν οικογενειακή υπόθεση» λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Καραμπάτσου.

Στο φιλμ «μιλούν» ένας ιδιοκτήτης κάβας, ένας ψυχίατρος, Έλληνες και Γερμανοί ιστορικοί Τέχνης, ο χορογράφος Ντανιέλ Λομέλ, η Φώφη, η Χλόη, η Μαρία, ο εικαστικός Μιχάλης Γαβρήλος, ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης, μια θεία -εξαδέλφη της μητέρας του.

«Ήταν βαθιά πολιτικός. Μέχρι το τέλος. Πάντα. Ήταν αριστερός, αλλά όχι ενταγμένος. Ήταν και η μεγάλη του ρήξη με την εικονογραφία και την αγιογραφία της Αριστεράς» σχολιάζουν οι τεχνοκριτικοί.

Ο Ακριθάκης. Με τα χρώματα, τα ξύλα, τα σκηνικά, τα καρουζέλ του θανάτου, τις βαλίτσες (Το πρώτο έργο ήταν ένα βαρίδιο, απ’ αυτά που είχαν οι παλιές ζυγαριές, μετά… λέγαν όλοι “βαλίτσες”. Λέω κι εγώ… Δεν βαριέσαι., είμαι εγώ μέσα στη βαλίτσα» ακούγεται να λέει σε ραδιοφωνική του συνέντευξη).

Ο Ακριθάκης που έπινε τρία μπουκάλια βότκα την ημέρα, αντιπαθούσε τις γλαδιόλες, τους ανθρώπους της εξουσίας -της όποιας- τα βραβεία («Η ζωγραφική -καμία τέχνη- δεν χρειάζεται βραβεία… τέχνη είναι να αποσπάς, να “κλέβεις” από τη ζωή, από την καθημερινότητα, αυτό που της είναι λίγο»), ο Ακριθάκης μιας εποχής που είναι…«αποσύνθεση ενός πολιτισμού, ξεκομμένη από παραδόσεις, από ρίζες, από παρελθόν» αλλά και «ο ζωγράφος- ο καλλιτέχνης ζωγράφος βλέπει μακριά και σκοντάφτει κοντά»)

“Is a very-very old chid” σχολιάζει ο νεαρός που βλέπει σχεδόν δακρυσμένος στο laptop τον παππού του («έλα να δεις τον παππού σου, δεν τον πρόλαβες», φωνάζει η Φώφη στη βεράντα του συριανού σπιτιού και γύρω της μαζεύονται νέα παιδιά, η Χλόη Ακριθάκη – Geitmann, ο Αλέξης Geitmann, οι δυο κόρες της).
-Είσαι να κάνουμε τη μουσική για το ντοκιμαντέρ;
-Τι είναι ντοκιμαντέρ;
-Ένα φιλμ για τη ζωή του παππού σου…

Στο “Vive la fuite” ακούγεται μουσική (που έγραψε ο Αλέξης Geitmann -γιος της Χλόης και του Γερμανού συζύγου της, που γεννήθηκε στην Πράγα- έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Αλέξη Ακριθάκη στην Αθήνα).

Στην αποψινή πρεμιέρα της ταινίας (στις 17.30 στην αίθουσα «Τώνια Μαρκετάκη», αλλά και στην επαναληπτική της προβολή, το μεσημέρι του Σαββάτου 11 Μαρτίου, στις 13.30, στην αίθουσα «Φρίντα Λιάπα» του Λιμανιού), η Φώφη Ακριθάκη θα λείπει. Εισήχθη στο νοσοκομείο το περασμένο καλοκαίρι -όταν η ταινία βρισκόταν ακόμα στην επεξεργασία των χρωμάτων- κι «έφυγε» σε δυο μήνες, προτού προλάβει να τη δει ολοκληρωμένη.

Ο Αλέξης Ακριθάκης είχε φύγει από τον Σεπτέμβρη του 1994, μόλις 55 χρόνων.

Ο Αλέξης Geitmann – Ακριθάκης, που υπογράφει τη μουσική σύνθεση τη ταινίας, έψαχνε μέχρι χθες εισιτήρια να «πετάξει» από το Λονδίνο, όπου σπουδάζει για το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

«… Εγώ, που είχα πάντα ένα στρωμένο κρεβάτι με ολόμαλλες κουβέρτες και υπέροχα λινά σεντόνια…./ Ένα τέλος χωρίς ποίηση/χωρίς μουσική…/Κάθε πρωί ξυπνάω με τον πόνο του χθες/κάθε σήμερα περιμένω το αύριο/κάθε αύριο δεν περιμένω τίποτα πια…».

Πλάνο από κρεβάτι νοσοκομείου. Άδειο. Λευκά σεντόνια. Κουβέρτες διπλωμένες στο ράφι… Μουσική. Από τσέλο και πιάνο…

Τίτλοι τέλους…

Β. Χαρισοπούλου (ΑΜΠΕ)

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις