Η Λίνα Βερτμίλερ ακόμα και σήμερα απολαμβάνει μία ακόρεστη όρεξη για τη ζωή. Είτε πρόκειται για τον ήλιο, το (-), τον έρωτα, είτε για τον σοσιαλισμό, εδώ και 50 χρόνια η 88χρονη σεναριογράφος και σκηνοθέτρια έχει δημιουργήσει ένα συμπαγές έργο το οποίο διαλύει με ανάλαφρο τρόπο τις πιο τραγελαφικές και ανούσιες παρορμήσεις της ανθρώπινης ψυχής.

Η γνωστή σε όλους μας Βερτμίλερ, εκτός από τις ταινίες της και για το σήμα-κατατεθέν γυαλιά της, μεγάλωσε στη διάρκεια της φασιστικής δικτατορίας του Μουσολίνι, σπούδασε θέατρο και χάρις στη γνωριμία της με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και την τότε σύζυγό του Φλώρα Καράμπελα που συνδέονταν με τον Φρεντερίκο Φελίνι, δούλεψε ως βοηθός σκηνοθέτη στη θρυλική πλέον ταινία του μεγάλου σκηνοθέτη «81/2».

Το σκηνοθετικό της ντεμπούτο έγινε το 1963 με την ταινία «Ι Basilischi»
την οποία γυρίζει με το κινηματογραφικό συνεργείο του Φελίνι. Πρόκειται για μία απλή, νεορεαλιστική ταινία για τρεις νέους περιπλανώμενους και την καθημερινή τους αγωνία για επιβίωση στον φτωχό ιταλικό νότο.

Έπρεπε όμως να περιμένει έως το 1976, χρονιά που έγινε η πρώτη γυναίκα που κατάφερε να αποσπάσει υποψηφιότητα για Όσκαρ σκηνοθεσίας για την ταινία της «Ο Πασκουαλίνο και οι 7 καλλονές» (Pasqualino Settebellezze).

Είχαν προηγηθεί οι πολύ γνωστές και στην Ελλάδα ταινίες της «Μίμης ο Σιδεράς», «Ιστορία Έρωτα και Αναρχίας», «Η κυρία και ο ναύτης» με τους αγαπημένους της ηθοποιούς Τζανκάρλο Τζιανίνι και Μαριάντζελα Μελάτο.

Η μεγάλη σκηνοθέτρια σήμερα ζει στο διαμέρισμά της στη Ρώμη και πλέον παρακολουθεί την πολιτική μέσω της τηλεόρασης και των εφημερίδων, ωστόσο δεν είναι τόσο ενεργή όσο παλαιότερα. Παρότι οι ταινίες της ήταν βαθιά πολιτικές, στις οποίες στηλίτευε τον φασισμό, τασσόταν υπέρ του ταξικού πολέμου, αναδείκνυε όμως και την υποκρισία της διαμάχης των κομμουνιστικών και σοσιαλιστικών κομμάτων της μεταπολεμικής Ιταλίας, η ίδια δεν ανήκε σε κάποιο συγκεκριμένο κίνημα ή κόμμα.

Η εμπλοκή της ήταν πάντα από μία εξωτερική σκοπιά. Με αφορμή ένα ντοκιμαντέρ του Valerio Ruiz, «Lina Wertmuller:Female Trouble», που παίχθηκε πρόσφατα στη Νέα Υόρκη για τη ζωή της, βλέπουμε τη Βερτμίλερ να διηγείται ότι στην αρχή ήθελε να γίνει ηθοποιός στη συνέχεια όμως διαπίστωσε ότι ήταν φτιαγμένη για σκηνοθέτρια.

Καθοριστικό ρόλο έπαιξε, όπως λέει, η συνεργασία που είχε στο ξεκίνημα της καριέρας της με τον Φρεντερίκο Φελίνι στο πλάι του οποίου ανακάλυψε αυτό που πραγματικά ήθελε να κάνει. Τονίζει ότι η θεατρική της παιδεία ήταν μία πολλή καλή προετοιμασία για την μετέπειτα κινηματογραφική της πορεία.

«Πάντα ζητούσα, λέει, από τους ηθοποιούς να περάσουν 40 μέρες διαβάζοντας το σενάριο και να προετοιμάζονται για την κάθε σκηνή. Μιλάει με πολλή αγάπη και θαυμασμό για τον Φρεντερίκο Φελίνι, τον οποίο χαρακτηρίζει μάγο και ποιητή των εικόνων. Διευκρινίζει όμως ότι «δεν μπορείς να μάθεις από μία ιδιοφυία σαν και αυτόν, σίγουρα όμως μπορείς να θαυμάσεις τον τρόπο που δουλεύει».

Στο ντοκιμαντέρ του Valerio Ruiz, η Βερτμίλερ ομολογεί ότι έχει «δύο ψυχές» –μία ανάλαφρη και μία σοβαρή— και ότι θα ήθελε να τη θυμάται ο κόσμος όχι μόνο ως «σοβαρή» αλλά ως μία «διασκεδαστική σκηνοθέτρια». Οι δύο αυτές ψυχές, όπως λέει η Βερτμίλερ, αποτυπώνονται στο έργο της με την τραγωδία και το χιούμορ, την ειρωνεία και τον σαρκασμό, την κωμωδία και το δράμα. «Οι κανόνες υπάρχουν για να τους σπάμε, ειδικά στην τέχνη», λέει χαρακτηριστικά.

Αναφερόμενη στην ταινία «Η κυρία και ο ναύτης», διηγείται ότι συνέλαβε την ιδέα στη διάρκεια των διακοπών της στη Σαρδηνία με τον άντρα της Ενρίκο και κάποιους φίλους τους. «Η ιδέα του έρημου νησιού, λέει, της έδινε την αίσθηση της ακρίβειας. Αντιπροσώπευε έναν κόσμο χωρίς κανόνες και νόμους — το μοναδικό πλαίσιο στο οποίο θα μπορούσε να υπάρξει η αγάπη των ηρώων της ταινίας».

Στην προσπάθειά της να απεικονίσει τον φασισμό στην ταινία «Έρωτας και Αναρχία» χρησιμοποίησε μεγάλες δόσεις ειρωνείας. Η ειρωνεία,όπως λέει, είναι ο πιστός της σύντροφος, τη βοηθά να τονίσει τα ελαττώματα και τα «βίτσια» της ανθρώπινης ύπαρξης. Τονίζει δε, ότι το (-) και η πολιτική όταν ενωθούν δίνουν ένα εκρηκτικό αποτέλεσμα το οποίο προκαλεί μεγάλη αίσθηση στο κοινό.

Χαρακτηρίζει πολύ καλούς ηθοποιούς τους Τζανκάρλο Τζιανίνι και Μαριάντζελα Μελάτο, με τους οποίους γύρισε τις περισσότερες ταινίες της, λέγοντας ότι πάντα της άρεσε να δουλεύει με ανθρώπους που αγαπά και εμπιστεύεται.

Για το τέλος αφήνει να μιλήσει για τη σχέση της με τον σύζυγό της, τον ζωγράφο Ενρίκο Τζομπ. Χαρακτηρίζει τον εαυτό της πολύ τυχερό που έζησε δίπλα του 40 χρόνια. Τον χαρακτηρίζει έναν σπάνιο καλλιτέχνη, πολύ διακριτικό και μερικές φορές ντροπαλό. Ξεκίνησε ως ζωγράφος και εικαστικός πριν στραφεί στον κινηματογράφο και το θέατρο.

«Ήταν, λέει η Βερτμίλερ, ο πρώτος που διάβαζε τα σενάρια της και ο πρώτος που της ασκούσε κριτική. Τα πάντα, λέει, ξεκινούσαν από τα σκίτσα του». Αυτά τα σκίτσα ήταν το σημείο εκκίνησης καθώς μπορούσαν αμέσως να καταγράψουν την ατμόσφαιρα της ιστορίας που ήθελε να διηγηθεί η Βερτμίλερ στο σενάριό της. «Σε όλες μου τις ταινίες υπάρχει η γεύση του Ενρίκο. Δεν θα μπορούσα να υπάρξω πιο τυχερή στη ζωή μου. Δεν μετανιώνω για τίποτα, είμαι πολύ χαρούμενη που ζω!» λέει η Βερτμίλερ με τη γνώση του ανθρώπου που έχει ζήσει και έχει πραγματοποιήσει τα όνειρά του.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ