Σύντομες ιστορίες για τον έρωτα και τον θάνατο, ημερολογιακές σημειώσεις, παιχνίδια με τις λέξεις και τις εικόνες: αυτά είναι τα χαρακτηριστικά της καινούργιας συλλογής διηγημάτων του Τάσου Γουδέλη «Απόσταση αναπνοής» (εκδόσεις Πατάκη), ο οποίος εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για ποιον λόγο προτιμάει το διήγημα από το μυθιστόρημα, μιλώντας εκ παραλλήλου για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το αυτοβιογραφικό στοιχείο στη λογοτεχνία του, καθώς και για τους ρόλους που επωμίζονται οι πρωταγωνιστές του.

Οκτώ συλλογές διηγημάτων και ένα μυθιστόρημα αποτελούν τη μέχρι τώρα πεζογραφική σας παραγωγή, που έχει ως αφετηρία της το 1990. Γιατί, μολονότι δοκιμάσατε, έστω άπαξ, τις δυνάμεις σας και στο μυθιστόρημα, επιμένετε στο διήγημα;
Ανέκαθεν ήμουν αρνητικά προκατειλημμένος απέναντι στη μεγάλη φόρμα. Πίστευα και συνεχίζω να πιστεύω σε κάτι πολύ απλό: ότι το μυθιστόρημα, εκτός από τις πειραματικές του εκδοχές, υπηρετεί την περίφραση. Αυτόν τον γλωσσικό τρόπο, δηλαδή, τον οποίο από τη στοιχειώδη εκπαίδευσή μας κιόλας οι δάσκαλοί μας επέμεναν να αποφεύγουμε, διότι προδίδει άτομα ανίκανα να εκφρασθούν ευσύνοπτα.

Δεν χρειάζεται να θυμίσω ότι οι εκτενείς αφηγήσεις γεννήθηκαν στην ανεπτυγμένη αστική Ευρώπη ως αντίδοτο στην πλήξη των κυριών, και όχι ως βαθύτερη ανάγκη. Φυσικά μέσα σε αυτό το ψυχαναγκαστικό πλαίσιο δημιουργήθηκαν και εξαιρετικές σελίδες. Επί πλέον η μικρή φόρμα επιβάλλει ποιητικούς κανόνες γραφής, οι οποίοι με γοητεύουν.

Το μυθιστόρημά μου «Οικογενειακές ιστορίες» (2006) μού επιβλήθηκε ως φόρμα διότι δεν μπορούσα αλλιώς να αναπαραστήσω καταστάσεις, κατά κάποιο τρόπο βιωμένες. Επιθυμώντας να γράψω το χρονικό της οικογένειάς μου, δεν υπήρχε άλλη εκφραστική πέραν της συγκεκριμένης. Αλλά, ταυτόχρονα, πρό(-)α να μην επεκταθώ σε πολλές σελίδες, μήπως γίνω σχοινοτενής και μηρυκαστικός. Για να αποφύγω τη μονοσήμαντη αναπαράσταση κατέφυγα σε μια μη κλασική δραματουργική μέθοδο, υπονομεύοντας κανόνες όπως αυτή της γραμμικής αφήγησης (αρχή, μέση, τέλος). Δίνοντας τον λόγο άτακτα στα κύρια πρόσωπα του οικογενειακού δράματος, η δομή ξεφεύγει από τα συνηθισμένα αφηγηματικά στάνταρτ. Έτσι, το έργο κλείνει με την αρχή, χωρίς να έχει τηρήσει αυστηρά στην εξέλιξή του το φλας μπακ.

Έχει ήδη επισημανθεί από την κριτική ότι με την «Απόσταση αναπνοής» εγκαταλείπετε τον σκληρό πυρήνα του μοντερνισμού και στρέφεστε προς μια πιο ρεαλιστική κατεύθυνση. Προσωπικά θεωρώ πως δεν έχετε αποσπαστεί από το παλαιότερο κλίμα σας μια και βλέπω να επανέρχεστε κατά τόπους σε ένα είδος ονειρικής γραφής. Όνειρο, λοιπόν, ή ρεαλισμός; Ή μήπως και τα δύο;
Δεν ανήκω σε κάποια σέχτα μοντερνιστών, για να κάνω αποκλεισμούς εν ονόματι κάποιων, δήθεν, απαράβατων αρχών. Η σχέση μου με τους εκφραστικούς τρόπους είναι αδέσμευτη. Το έχω αποδείξει εξαρχής από το πρώτο μου βιβλίο.

Εκτός από τις εκτενείς περιγραφές για τις οποίες σας είπα ότι τρέφω συγκεκριμένα αισθήματα, δεν δεσμεύομαι από δογματικούς κανόνες. Πρέπει εδώ να πω ότι θέματά μου είναι αυτά που με καθοδηγούν στη μια ή στην άλλη λύση. Όμως με τη σειρά μου τα χειρίζομαι με τους δικούς μου τρόπους. Νομίζω ότι η γραφή μου, το στιλ μου και στα πιο αφηγηματικά μου κείμενα είναι διακριτό.

Οι ιστορίες σας μιλούν συχνά για τον έρωτα και τον θάνατο. Πέρα από την αγωνία της ύπαρξης, πιστεύετε πως η κοινωνία και η Ιστορία έχουν κάποιο λόγο στη λογοτεχνία σας, κι αν ναι, ποιος ακριβώς είναι αυτός;
Η κοινωνία και η Ιστορία είναι φυσικά μια sine qua non υπόθεση σε κάθε εκδήλωσή μας. Όμως εγώ, όπως και πολλοί ακόμα, την αντιλαμβάνομαι με ιδιαίτερο τρόπο, ο οποίος δεν της επιτρέπει να λειτουργήσει κυριαρχικά στη λογική των αφηγήσεών μου… Νομίζω ότι μέχρι στιγμής οι ήρωές μου εκδηλώνονται με βάση παρορμήσεις και αδιευκρίνιστα εσωτερικά κίνητρα, τα οποία δεν έχουν σχέση αιτιοκρατική με τους δύο συγκεκριμένους παράγοντες. Τουλάχιστον φανερά.

Υπάρχουν στο καινούργιο βιβλίο σας κάποια στοιχεία που μοιάζουν αυτοβιογραφικά. Από την άλλη πλευρά, εκείνο που εξακολουθεί πρωτίστως να σας απασχολεί είναι οι δρόμοι μέσα από τους οποίους προσεγγίζει ο συγγραφέας την πραγματικότητα, ο τρόπος με τον οποίο τη μετατρέπει σε λέξεις και εικόνες. Ισχύει κάτι τέτοιο;
Τα αυτοβιογραφικά και μη στοιχεία, στα οποία βασίζονται τα βιβλία μου, οι χαρακτήρες μου εννοώ, συνομιλούν εξίσου «αυτιστικά» με την πραγματικότητα. Έχουν εσωτερικεύσει μοναχικά την πραγματικότητα ή μάλλον προσπαθούν να την εσωτερικεύσουν με τα κλειστά τους αντανακλαστικά μήπως και την κατανοήσουν σε συνδυασμό με τον εαυτό τους, πλην ματαίως. Γι’ αυτό υπάρχουν πολλά χάσματα και εκκρεμότητες στις «ιστορίες» μου. Εγώ προσπαθώ να περιγράψω ακριβώς αυτό το διάκενο, το σημείο μηδέν, αυτή την αποτυχία.

Κάτι το οποίο σίγουρα δεν έχετε δοκιμάσει στο παρελθόν είναι το ημερολόγιο. Τι ρόλο παίζουν οι ημερολογιακές εγγραφές στην «Απόσταση αναπνοής», ποιο κενό θέλουν να καλύψουν, αν υποθέσουμε πως καλούνται όντως να καλύψουν ένα κενό;
Και σε παλιότερα βιβλία μου είχα δοκιμάσει τη φόρμα των «σημειώσεων», επειδή ένιωθα ότι ορισμένες ιστορίες δεν θα μπορούσαν αλλιώς να αποτυπωθούν. Στην «Απόσταση αναπνοής» στην ίδια φόρμα δοκίμασα τις μικρές ημερολογιακές μου εξομολογήσεις, με την πρόθεση να προσληφθούν ως βραχύλογες διηγήσεις.

Αυτή η «ευθεία» αφήγηση (που δεν ξέρω κατά πόσο είναι ευσύνοπτη) νομίζω ότι ταίριαζε καλύτερα σε κάποιες παλιές μου ημερολογιακές, ανέκδοτες καταγραφές του ίδιου ύφους. Αντί, λοιπόν, να τις εκμεταλλευθώ, να τις διασπείρω σε μεγαλύτερες διηγήσεις ή να τις επεκτείνω, τις κράτησα μικροπερίοδες, αφού πρώτα τις επεξεργάσθηκα γλωσσικά.

Προσπαθώ να σας πω ότι δεν ικανοποίησαν εκτάκτως κάποια ανάγκη μου άμεσα εξομολογητική, η οποία θα καταγραφόταν ως ντοκουμέντο της προσωπικής μου διαδρομής, αλλά εντάσσονται σε μια ακόμα λογοτεχνική μου χειρονομία…

Ποιοι συγγραφείς (Έλληνες και ξένοι) θεωρείτε ότι σας έχουν επηρεάσει και με ποιους από τους σημερινούς ομοτέχνους σας νιώθετε ότι συνομιλείτε;
Οι επιρροές μου από την ξένη λογοτεχνία είναι τόσες πολλές που δύσκολα μπορώ να τις ξεχωρίσω, να τις απομονώσω. Όσον αφορά την ελληνική γραμματεία, παλιά και νέα, να πω ότι περισσότερο με έχουν επηρεάσει «οι ποιητικές σκηνοθεσίες» του μεγάλου Νίκου Καρούζου και του ώριμου Τάσου Λειβαδίτη, παρά οι πεζογραφικές ποιητικές των συγγραφέων μας.

Είναι πρόωρο να ρωτήσω τι θα είναι το επόμενο βιβλίο σας;
Έχω αρχίσει να πειραματίζομαι με πιο μικρές φόρμες από αυτές που έχω προτείνει μέχρι σήμερα. Δεν με ενδιαφέρει πάντως να καταλήξω σε ακραίες λύσεις τύπου λιλιπούτειου «μπονζάι», που είναι πολύ της μόδας τελευταία στο εξωτερικό, ειδικά στον χώρο του διαδικτύου.

Σε γενικές γραμμές με καθοδηγεί πάντα η λογική της αφαίρεσης και της απόσταξης. Έχω πάντα οδηγό τον Πασκάλ που έγραψε σε έναν φίλο του τα εξής; «Με συγχωρείς που σου γράφω πολλά, φταίει το ότι βιάζομαι»…

Β. Χατζηβασιλείου (ΑΠΕ – ΜΠΕ)

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις