Μία από τις εκδηλώσεις που αποτελούν κεντρικό σημείο αναφορά στη φετινή documenta14, το σημαντικό τούτο γεγονός της τέχνης, που για πρώτη φορά στην ιστορία του διοργανώνεται εκτός του Κάσελ, και στην Αθήνα, είναι η έκθεση, με τις συνεργές performances, στο Ωδείο των Αθηνών.

Αρθρωμένη γύρω από το έργο του μεγάλου πρωτοποριακού Έλληνα συνθέτη Γιάννη Χρήστου, στον θεωρητικός πυρήνα της η έκθεση περιλαμβάνει έργα που συνδέονται με έμμεσο τρόπο προς τις δημιουργικές αρχές του διαλεκτού αυτού μουσουργού. Αρχές που τον καθιέρωσαν στο διεθνές στερέωμα της ερευνητικής μουσικής και της πρωτοπορίας.

Με δεδομένο το θεωρητικό τούτο πρόταγμα, εάν κάποιος θέλει ν’ αναζητήσει ένα κοινό νήμα που να συνδέει τα υπόλοιπα έργα μεταξύ τους και με τον χώρο του Ωδείου–ενός τόπου της μουσικής–θα μπορούσε κανείς ν’ αναγνωρίσει πως σχεδόν στο σύνολό τους χαρακτηρίζονται από τη σειραϊκότητα, την επαναληψιμότητα, την κωδικοποίηση, που φθάνει ίσαμε την τεχνική αποτύπωση (πχ τα σχέδια για την κατασκευή αναλογικών συνθεσάιζερ) τη λογική της γλώσσας και τα γλωσσικά παίγνια (όπως στα έργα του Αντρέ ντε Κολομπιέ).

Ή με τα αντίστοιχα ντοκουμέντα από ομοειδή κινήματα μουσικών χάπενινγκς και ηθελημένα ακατέργαστου, στη φυσική, αλλά μαθηματική/εικαστική δομή του, όπως πρότασσε ο Γιάννης Χρήστου, όπως το τμήμα το αφιερωμένο στην Scratch Orchestra.

Ό,τι δηλαδή έχει να κάνει με την (αναντίρρητη) μαθηματική δομή της τέχνης, είτε αυτή πρόκειται για μουσική–την απαρχή της οποίας, όπως οι Πυθαγόρειοι την εντοπίζουν ακριβώς στην ορθοτόμηση της χορδής σε διαστήματα–όσο και για εικαστικές τέχνες, όπου οι αναλογίες, το διάστημα μεταξύ των αντικειμένων κι η προοπτική τους, βασίζονται σε καθαρά μαθηματικοποιημένες έννοιες της αισθητικής αντίληψης.

Στο ίδιο μήκος κύματος κι οι δύο, πιο μουσικές, performances πραγματοποιήθηκαν με τον τρόπο που κι ο ίδιος ο Χρήστου θα ήθελε: εν μέσω πλήθους που οχλαγωγεί, κυκλοφορεί και κάποιες στιγμές συγχωνεύεται με τους περφόρμερ, έτσι ώστε ο ήχος της μουσικής να αναδύεται μέσα από εκείνο το σύμφυρμα ανθρώπων και θορύβου, φυσικά και πλαστικά συνάμα, να γίνεται η ίδια η μουσική νότα ένα γεγονός ζωής.

Ιδιαίτερα τούτο ήταν εμφανές στην εφευρετική performance του Νεβιλ Αλαντάγ με τα όργανα, έγχορδα και κρουστά, ακουστικά κι ηλεκτρικά, που κατασκεύασε ειδικά για την περίσταση από τα πιο αναπάντεχα υλικά: τραπεζάκια, καναπέδες, ντουλάπες, κατσαρόλες και μπρίκια, κι ό,τι μπορεί κανείς να φαντασθεί, όπου πάνω τους προσάρμοσε χορδές και μεμβράνες για να μπορεί κανείς να παράξει πραγματική μουσική, μετατρέποντας κάτι χρηστικό, ή πλέον παλιό και παραπεταμένο, σε ένα όργανο και όχημα τέχνης.

Στο ίδιο μήκος κύματος, της ευφάνταστης μετάπλασης παλιών υλικών σε όργανα είναι και το συνταρακτικό έργο του Γκιγιέρμο Γαλίνδο, ο οποίος μάζεψε πεταμένα αντικείμενα από διάφορους εμβληματικούς τόπους συγκέντρωσης και καταυλισμού προσφύγων, από το Κάσελ ίσαμε τη Λέσβο, για να τα μεταμορφώσει σε όργανα, εγελιανά να παράξει μέσω της τέχνης μία μορφή παρηγορίας μέσα από το ριζικό κακό, που, φευ, η ίδια η τέχνη δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να ξεριζώσει από τον κόσμο.

Την ίδια υπόμνηση της βίας και του κακού επισημαίνει και η τελική performance του Μανθία Ντιαουάρα, ο οποίος βιωματικά, με τα ανδρείκελα που μεταχειρίζεται σαν ανθρώπινα ανδράποδα και με τα συμβολικά τελετουργικά του, βιωματικά εισάγει τον θεατή στην ωμή βία που κυριαρχεί σε πολλά σημεία του πλανήτη μας–ακόμη και στις προηγμένες χώρες–που καμμία εξέλιξη του πολιτισμού μας δεν έχει κατορθώσει να απαλείψει και να πραΰνει.

Συμμετέχοντας σε τούτην την performance κάποιος κυριεύεται από το ερώτημα, που κι ο ίδιος ο Αντόρνο είχε θέσει σχετικά με το Άουσβιτς: μπορεί μετά την τόση βία η τέχνη, σαν ομορφιά και διασκέδαση, ιδίως των καλοβαλμένων αστών να έχει νόημα;



Και τούτο το ερώτημα μας φέρνει και στον πυρήνα της ίδιας της αναγκαιότητας να διοργανωθεί η documenta στην Αθήνα προκειμένου ένας τέτοιος επίσημος θεσμός της τέχνης να διδαχθεί κάτι από την καθημαγμένη οικονομικά και κοινωνικά Ελλάδα της κρίσης.

Τι θα μπορέσει άραγε ν’ αποκομίσει η documenta, τι η Ελλάδα, και πως η τέχνη μπορεί να μάθει κάτι από μία τέτοια κρίσιμη κατάσταση και γιατί; Μήπως επειδή απογειωμένη κι αποσπασμένη από την πραγματική ζωή η τέχνη στα χρόνια της ευμάρειας και του ιδιότυπου χρηματιστηρίου της είχε αποκοπεί τελείως από τη βιωμένη πραγματικότητα; Η εξέλιξη ίσως δείξει.

Γιώργης-Βύρων Δάβος (AΠΕ – ΜΠΕ) – Φωτο Νίκος Καρέλλης

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις